Ελλάδα

Tέμπη: Συγκλονίζουν οι καταθέσεις συγγενών και επιζώντων

Η μάχη του Γεράσιμου Γεωργιάδη, που παραμένει σε κώμα μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, ο καθημερινός Γολγοθάς της οικογένειάς του και οι εφιαλτικές μνήμες των επιζώντων βρέθηκαν στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης του δικαστηρίου.

Συγγενείς θυμάτων και επιβάτες που κατάφεραν να βγουν ζωντανοί από τα συντρίμμια περιέγραψαν όσα έζησαν τη νύχτα της σύγκρουσης, αλλά και τις πληγές που εξακολουθούν να κουβαλούν, ζητώντας δικαιοσύνη και απαντήσεις.

Μια μητέρα που περιμένει καθημερινά μια θετική εξέλιξη για το παιδί της, οικογένειες που αναζητούν δικαίωση και επιζώντες που εξακολουθούν να ζουν με τον φόβο και τις εικόνες της καταστροφής συνέθεσαν το σκηνικό μιας ιδιαίτερα φορτισμένης ακροαματικής διαδικασίας στη δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.

Από τις πλέον συγκλονιστικές καταθέσεις ήταν εκείνη της Παναγιώτας Καλατζή, μητέρας του πολυτραυματία Γεράσιμου Γεωργιάδη, ο οποίος παραμένει σε κώμα από τη νύχτα της σύγκρουσης.


«Η πρόγνωση είναι πάρα πολύ φτωχή. Ούτε οι γιατροί δεν μπορούν να ξέρουν πώς θα εξελιχθεί. Η ζωή μου όλη κρέμεται από τα χείλη ενός γιατρού. Πλέον το νοσοκομείο είναι το σπίτι μας», ανέφερε, περιγράφοντας την καθημερινότητα της οικογένειάς της.

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η περιγραφή της για τη σοβαρότητα του τραυματισμού του γιου της στο κεφάλι. «Οι γιατροί μάς είπαν ότι ήταν σαν να έσκασε πυρηνική βόμβα στο κεφάλι του. Ήταν η έκρηξη, αυτό που διέλυσε το κεφάλι του», κατέθεσε.


Σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της κατάθεσής της, η Παναγιώτα Καλατζή έδειξε στο δικαστήριο μια φωτογραφία του Γεράσιμου, θέλοντας να μιλήσει για τον άνθρωπο που ήταν πριν από το δυστύχημα. «Σε αυτή τη φωτογραφία ταυτίζεται η ψυχή του. Ενα καλό, ευγενέστατο παιδί. Ήταν ένα υγιέστατο κύτταρο της κοινωνίας», είπε.

Η μητέρα του Γεράσιμου δεν περιορίστηκε στην περιγραφή της κατάστασης της υγείας του. Έθεσε και το ερώτημα που τη βασανίζει μέσα στην καθημερινή αγωνία της. «Μέσα σε όλα αυτά έχω μια απορία. Πώς ζουν οι υπαίτιοι αυτής της τραγωδίας; Πώς συνεχίζουν την καθημερινότητά τους; Θα ήθελα να συγκρίνω αυτή τη ζωή τους με τη δική μας καθημερινότητα».


Ζήτησε την απόδοση δικαιοσύνης και την παραδειγματική τιμωρία όσων κριθούν υπεύθυνοι, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα η δικαστική διαδικασία να αποτελέσει αφετηρία ουσιαστικών αλλαγών «για να αποφύγουμε μια νέα τραγωδία στο μέλλον».

Στο δικαστήριο κατέθεσε και ο Γεώργιος Κωττάς, αδελφός του Βασίλειου Κωττά, ο οποίος αναφέρθηκε στις συνθήκες που οδήγησαν στην τραγωδία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην απουσία φωτοσήμανσης στο σιδηροδρομικό δίκτυο. «Δεν ήταν ένα ατύχημα, ήταν έγκλημα», υποστήριξε, εκφράζοντας τη δική του θέση για όσα συνέβησαν.

Ακολούθησαν οι καταθέσεις του πατέρα και του αδελφού της Σοφίας Ταχμαζίδου.

Ο πατέρας της, απευθυνόμενος στην πρόεδρο του δικαστηρίου, αποτύπωσε με λίγες λέξεις το βάρος που αποδίδει η οικογένειά του στη δικαστική κρίση. «Κυρία πρόεδρε, για εμάς, εσείς τώρα είστε οι Θεοί. Έχουμε τη ζωή μας στα χέρια σας», είπε.

Οι επιζώντες του τρίτου βαγονιού: «Αυτό που ζήσαμε δεν πρόκειται να φύγει από μέσα μας»

Η  συνεδρίαση της Τρίτης ολοκληρώθηκε με τις καταθέσεις επιζώντων που επέβαιναν στο τρίτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας, καθώς και μιας εργαζόμενης που βρισκόταν στα πίσω βαγόνια τη στιγμή της σύγκρουσης.

Οι μάρτυρες περιέγραψαν τα δευτερόλεπτα του δυστυχήματος, την αγωνιώδη προσπάθειά τους να εγκαταλείψουν το βαγόνι που είχε πάρει κλίση και τις επιπτώσεις που εξακολουθούν να βιώνουν, κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο.

Ανάμεσά τους η Μαρία Λαζαρίδου, η οποία ταξίδευε μαζί με τη μητέρα της και το μόλις έξι μηνών παιδί της. «Αυτό που ζήσαμε δεν πρόκειται να φύγει από μέσα μας. Ειδικά το πρώτο διάστημα ήταν πολύ δύσκολο. Σε οποιαδήποτε λακκούβα, σε οποιαδήποτε στροφή, τα απότομα φρεναρίσματα, όλα αυτά ξυπνούσαν αυτό που ζήσαμε», κατέθεσε.

