
Ευρωπαϊκή άμυνα: Το «σύνδρομο της Στοκχόλμης»
Μπορεί άραγε η Ευρώπη να αποκτήσει πραγματικά κοινή άμυνα; Και, ακόμη πιο δύσκολα, τη θέλουν πράγματι οι Ευρωπαίοι — τόσο οι πολίτες όσο και οι ηγέτες τους; Τα ερωτήματα επιστρέφουν ξανά και ξανά, κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα κρίση ασφαλείας.
Μόνο που σήμερα η συζήτηση δεν γίνεται σε θεωρητικό επίπεδο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, η Κίνα και η αβέβαιη σχέση με την Ουάσιγκτον πιέζουν την Ευρώπη να αποφασίσει αν θέλει να παραμείνει μια ένωση κρατών με ξεχωριστές στρατηγικές ή να αποκτήσει πραγματικά κοινή αμυντική ισχύ.
Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θέτει ο Τζανλούκα Μερκούρι σε ανάλυσή του στην Corriere della Sera. Και η λέξη-κλειδί είναι μία: «κοινή». Γιατί από το αν η Ευρώπη μπορεί να μοιραστεί όχι μόνο στρατιωτικά μέσα αλλά και τις πολιτικές αποφάσεις που τα καθοδηγούν θα εξαρτηθεί, σύμφωνα με τον Μερκούρι, το είδος της Ευρώπης που υπάρχει και που θα υπάρξει στο μέλλον.
Η παλιά αντίφαση
Από τις απαρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις: η Ευρώπη όπου κάθε χώρα κινείται μόνη της και η Ευρώπη που λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο.
Η κοινή άμυνα είχε ήδη σκοντάψει στις γαλλικές καχυποψίες απέναντι στη Γερμανία και η «κόντρα» αυτή μεταφέρθηκε για δεκαετίες στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ακόμη και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση περιέχει, όπως επισημαίνει ο Μερκούρι, δύο διατάξεις που μοιάζουν σαφείς αλλά στην πράξη αλληλοαναιρούνται.
Από τη μία πλευρά, το Αρθρο 4 αναγνωρίζει ότι η εθνική ασφάλεια παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα κάθε κράτους-μέλους. Από την άλλη, το Αρθρο 42 μιλά για σταδιακή διαμόρφωση μιας κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινή άμυνα, εφόσον το αποφασίσει ομόφωνα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη έχει εδώ και χρόνια έναν στόχο, αλλά όχι πάντα τα μέσα και κυρίως την πολιτική βούληση για να τον κάνει πράξη. Σήμερα, η ιστορική αυτή εκκρεμότητα συναντά μια ιδιαίτερα ταραχώδη συγκυρία. Ο Μερκούρι περιγράφει μια Ευρώπη που αισθάνεται ότι πιέζεται τόσο από έξω —από τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Βλαντίμιρ Πούτιν και την Κίνα— όσο και από μέσα, από τις εθνικιστικές δυνάμεις που αμφισβητούν την ίδια την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Και έτσι, η κοινή άμυνα βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά από εμπόδια.
Ποιος κάνει τελικά κουμάντο;
Το πρώτο είναι η ίδια η πολυπλοκότητα των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση διαθέτει Υπατη Εκπρόσωπο για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, τη μέχρι πρότινος πρωθυπουργό της Εσθονίας Κάγια Κάλας. Την ίδια ώρα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει ενισχύσει τον δικό της ρόλο στη χάραξη κοινής στρατηγικής.
Υπάρχει επίσης επίτροπος Αμυνας, ο πρώην πρωθυπουργός της Λιθουανίας Αντριους Κουμπίλιους, αλλά και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Αμυνας, που ιδρύθηκε το 2004 για να βοηθήσει τα κράτη-μέλη να εκσυγχρονίσουν και να συντονίσουν τον εξοπλισμό τους.
Η εικόνα μοιάζει με ένα ευρωπαϊκό παζλ όπου υπάρχουν πολλά κομμάτια, αλλά δεν είναι ακόμη σαφές ποιος είναι υπεύθυνος για να το λύσει. Μάλιστα, βρίσκεται στο τραπέζι ακόμη και η αναδιάρθρωση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, της διπλωματικής υπηρεσίας της ΕΕ που διευθύνεται από την Κάλας. Η Γαλλία αντιδρά, υποστηρίζοντας ότι ο ρόλος της Υπατης Εκπροσώπου θα πρέπει αντίθετα να ενισχυθεί, μεταξύ άλλων στην εμπορική και αμυντική βιομηχανική πολιτική.
