
Καταρράκτης: Μονοεστιακοί ή πολυεστιακοί είναι οι καλύτεροι φακοί; Τι πρέπει να ξέρουμε
Σε τι διαφέρουν και τι προσφέρει ο καθένας. Πόσος χρόνος χρειάζεται για την προσαρμογή των ματιών.
Ο καταρράκτης είναι η συχνότερη αιτία μείωσης της όρασης μετά την ηλικία των 55 ετών. Αναπτύσσεται όταν αλλοιωθεί η πρωτεϊνική δομή του φυσικού φακού του ματιού (κρυσταλλοειδής φακός), με συνέπεια να θολώνει και να παρεμποδίζεται η διέλευση του φωτός.
Ο καταρράκτης γίνεται ολοένα συχνότερος με την ηλικία. Υπολογίζεται ότι προσβάλλει από το 3,9% των ανθρώπων ηλικίας 55-64 ετών έως το 92,6% στις ηλικίες 80 ετών και πάνω. Μπορεί, όμως, να προσβάλλει άτομα κάθε ηλικίας, ακόμα και παιδιά.
Η μοναδική ριζική θεραπεία για τον καταρράκτη είναι η χειρουργική αντικατάσταση του φυσικού φακού με ενδοφακούς. Σε παγκόσμια βάση διενεργούνται ετησίως περισσότερα από 28 εκατομμύρια τέτοιου είδους επεμβάσεις. Αντιστοιχούν σε σχεδόν 75.000 επεμβάσεις καθημερινά! Οι περισσότερες από αυτές τις επεμβάσεις εκτελούνται στα ανεπτυγμένα κράτη.
Σε κάθε επέμβαση, η επιλογή του σωστού ενδοφακού είναι σημαντική για την μελλοντική όραση των ασθενών.
«Δύο από τις συχνότερες επιλογές είναι οι μονοεστιακοί και οι διπλοεστιακοί ενδοφακοί. Η σωστή επιλογή μεταξύ τους δεν είναι απλώς θέμα άνεσης. Έχει άμεσο αντίκτυπο στον μετεγχειρητικό τρόπο ζωής, τις οπτικές προσδοκίες και την ικανοποίηση από τη νέα όραση», τονίζει ο χειρουργός οφθαλμίατρος δρ Ευάγγελος Τσίχλης, πρώην αναπληρωτής διευθυντής της Οφθαλμολογικής Κλινικής SK-Bielefeld, στη Γερμανία.
Όπως εξηγεί, οι ενδοφακοί αυτοί έχουν σημαντικές διαφορές, όχι μόνον όσον αφορά την τεχνολογική πολυπλοκότητά τους, αλλά και το πως λειτουργούν σε κάθε συνθήκη.
Οι αποστάσεις και οι παρενέργειες
Οι μονοεστιακοί ενδοφακοί παρέχουν καθαρή όραση σε μία απόσταση, συνήθως μακριά. Επομένως οι ασθενείς συνήθως χρειάζονται διορθωτικά γυαλιά για να διαβάζουν ή να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Οι ενδοφακοί αυτοί είναι μία αξιόπιστη επιλογή με λιγότερες παρενέργειες, όπως τα «φωτοστέφανα» (άλως) γύρω από τα φώτα ή οι έντονες αντανακλάσεις του φωτός.
Οι πολυεστιακοί ενδοφακοί έχουν πολλαπλές ζώνες εστίασης, επιτρέποντας καθαρή όραση κοντά, σε ενδιάμεση απόσταση και μακριά. Μπορεί να μειώσουν ή να εξαλείψουν την ανάγκη για διορθωτικά γυαλιά. Ωστόσο μπορεί να προκαλούν άλω γύρω από τα φώτα ή μειωμένη αντίθεση (contrast), ιδίως τη νύχτα.
Σε πολλές περιπτώσεις, πάντως, τα συμπτώματα αυτά υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου.
