
Ιός Δυτικού Νείλου: Μια απειλή που δεν είναι πλέον περιστασιακή
Η φετινή περίοδος μετάδοσης του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα καταγράφεται ως μία από τις σοβαρότερες των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 2026 είχαν καταγραφεί 290 εγχώρια κρούσματα και 24 θάνατοι, με 199 από αυτά να παρουσιάζουν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση). Μέσα σε μία μόλις εβδομάδα καταγράφηκαν 58 νέα κρούσματα και πέντε θάνατοι, ενώ όλοι οι θάνατοι αφορούσαν ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών, με διάμεση ηλικία τα 85 έτη. Η χώρα μας, μαζί με την Ιταλία, βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής επιδημιολογικής εικόνας, με τη μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά του ιού στην Ευρώπη.
Ο ιός του Δυτικού Νείλου δεν αποτελεί πλέον μια περιστασιακή καλοκαιρινή απειλή. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Πέτρος Λυγοξυγκάκης, στο Πρακτορείο FM και στην Τάνια Μαντουβάλου, οι ψεκασμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για την αντιμετώπιση της επιδημίας. Αποτελούν σημαντικό μέτρο, αλλά απαιτείται παράλληλα συνεχής επιτήρηση των πληθυσμών των κουνουπιών και των εστιών αναπαραγωγής τους. Ο καθηγητής τονίζει ότι η καταπολέμηση πρέπει να ξεκινά μήνες πριν από την εμφάνιση του πρώτου ανθρώπινου κρούσματος, με τον εντοπισμό των περιοχών όπου μπορούν να αναπαραχθούν τα κουνούπια. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει η συστηματική παρακολούθηση των εντόμων που ήδη πραγματοποιείται στην Ελλάδα, καθώς μπορεί να δείξει πότε και πού αυξάνεται ο κίνδυνος.
Ο ίδιος επισημαίνει επίσης ότι χρειάζεται να διερευνηθεί αν ο ιός έχει καταστεί ενδημικός στη χώρα μας. Αυτό μπορεί να φανεί μέσα από επιδημιολογικές μελέτες και την αναζήτηση αντισωμάτων στον πληθυσμό. Η κλιματική αλλαγή, με τους ήπιους χειμώνες και τα παρατεταμένα καλοκαίρια, συμβάλλει στην επέκταση των μολυσμένων πληθυσμών κουνουπιών, ενώ κρούσματα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ακόμη και στη Γερμανία, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα κουνούπια έχουν επεκταθεί πέρα από τη Νότια Ευρώπη. Όσον αφορά την πραγματική έκταση της διασποράς του ιού, ο κ. Λυγοξυγκάκης εξηγεί ότι τα σοβαρά περιστατικά που φτάνουν στο νοσοκομείο αντιστοιχούν σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών λοιμώξεων. Με δεδομένο ότι περίπου το 80% των λοιμώξεων είναι ασυμπτωματικές και λιγότερο από 1% εξελίσσεται σε σοβαρή νόσο με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, τα καταγεγραμμένα περιστατικά αποτελούν, όπως χαρακτηριστικά λέει, «την κορυφή ενός πολύ μεγάλου παγόβουνου» . Αυτό σημαίνει ότι ο πραγματικός αριθμός των μολύνσεων είναι πολλαπλάσιος των κρουσμάτων που δηλώνονται.
Το γεγονός ότι όλοι οι θάνατοι αφορούν ασθενείς άνω των 65 ετών δεν είναι τυχαίο. Ο μηχανισμός της ανοσολογικής γήρανσης εξηγεί αυτή την ευαισθησία. Όπως αναφέρει ο κ. Λυγοξυγκάκης, «όσο μεγαλώνουμε δεν ανανεώνονται τα κύτταρα που είναι υπεύθυνα για την αντιμετώπιση ιικών ασθενειών. Γι’ αυτό και οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι είναι πιο ευαίσθητοι όχι μόνο στον ιό του Δυτικού Νείλου, αλλά σε όλες τις ιώσεις». Η ανοσογήρανση (immunosenescence) χαρακτηρίζεται από μειωμένη παραγωγή Τ-κυττάρων, εξασθένηση της ανοσολογικής μνήμης και χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή (inflammaging), παράγοντες που συλλογικά μειώνουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά νέες λοιμώξεις.
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι να περάσουμε από την απλή καταγραφή των κρουσμάτων στην πρόβλεψη της επιδημίας. Μαθηματικά μοντέλα θα μπορούσαν να συνδυάζουν δεδομένα για τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις, τα στάσιμα νερά, τον πληθυσμό των κουνουπιών, την παρουσία του ιού στα ίδια τα κουνούπια, τα προηγούμενα κρούσματα, την ανοσία του πληθυσμού και τις πιθανές δεξαμενές του ιού, όπως τα πτηνά. Ένα τέτοιο ολοκληρωμένο σύστημα θα μπορούσε να δείχνει ποιες περιοχές είναι περισσότερο ευάλωτες σε έξαρση και να επιτρέπει την έγκαιρη παρέμβαση – δηλαδή την πρόληψη της νόσου πριν αυτή εκδηλωθεί στον άνθρωπο. Τα μαθηματικά μοντέλα δείχνουν μάλιστα ότι το 2026 ενδέχεται να αποτελέσει χρονιά-ρεκόρ ως προς τον αριθμό των κρουσμάτων, ξεπερνώντας τα επίπεδα του 2018.
Στο θεραπευτικό πεδίο, τα δεδομένα παραμένουν περιορισμένα. Σήμερα δεν υπάρχει ειδικό φάρμακο που να μπορεί να χορηγηθεί έγκαιρα και να αποτρέψει την εξέλιξη της λοίμωξης σε εγκεφαλίτιδα, ενώ δεν υπάρχει ούτε διαθέσιμο εμβόλιο για τον γενικό πληθυσμό. Η ανάπτυξη εμβολίου είναι δύσκολη, καθώς ο ιός εμφανίζεται σποραδικά και απρόβλεπτα. Ωστόσο, ο καθηγητής εμφανίζεται αισιόδοξος: «Τώρα με την τεχνολογία mRNA νομίζω ότι έχουμε ένα πολύ πιο προηγμένο εργαλείο στη διάθεσή μας, πολύ πιο αποτελεσματικό από τις προηγούμενες προσπάθειες, το οποίο θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός εμβολίου με υψηλή προστατευτική ικανότητα».
Μέχρι να υπάρξουν αποτελεσματικότερα συστήματα πρόβλεψης, η ατομική προστασία παραμένει κρίσιμη. Οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι και όσοι έχουν υποκείμενα νοσήματα, θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα όπως η χρήση εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών, η τοποθέτηση σητών σε παράθυρα και πόρτες, η απομάκρυνση στάσιμου νερού από γλάστρες και δοχεία, και η χρήση κατάλληλων ρούχων κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες. Παράλληλα, οι γιατροί και οι ασθενείς θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στη ρύθμιση των κλασικών καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου – όπως η χοληστερίνη, η αρτηριακή πίεση και το σάκχαρο – ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει και η διακοπή του καπνίσματος. Η πρόληψη, όπως τονίζει ο καθηγητής, δεν αποτελεί απλώς ατομική υπόθεση, αλλά απαιτεί την οργανωμένη παρέμβαση του συστήματος υγείας.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-14 11:23:00