Τα 800 δισεκατομμύρια δεν αρκούν
Το δεύτερο και πιο κρίσιμο ζήτημα είναι ο επανεξοπλισμός.
Ο πυρήνας του σχεδιασμού είναι το Readiness 2030, το ευρωπαϊκό σχέδιο που προβλέπει την κινητοποίηση έως και 800 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, μαζί με το χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ομως τα χρήματα δεν μεταφράζονται αυτόματα σε στρατιωτική ικανότητα. Οπως είχε μεταδώσει το Reuters, έκθεση που ζητήθηκε από τα κράτη-μέλη και εκπονήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Αμυνας διαπιστώνει ότι τα σημερινά σχέδια δεν φαίνεται να καλύπτουν τα κενά στην αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, στις χερσαίες δυνάμεις, στο ναυτικό, στα αποθέματα πυρομαχικών και στα drones.
Το συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα σαφές: χρειάζονται πολύ μεγαλύτερα βήματα και σε πολύ ταχύτερο ρυθμό, ώστε η Ευρώπη να είναι επιχειρησιακά έτοιμη έως το 2030. Η ίδια έκθεση αναγνωρίζει ότι έχει σημειωθεί πρωτοφανής πρόοδος στις αμυντικές δαπάνες, στην ανάπτυξη δυνατοτήτων και στην παραγωγική βάση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Ωστόσο, οι σημερινές επενδύσεις δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε «εργαλεία» που μπορούν να αναπτυχθούν, να διατηρηθούν και να επιχειρήσουν αποτελεσματικά από κοινού.
Και οι αριθμοί το δείχνουν. Οι αμυντικές δαπάνες έφτασαν το 2,2% του ΑΕΠ το 2025, με πρόβλεψη για 2,4% το 2026, ενώ οι επενδύσεις σε εξοπλισμό και συνολικές δυνατότητες έφτασαν τα 134 δισεκατομμύρια ευρώ πέρυσι.
Γιατί, λοιπόν, δεν αρκούν; Η απάντηση είναι κυρίως πολιτική.
Ολοι θέλουν άμυνα, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο
Στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει την κοινή γνώμη που αντιμετωπίζει τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες ως χρήματα που αφαιρούνται από την κοινωνική πολιτική. Και ακόμη κι όταν υπάρχει περιθώριο για περισσότερες δαπάνες, η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται από τις διαφωνίες μεταξύ των κρατών.
Οπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Καρέτα στο «Mattinale europeo», ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός εξακολουθεί να γίνεται κυρίως σε εθνικό επίπεδο. Παρά τα κίνητρα της Κομισιόν για κοινές προμήθειες, οι υπουργοί Αμυνας και οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες εξακολουθούν να επικεντρώνονται σε ορισμένα οπλικά συστήματα που οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν έχουν δείξει ότι είναι πλέον ξεπερασμένα.
Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη παραγωγική ικανότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και ο ανταγωνισμός με τον πολιτικό τομέα για πρώτες ύλες και εξαρτήματα αυξάνουν το κόστος. Ετσι, η Ευρώπη δαπανά περισσότερα, αλλά δεν αποκτά απαραίτητα με την ίδια ταχύτητα αυτό που χρειάζεται.
Ο καθένας για τον εαυτό του
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις επιλογές εξοπλισμού. Η γαλλική πρόταση για «ευρωπαϊκή προτίμηση» στις αμυντικές προμήθειες απορρίφθηκε, καθώς αρκετές χώρες φοβήθηκαν ότι πίσω από την ευρωπαϊκή προτίμηση κρυβόταν στην πραγματικότητα μια γαλλική προτίμηση.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας. Θα μπορούσε να συμμετάσχει στο γαλλοϊταλικό πρόγραμμα SAMP/T, το ευρωπαϊκό σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας που συχνά συγκρίνεται με τους αμερικανικούς Patriot. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στο πλαίσιο της European Sky Shield Initiative, της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για αντιπυραυλική και αντιαεροπορική προστασία, στην οποία έχουν ενταχθεί 24 ευρωπαϊκές χώρες.
