Κόσμος

Η ΤΝ κάνει προεκλογική εκστρατεία στο Ισραήλ

Ενα ψεύτικο βίντεο ήταν αρκετό για να δείξει πώς μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να μπει στην προεκλογική μάχη του Ισραήλ. Εδειχνε τον Γκάντι Αϊζενκοτ, υποψήφιο για την πρωθυπουργία, να συναντά τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς. Η συνάντηση δεν έγινε ποτέ. Στόχος ήταν να παρουσιαστεί ο Αϊζενκοτ ως ένας επικίνδυνος αριστερός, έτοιμος να συμφιλιωθεί με τους εχθρούς του Ισραήλ.

Το βίντεο, γράφει ο Εconomist, δημιουργήθηκε από τον ακροδεξιό Θρησκευτικό Σιωνισμό του Μπεζαλέλ Σμότριχ και στις 26 Ιουλίου έγινε στο Ισραήλ η πρώτη προεκλογική διαφήμιση που παραβίασε νόμο ο οποίος απαιτεί να επισημαίνεται σαφώς το υλικό που έχει δημιουργηθεί με ΤΝ. Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή διέταξε την απόσυρσή του. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Economist, τα εμφανή deepfakes μπορεί να μην είναι το σημαντικότερο πρόβλημα.

Η Καρίν Ναχόν, ειδικός στα ΜΜΕ, θεωρεί πιο ανησυχητική τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης κάτω από την επιφάνεια: την παρακολούθηση, την κατάρτιση προφίλ και τη χειραγώγηση των ψηφοφόρων. Εκλογικές εκστρατείες από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα χρησιμοποιούν πλέον εργαλεία ΤΝ για να πείσουν ή να επηρεάσουν τους πολίτες.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός του Μπενιαμίν Νετανιάχου, που αποτελείται από υπερεθνικιστικά και θρησκευτικά κόμματα, «πέφτει» στις δημοσκοπήσεις, αλλά παραμένει ενωμένος. Οι σύμμαχοί του έχουν επενδύσει εδώ και χρόνια σε εκλογική τεχνολογία και διαθέτουν εξελιγμένες βάσεις δεδομένων, στις οποίες ανταλλάσσονται πληροφορίες για ψηφοφόρους.


Τα τελευταία τρία χρόνια, εξάλλου, η ισραηλινή κυβέρνηση έχει δαπανήσει μεγάλα ποσά για διαδικτυακές επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου, που απευθύνονται τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στη Δύση. Ορισμένα από τα ίδια εργαλεία χρησιμοποιούνται πλέον στο εσωτερικό.

Ο Αϊζενκοτ ίδρυσε το κόμμα Γιάσαρ μόλις πριν από έναν χρόνο. Η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη, αλλά ομάδες που πρωτοστάτησαν στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, με ισχυρή παρουσία ανθρώπων από τον χώρο της τεχνολογίας, στηρίζουν την προσπάθειά της. «Πρέπει να πολεμήσουμε τη φωτιά με φωτιά», λένε ορισμένοι από τους ανθρώπους αυτούς.


Ο Economist περιγράφει ένα νέο είδος ψηφιακής προεκλογικής δράσης. Ισραηλινές εταιρείες τεχνολογίας έχουν δημιουργήσει bots που εμφανίζονται στο διαδίκτυο ως πραγματικοί ψηφοφόροι. Μπορούν να συμμετέχουν σε διαδικτυακές συζητήσεις, ακόμη και να ψηφίζουν σε online δημοσκοπήσεις, δημιουργώντας στη συνέχεια ειδήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τους αναποφάσιστους.

Τα πιο εξελιγμένα συστήματα διαθέτουν πραγματικούς αριθμούς τηλεφώνου και πιστωτικές κάρτες. Μπορούν να εκφράζουν σύνθετες απόψεις και να εισχωρούν σε ομάδες, ιδιαίτερα στο WhatsApp. Παράλληλα, chatbot μπορούν να συνομιλούν με ψηφοφόρους και να συλλέγουν πληροφορίες για τις προτιμήσεις τους. Τα δεδομένα αυτά συνδυάζονται με εμπορικές πληροφορίες, όπως αγορές και ιστορικό αναζητήσεων, ώστε να δημιουργείται λεπτομερές προφίλ κάθε ψηφοφόρου.