«Ουσιαστικά οι διαφορές μεταξύ μονοεστιακών και πολυεστιακών ενδοφακών αφορούν την καθαρότητα της όρασης, το εύρος της και τον αντίκτυπό τους στον τρόπο ζωής. Η αντίθεση (contrast), π.χ., είναι μεγαλύτερη με τους μονοεστιακούς ενδοφακούς, το ίδιο και η καθαρότητα της όρασης. Επιπλέον, η προσαρμογή σε αυτούς είναι σχεδόν άμεση», εξηγεί ο δρ Τσίχλης.
Αντίθετα, με τους πολυεστιακούς ενδοφακούς μπορεί να χρειασθούν από μερικές εβδομάδες έως 3 μήνες για να προσαρμοσθεί ο εγκέφαλος στη νέα όραση. Με αυτούς όμως οι ασθενείς απαλλάσσονται συνήθως από την ανάγκη για διορθωτικά γυαλιά.
Οι κατάλληλοι υποψήφιοι
Οι κατάλληλοι υποψήφιοι για κάθε είδος φακών επίσης διαφέρουν. Ιδανικοί υποψήφιοι για μονοεστιακούς ενδοφακούς είναι όσοι:
- Θέτουν ως προτεραιότητα την καλή μακρινή όραση
- Πάσχουν και από άλλες οφθαλμοπάθειες, όπως η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας ή το γλαύκωμα
- Δεν δυσφορούν όταν χρησιμοποιούν γυαλιά πρεσβυωπίας
- Θέλουν την πιο οικονομικώς αποδοτική λύση
Αντίστοιχα, οι πολυεστιακοί ενδοφακοί μπορεί να ταιριάζουν καλύτερα στους ασθενείς με καταρράκτη οι οποίοι επιθυμούν να απαλλαγούν και από τα διορθωτικά γυαλιά τους.
Το ίδιο και σε όσους έχουν δραστήριο τρόπο ζωής που δεν ταιριάζει με γυαλιά. Είναι επίσης κατάλληλοι και για όσους δεν πάσχουν από σοβαρές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς χιτώνα και του οπτικού νεύρου.
Ένας μονοεστιακός και ένας πολυεστιακός
Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ασθενείς που πρέπει να χειρουργηθούν και στα δύο μάτια, επιλέγουν έναν μονοεστιακό ενδοφακό για να βλέπουν καθαρά μακριά και έναν για να βλέπουν καθαρά κοντά.
Η τεχνική αυτή λέγεται monovision. Χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοσθούν τα μάτια και να συντονίζονται, ώστε να βλέπει τελικά ο ασθενής καθαρά και κοντά και μακριά.
Σε κάθε περίπτωση, οι ενδοφακοί αυτοί δεν μπορούν να διορθώσουν τυχόν άλλα συνυπάρχοντα διαθλαστικά σφάλματα, όπως ο αστιγματισμός. Το επακόλουθο είναι να χρειάζονται οι ασθενείς διορθωτικά γυαλιά και για κοντά και για μακριά. Για τις περιπτώσεις αυτές υπάρχουν ειδικοί ενδοφακοί (τορικοί).
«Ο σημαντικότερος παράγοντας κατά τη συζήτηση με τον οφθαλμίατρο για την επιλογή του κατάλληλου ενδοφακού για την διόρθωση του καταρράκτη είναι η ειλικρινής αξιολόγηση των οπτικών προτεραιοτήτων που έχει ο ασθενής και του τρόπου ζωής του», υπογραμμίζει ο δρ Τσίχλης.
Ο ασθενής καλείται να απαντήσει σε σημαντικά ερωτήματα, προσθέτει. Πόσο σημαντικό είναι γι’ αυτόν να απαλλαγεί από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας; Πόσο συχνά οδηγεί νύχτα; Πόσες ώρες περνάει μπροστά σε μία ψηφιακή οθόνη; Πόσο ευαίσθητος είναι στις διαταραχές του οπτικού πεδίου του;
«Ο οφθαλμίατρος θα αξιολογήσει επίσης τον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού, αναζητώντας τυχόν συνυπάρχουσες οφθαλμοπάθειες που επίσης παίζουν ρόλο. Μόνο τότε μπορεί να ταιριάξει ο κατάλληλος ενδοφακός σε κάθε ασθενή εξατομικευμένα, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αυτό που επιθυμεί», καταλήγει.
Φωτογραφία: iStock
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-30 17:32:00