Για τον Μερκούρι, αυτή η επιλογή αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: πόσο ισχυροί παραμένουν οι στρατηγικοί δεσμοί της Ευρώπης με τις ΗΠΑ και πόσο δύσκολο είναι για τις ευρωπαϊκές χώρες να κινηθούν χωρίς την αμερικανική ομπρέλα.
Η Ευρώπη και ο Τραμπ
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι βλέπει την Ευρώπη με όρους που απέχουν από την παραδοσιακή λογική της διατλαντικής συνεργασίας. Στην ανάλυση της Corriere della Sera, ο Μερκούρι περιγράφει μια αμερικανική προσέγγιση που αντιμετωπίζει την ΕΕ περισσότερο ως ανταγωνιστικό οικονομικό και πολιτικό μπλοκ παρά ως έναν αυτονόητο εταίρο.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο ΝΑΤΟ και στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Ο δημοσιογράφος Κρίστιαν Σπίλμαν το συνοψίζει χαρακτηριστικά: για μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων, η άμυνα της Ευρώπης παραμένει αποστολή του ΝΑΤΟ και κανείς δεν θέλει να συγκρουστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες την ώρα που η Ουάσιγκτον απομακρύνεται από την Ευρώπη.
Ετσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση: η Ευρώπη συζητά για στρατηγική αυτονομία, την ώρα που δυσκολεύεται να απαλλαγεί από την ανάγκη αμερικανικής προστασίας. Αυτό είναι το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» που χρησιμοποιεί ο Μερκούρι ως μεταφορά για τη σχέση Ευρώπης και ΗΠΑ.
Η ελληνική και η ιταλική αντίφαση στη θάλασσα
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη πιο πρακτική διάσταση στην αποστολή «Ασπίδες», την ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση που προστατεύει τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα. Η Ιταλία ζήτησε πρόσφατα ενίσχυση της αποστολής, στην οποία συμμετέχουν ιταλικό και ελληνικό πλοίο. Μόνο το Βέλγιο και η Ολλανδία δήλωσαν διαθέσιμες να στείλουν από ένα πλοίο.
Η αντίδραση της Ρώμης ήταν έντονη: αν η Ευρώπη δεν μπορεί να βοηθήσει, τότε η Ιταλία θα πρέπει να κινηθεί μόνη της. Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με τον Μερκούρι, ο πυρήνας του προβλήματος: δεν μπορείς να ζητάς μια Ευρώπη που θα αντιδρά γρήγορα σε μια κρίση, αν προηγουμένως δεν έχεις επενδύσει στην οικοδόμησή της. Η Ευρώπη πρέπει πρώτα να δημιουργήσει την κοινή άμυνα και μετά να περιμένει ότι θα λειτουργήσει όταν τη χρειαστεί.
Μια Ευρώπη με περισσότερες ταχύτητες
Υπάρχει όμως διέξοδος; Η πρόταση που προκύπτει από την ανάλυση της Corriere della Sera είναι μια Ευρώπη πιο ευέλικτη, στην οποία δεν χρειάζεται απαραίτητα να συμμετέχουν όλοι σε όλα.
Η λογική θα μπορούσε να είναι αυτή της συνεργασίας «με όσους θέλουν και με όσους μπορούν». Παράδειγμα αποτελεί η «Συμμαχία των Προθύμων» για την Ουκρανία, ενώ προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να κινηθεί και το προτεινόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας.
Νέα σχήματα συνεργασίας θα μπορούσαν να ανοίγουν σταδιακά και σε χώρες όπως ο Καναδάς, η Νορβηγία, η Ουκρανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, επιτρέποντας ταχύτερη αντίδραση απέναντι σε κρίσεις και απειλές.
Για τον Μερκούρι, η στρατιωτική ενοποίηση, την οποία επιβάλλουν πλέον οι ίδιες οι εξελίξεις, θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει και σε μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο αν η Ευρώπη χρειάζεται κοινή άμυνα. Είναι αν μπορεί να αποφασίσει να την οικοδομήσει πριν μια νέα κρίση την αναγκάσει να διαπιστώσει, για ακόμη μία φορά, ότι δεν την έχει.
Γιατί μια Ευρώπη με τριάντα περίπου κυρίαρχα κράτη μπορεί να παραμένει πολιτικά εντυπωσιακή. Οταν όμως κανένα από αυτά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του τις νέες απειλές, η κυριαρχία χωρίς κοινή ισχύ κινδυνεύει να γίνει απλώς ένας άλλος τρόπος για να παραμένουν όλοι μόνοι.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-04 11:02:00