Η Τεχίλα Σβαρτς-Αλτσουλερ, ειδική σε θέματα δικαίου και τεχνολογίας στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας του Ισραήλ, μιλάει για μια «κρυφή αυτοματοποίηση της πειθούς». Η ΤΝ μπορεί να συλλέγει κάθε ψηφιακό ίχνος, εξηγεί στον Εconomist: τι βλέπει κάποιος, τι ακούει, τι αναζητά, ακόμη και πού βρίσκεται. Στη συνέχεια μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες για εξατομικευμένες διαφημίσεις, μηνύματα ή τηλεφωνικές κλήσεις που ακούγονται απολύτως φυσικές. Ο Economist αναφέρει ότι δημοσιογράφος του δέχθηκε μια τέτοια κλήση και χρειάστηκε να περάσουν μερικές προτάσεις μέχρι να καταλάβει ότι συνομιλούσε με ΤΝ.

Οι πολιτικοί αναμένουν ότι οι νεότεροι Ισραηλινοί θα αρχίσουν να ρωτούν chatbot ποιον να ψηφίσουν. Ο Νιρ Ρόζεν της FakeReporter προειδοποιεί ότι δίκτυα μη αυθεντικών χρηστών δημιουργούν ήδη ψηφιακά «περιουσιακά στοιχεία» με στόχο να επηρεάσουν τους αλγόριθμους αναζήτησης και τα chatbot. Σε αυτά περιλαμβάνονται ψεύτικες συνεντεύξεις αναμεμειγμένες με πραγματικές πληροφορίες. Τα κόμματα σπεύδουν να δημοσιεύσουν περιεχόμενο στις πλατφόρμες από τις οποίες αντλούν πληροφορίες τα chatbot.

Ποιος θα σταματήσει αυτή τη διαδικασία δεν είναι ακόμη σαφές. Ο Economist σημειώνει ότι η υπηρεσία ασφαλείας Σιν Μπετ φαίνεται να ενδιαφέρεται κυρίως για την αποτροπή ξένης παρέμβασης, ενώ η Εθνική Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας δεν έχει αναλάβει σχετική πρωτοβουλία. Ετσι, μεγάλο μέρος της ευθύνης πέφτει στην αστυνομία και στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένους πόρους και εξουσίες.

Η Εκλογική Επιτροπή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις και πρόστιμα, αλλά το ισχυρότερο εργαλείο της είναι οι σχέσεις της με τις μεγάλες διαδικτυακές εταιρείες, οι οποίες συνήθως αποσύρουν προβληματικό περιεχόμενο όταν τους επισημαίνεται. Το πρόβλημα είναι ο χρόνος. Την ημέρα των εκλογών, παρατηρεί ο Economist, μπορεί να είναι ήδη αργά.

Τα δεδομένα που συλλέγονται χρησιμοποιούνται και για την κινητοποίηση των ψηφοφόρων. Η γνώση του ποιος είναι πιθανό να ψηφίσει ένα κόμμα και ποιος όχι μπορεί να αξιοποιηθεί μέχρι την τελευταία στιγμή. Οι μη υποστηρικτές ενός κόμματος, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να δεχθούν προσφορές που θα τους απομακρύνουν από το εκλογικό τους τμήμα ή ακόμη και ψευδείς πληροφορίες για επεισόδια κοντά στην κάλπη.

Ο Economist επισημαίνει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο και ο πρόεδρος της Εκλογικής Επιτροπής αποφάσισαν πως οι κομματικοί παρατηρητές στα εκλογικά τμήματα δεν μπορούν να ενημερώνουν τους αρχηγούς τους για το ποιος ψήφισε. Μέχρι πρόσφατα αυτό επιτρεπόταν και αποτελούσε σημαντικό εργαλείο παρακολούθησης των ψηφοφόρων.

Ο γενικός διευθυντής της Εκλογικής Επιτροπής, Ντιν Λίβνε, αναγνωρίζει ότι υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και τη λογοκρισία. Προς το παρόν δεν θεωρεί ότι χρειάζεται παρέμβαση στους μηχανισμούς ΤΝ. Ομως, όπως δείχνει η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η τεχνολογία, αυτή η απάντηση μπορεί σύντομα να μην είναι αρκετή.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-04 11:48:00

Δείτε και αυτό !
Close
Back to top button