Όπως εξήγησε, οι εικόνες της σύγκρουσης εξακολουθούν να επιστρέφουν στη μνήμη της, ακόμη και στον ύπνο της. «Ακόμα και σήμερα επανέρχονται αυτές οι εικόνες ξανά και ξανά. Το βράδυ ξαναέβλεπα τις ίδιες σκηνές. Ξαναζούσα ότι έχασα το μωρό μου».

Η συναισθηματική φόρτιση ήταν τέτοια, ώστε η μάρτυρας αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά την κατάθεσή της.

«Κατά τύχη γλίτωσα – Άκουγα ουρλιαχτά και ανθρώπους να προσπαθούν να σωθούν»

Στο ίδιο βαγόνι ταξίδευαν η Zagrida Plasa με τα δύο ανήλικα παιδιά της και ο Αναστάσιος Κουμπούρης, ο οποίος περιέγραψε πώς μια τυχαία επιλογή εκείνο το βράδυ ενδέχεται να του έσωσε τη ζωή.

«Ήταν ίσως η πρώτη και η τελευταία φορά που δεν έκατσα στο κυλικείο. Κατά τύχη γλίτωσα», ανέφερε.

Ο ίδιος θυμάται αποσπασματικά την προσπάθεια διαφυγής του από το κατεστραμμένο τρένο. «Νόμιζα θα πεθάνω. Αμυδρά θυμάμαι να βγαίνει κάποιος από ένα παράθυρο και τον ακολούθησα. Πηδήξαμε από εκεί στο χωράφι. Το πρώτο που αντίκρισα ήταν το δεύτερο βαγόνι που καιγόταν. Άκουγα ουρλιαχτά, άτομα να προσπαθούν να σωθούν».

Οι στιγμές που ακολούθησαν, όπως κατέθεσε, σημάδεψαν τη ζωή του. «Μετά από αυτό, είναι όλα πολύ δύσκολα. Νιώθω αρκετά πιο αδύναμος από εκείνη την ημέρα και μετά», είπε.

Ανάμεσα στις μνήμες που έχουν μείνει ανεξίτηλες είναι και η μυρωδιά του «καμένου σιδήρου», την οποία εξακολουθεί να συνδέει με τη νύχτα της τραγωδίας.

Ο κ. Κουμπούρης αναφέρθηκε επίσης στις εικόνες που αντίκρισε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, όπου έφταναν διαρκώς τραυματίες από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ συγγενείς αναζητούσαν με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπως εξομολογήθηκε, άρχισε να αισθάνεται ενοχές επειδή ο ίδιος είχε καταφέρει να επιζήσει.

«Φώναζα τα ονόματα των παιδιών μου για να δω αν ήταν καλά»

Τις δραματικές στιγμές που έζησε μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά της περιέγραψε και η Zagrida Plasa.  «Όταν έγινε η σύγκρουση, αυτό που νιώσαμε ήταν ένα δυνατό τίναγμα για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πέσαμε όλοι μπροστά και γύρισε το βαγόνι μας. Εγώ χτύπησα στο τραπεζάκι», κατέθεσε.

Αμέσως μετά επικράτησε απόλυτο σκοτάδι, με τους επιβάτες να προσπαθούν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. «Ξεκινήσανε οι τσιρίδες, οι φωνές και ήταν σαν να βλέπαμε τον θάνατο με τα μάτια μας. Νόμιζα ότι μπορεί να πέφταμε σε γκρεμό».

Μέσα στον πανικό, η μοναδική της σκέψη ήταν να διαπιστώσει αν τα παιδιά της ήταν ζωντανά και ασφαλή. «Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν απλώς να γλιτώσουν τα παιδιά μου. Φώναζα τα ονόματά τους, για να δω αν ήταν καλά», είπε.

Η μάρτυρας περιέγραψε την αγωνιώδη προσπάθεια διαφυγής από το βαγόνι, υπό τον φόβο ότι η φωτιά θα έφτανε μέχρι το σημείο όπου βρίσκονταν. Όμως, όπως εξήγησε, η έξοδος από το τρένο δεν σήμανε και το τέλος της δοκιμασίας.

«Από εκεί και πέρα ξεκινάει άλλος Γολγοθάς. Κάθε θόρυβος, κάθε απότομη κίνηση, είναι ο φόβος και ο τρόμος. Φοβάμαι τα πάντα», ανέφερε, περιγράφοντας τον αντίκτυπο που εξακολουθεί να έχει το δυστύχημα στην καθημερινότητά της.

Στο δικαστήριο κατέθεσε και η Χρυσάνθη Κρεβάικα, η οποία εργαζόταν εκείνο το βράδυ ως καθαρίστρια στην επιβατική αμαξοστοιχία. Η περιγραφή της για τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν σύντομη αλλά χαρακτηριστική της σφοδρότητας του χτυπήματος. «Άκουσα ένα μπαμ και εκτινάχθηκα στη μέση του τρένου», ανέφερε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος παρουσιάζει και ένα ακόμη στοιχείο που προέκυψε κατά τη  διαδικασία.

Σε σχετική ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου, κανένας από τους μάρτυρες δεν ανέφερε ότι η επιβατική αμαξοστοιχία πραγματοποίησε στάση μετά την αναχώρησή της από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας και πριν από τη μοιραία σύγκρουση στα Τέμπη.

Οι μαρτυρίες αυτές προστίθενται στο υλικό που εξετάζεται στο πλαίσιο της δικαστικής διερεύνησης της τραγωδίας.

Η δίκη συνεχίζεται την Τετάρτη (14/10), με τις καταθέσεις της οικογένειας του Ντένις Ρούτσι.

 

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-13 17:15:00

Back to top button