Οικονομία

Τι τρέχει στις αγορές και γιατί η Ελλάδα αντέχει

«May you live in interesting times». Η ρήση αυτή, που συχνά χρησιμοποιείται ειρωνικά για να περιγράψει περιόδους αστάθειας, κρίσεων ή μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, ταιριάζει στην εποχή μας. Και είναι αλήθεια: ποιος δεν θέλει να ζήσει σε «ενδιαφέροντες καιρούς»;

Οταν μιλάμε όμως για την οικονομία, τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ και η αβεβαιότητα για την έκβαση των γαλλικών εκλογών την άνοιξη συνθέτουν το σκηνικό μιας επερχόμενης κρίσης.

Αυτό φάνηκε ήδη στις ταραγμένες –λόγω πολέμων και πληθωριστικών πιέσεων– αγορές και αποτυπώθηκε στις αποδόσεις των αμερικανικών και ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων, οι οποίες κινούνται ανοδικά.

Την Τετάρτη (04.11), μετά τη βαριά ήττα του Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου διαμορφώθηκε μετά την αρχική ανησυχία στο 4,92% και εκείνη του αντίστοιχου γερμανικού στο 3,32%. Η απόδοση του βρετανικού δεκαετούς ήταν στο 5,22% ενώ η απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου κινήθηκε σαφώς χαμηλότερα στο 4,20%.


Η εξέλιξη αυτή, δεδομένου του τεράστιου δημόσιου χρέους των ΗΠΑ (40 τρισ. δολάρια), αλλά και του χρέους της Γαλλίας, που άγγιξε τα 3,5 τρισ. ευρώ, δημιουργεί μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες για την επόμενη χρονιά, μόνο και μόνο για να πληρωθούν οι τόκοι και να αναχρηματοδοτηθούν τα ομόλογα που λήγουν.

Ολα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ και η Γαλλία εισέρχονται σε έναν «φαύλο κύκλο» δημιουργίας νέων ελλειμμάτων και αύξησης του κρατικού χρέους, εντείνοντας τον φόβο για μια νέα παγκόσμια κρίση χρέους.


Οι πιέσεις στα ευρωπαϊκά ομόλογα συνδέονται κυρίως με τη δημοσιονομική και πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία. Αναλυτές τονίζουν ότι η αύξηση του γαλλικού ασφαλίστρου κινδύνου (αυτό που στην Ελλάδα λέγαμε country risk) έχει ευρύτερη σημασία λόγω του μεγέθους της οικονομίας της χώρας και του ρόλου της στις ευρωπαϊκές αγορές κρατικού χρέους. Και αυτό, ενόψει και των εκλογών στη Γαλλία, το έχουμε μπροστά μας.

«Η εποχή του φθηνού κεφαλαίου έχει παρέλθει»

Στα μέσα Οκτωβρίου, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο CNN ως πρόεδρος του Eurogroup, είχε προβλέψει: «Η εποχή του φθηνού και άφθονου κεφαλαίου έχει παρέλθει. Η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής κάθε χώρας αποτυπώνεται στις αποδόσεις των ομολόγων της»


Ο κ. Πιερρακάκης, μιλώντας στον δημοσιογράφο Ρίτσαρντ Κουέστ στο περιθώριο της Ετήσιας Συνόδου του ΔΝΤ στην Μπανγκόκ, αναφέρθηκε στους φόβους μιας νέας κρίσης χρέους, λέγοντας: «Πριν από δέκα χρόνια η μέση απόδοση των ομολόγων στην Ευρώπη ήταν 1,1%. Σήμερα η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων βρίσκεται στο 4,4%. Σε παγκόσμιο επίπεδο βλέπουμε τις πληθωριστικές προοπτικές να αυξάνονται. Η ενέργεια, η Τεχνητή Νοημοσύνη και πολλοί άλλοι παράγοντες έχουν αλλάξει τα δεδομένα».

Αρα, η εποχή του φθηνού και άφθονου κεφαλαίου έχει παρέλθει σε παγκόσμιο επίπεδο. Βρισκόμαστε πλέον σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, με υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων. Προφανώς, αυτό προσθέτει επιπλέον πιέσεις στις ήδη υφιστάμενες δημοσιονομικές προκλήσεις.

Το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα στην ΕΕ τη δεκαετία της κρίσης ήταν 1,7%, ενώ σήμερα είναι υπερδιπλάσιο.

Βέβαια, ο έλληνας υπουργός θέλησε εκ της θέσεώς του να εμφανιστεί συγκρατημένα αισιόδοξος όταν ρωτήθηκε αν θεωρεί ότι δεν πρόκειται να δούμε κρίση χρέους σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, αντίστοιχη με όσα ζήσαμε πριν από δέκα ή δώδεκα χρόνια: «Παρακολουθούμε την κατάσταση με προσοχή, αλλά δεν ανησυχούμε υπέρμετρα».

Οι αριθμοί όμως δείχνουν ότι σε λιγότερο από 20 ημέρες οι αποδόσεις των ομολόγων των υπερχρεωμένων χωρών (ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο), αλλά ακόμη και της Γερμανίας, ανέβηκαν σε ιστορικά επίπεδα.

Οι τρεις κίνδυνοι

Αυτό που αποτιμούν οι αγορές είναι ο κίνδυνος. Στην παρούσα περίοδο οι αναλυτές προσδιορίζουν τρεις βασικές πηγές ανησυχίας:

1. Η πορεία των επιτοκίων του ευρώ, του δολαρίου, της στερλίνας και άλλων νομισμάτων και οι επιπτώσεις τους στο κόστος δανεισμού και στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.

2. Οι αυξανόμενοι κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η τεχνολογία αυτή μπορεί να ενισχύσει την ικανότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να εντοπίζουν αδυναμίες και να αποτρέπουν επιθέσεις, ταυτόχρονα όμως προσφέρει στους κακόβουλους παράγοντες τη δυνατότητα να τις αναπτύσσουν και να τις εκτελούν με πρωτοφανή ταχύτητα.

3. Το ενδεχόμενο υπερεκτίμησης των αποδόσεων των τεράστιων επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στην οποία έχουν κατευθυνθεί μεγάλοι όγκοι κεφαλαίων.

Μια ψύχραιμη ματιά για την Ελλάδα

Σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον η δημοσιονομική αξιοπιστία της Ελλάδας λειτουργεί ως ανάχωμα στη διεθνή αβεβαιότητα.

Οπως επισημαίνει στην τελευταία οικονομική ανάλυσή της η Alpha Bank, τα πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023, η ενεργητική διαχείριση του δημόσιου χρέους, η ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και η διατήρηση υψηλών ταμειακών διαθεσίμων έχουν ενισχύσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας και συνέβαλαν στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023.

Το κυριότερο είναι ότι η θετική δυναμική αναμένεται να διατηρηθεί και το 2027, παρότι είναι χρονιά εκλογών. Το πραγματικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί με ρυθμό οριακά χαμηλότερο από το 2% το 2026 και να συνεχίσει να μεγεθύνεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2027, με ώθηση από τις επενδύσεις, παρά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης.

Παράλληλα, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται σε 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και 3,3% το 2027, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσει, από 145% το 2025 σε 136% το 2026 και σε 128,8% το 2027.

Ως αποτέλεσμα, το ελληνικό δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, πιθανότατα θα υποχωρήσει κάτω από το αντίστοιχο της Ιταλίας εντός της επόμενης διετίας, παύοντας να είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Προεξοφλήσαμε δάνεια 34 δισ. ευρώ

Στην αποκλιμάκωση του χρέους συμβάλλουν οι πρόωρες αποπληρωμές, οι οποίες την περίοδο 2022-2026 αναμένεται να ανέλθουν σε 34 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 12,8 δισ. ευρώ το 2026.

Η ενεργητική διαχείριση του χρέους προβλέπεται να συνεχιστεί με την πρόωρη αποπληρωμή των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης (GLF), με στόχο την πλήρη εξόφλησή τους έως το 2031, τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από τη λήξη τους.

Η βελτίωση αυτή αντανακλάται ήδη στις αγορές. Παρά τις διακυμάνσεις των τελευταίων ετών, οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα επίπεδα της κρίσης κρατικού χρέους.

Η αύξησή τους το 2026 αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο και όχι ελληνική ιδιαιτερότητα: οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων έχουν κινηθεί ανοδικά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετική ένταση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφορά απόδοσης του ελληνικού έναντι του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφώνεται σε επίπεδα χαμηλότερα από τα αντίστοιχα της Γαλλίας και της Ιταλίας, δηλαδή κρατών με υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση και μικρότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Η συγκριτική αυτή επίδοση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει ανεπηρέαστη από τις διεθνείς εξελίξεις. Μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, στα τέλη Φεβρουαρίου, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα από τον Ιούλιο και έπειτα, ακολουθώντας ανοδική πορεία και στη χώρα μας.

Το χαμηλότερο ελληνικό spread οδηγεί πάντως στην εκτίμηση ότι η ελληνική αγορά κρατικού χρέους έχει καταστεί περισσότερο ανθεκτική απέναντι σε εξωτερικούς χρηματοπιστωτικούς κλυδωνισμούς. Η ανθεκτικότητα της χώρας ενισχύεται περαιτέρω από τη διάρθρωση του δημόσιου χρέους, η οποία περιορίζει την έκθεση σε κινδύνους επιτοκίου και αναχρηματοδότησης.

«Μαξιλάρι» 31 δισ. ευρώ

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ:

  • Περίπου το 70% του χρέους διακρατείται από τον επίσημο τομέα.
  • Το ταμειακό απόθεμα ασφαλείας ανερχόταν σε 31 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, καλύπτοντας τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για πάνω από τρία χρόνια.
  • Η μέση διάρκεια ωρίμανσης υπερβαίνει τα 18 έτη.
  • Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν μεσοπρόθεσμα σημαντικά χαμηλότερες του ορίου βιωσιμότητας (15% του ΑΕΠ).

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-04 15:45:00

Back to top button