Οικονομία

DBRS: Πρωταθλήτριες Ευρώπης στη μείωση κόστους κινδύνου οι ελληνικές τράπεζες

Οι ελληνικές τράπεζες εμφάνισαν τη μεγαλύτερη μείωση του κόστους κινδύνου (CoR) από το 2024 ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού δείγματος της Morningstar DBRS. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν μαζί με τις ισπανικές στις υψηλότερες θέσεις σε απόλυτο επίπεδο. Αυτό καταγράφει νέα έκθεση του οίκου αξιολόγησης για 53 ευρωπαϊκές τράπεζες, με στοιχεία α’ εξαμήνου 2026.

Σύμφωνα με τα γραφήματα της έκθεσης, το μέσο κόστος κινδύνου των τεσσάρων συστημικών τραπεζών υποχώρησε περίπου στις 55 μονάδες βάσης στο α’ εξάμηνο του 2026, σε ετησιοποιημένη βάση. Ήταν περίπου 74 μ.β. το 2025 και περίπου 90 μ.β. το 2024. Η μείωση φτάνει τις 35 μ.β. σε σχέση με το 2024 και τις 19 μ.β. σε σχέση με το 2025. Και στις δύο συγκρίσεις η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη βελτίωση στην Ευρώπη.

Η DBRS εντάσσει την Ελλάδα στην ομάδα του ευρωπαϊκού Νότου, μαζί με την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Οι τράπεζες αυτών των χωρών συνεχίζουν να καταγράφουν τις μεγαλύτερες μειώσεις στις προβλέψεις, μια τάση που ξεκίνησε το 2022. Ωστόσο, σημειώνει ο οίκος, σε συνολικό επίπεδο οι ελληνικές και οι ισπανικές τράπεζες εξακολουθούν να έχουν το υψηλότερο κόστος κινδύνου στο δείγμα. Ακολουθούν οι βρετανικές και οι γαλλικές. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στις 25 μ.β. στο εξάμηνο, από 30 μ.β. το 2025.

Η εικόνα ανά τράπεζα

Στα στοιχεία ανά τράπεζα, τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση εμφανίζει η Alpha Bank. Το κόστος κινδύνου της υποχώρησε περίπου στις 63 μ.β., από περίπου 112 μ.β. το 2025 και πάνω από 140 μ.β. το 2024. Η Τράπεζα Πειραιώς κινήθηκε περίπου στις 51 μ.β., από περίπου 79 μ.β. το 2025. Η Eurobank βρέθηκε περίπου στις 61 μ.β., από περίπου 78 μ.β.

Η Εθνική Τράπεζα έχει το χαμηλότερο κόστος κινδύνου από τις τέσσερις, περίπου 43 μ.β. Είναι όμως η μόνη που εμφανίζει άνοδο σε σχέση με το 2025, όταν είχε υποχωρήσει περίπου στις 25 μ.β. Παραμένει πάντως χαμηλότερα από το 2024, όταν ήταν περίπου 57 μ.β.

Ανθεκτικότητα παρά τα υψηλά επιτόκια

Η DBRS εκτιμά ότι η επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού που αναμενόταν από την απότομη αύξηση των επιτοκίων δεν υλοποιήθηκε. Αυτό ισχύει και για την περίοδο που το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ ήταν στο 4% (Σεπτέμβριος 2023 – Ιούνιος 2024) και για το 18μηνο που ακολούθησε. Αυτό είναι το διάστημα όπου, σε προηγούμενους κύκλους, εμφανιζόταν συνήθως πιστωτική πίεση.

Ο οίκος αποδίδει την ανθεκτικότητα σε έναν συνδυασμό παραγόντων:

– Τα χρόνια εξυγίανσης ισολογισμών και απομόχλευσης.
– Τα αυστηρότερα πιστοδοτικά κριτήρια.
– Το ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο.
– Τις αυξημένες αποταμιεύσεις μετά την πανδημία.
– Τις ανθεκτικές αγορές εργασίας.

Σημειώνει επίσης ότι οι πιέσεις μετά το 2022 περιορίστηκαν σε συγκεκριμένους τομείς, όπως τα εμπορικά ακίνητα και ορισμένους υπερμοχλευμένους δανειολήπτες. Δεν επεκτάθηκαν οριζόντια στα στεγαστικά, τις ΜμΕ και τα εταιρικά χαρτοφυλάκια.

Το τεστ των επόμενων 12–18 μηνών

Η εικόνα όμως αλλάζει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Περισσότερες από τις μισές τράπεζες του δείγματος (29 από τις 53) ανέφεραν υψηλότερο κόστος κινδύνου στο εξάμηνο σε σχέση με το 2025. Μόνο έξι κατέγραψαν καθαρές αντιστροφές προβλέψεων.

Κατά τη DBRS, η άνοδος οφείλεται εν μέρει σε επικαιροποιήσεις μοντέλων και σε πρόσθετες προβλέψεις εκτός μοντέλων (post-model adjustments). Αυτές λαμβάνουν υπόψη τη σύγκρουση με το Ιράν, την άνοδο των τιμών ενέργειας και τις πληθωριστικές πιέσεις. Η απόκλιση μεταξύ περιοχών διευρύνεται: ο Νότος βελτιώνεται, ενώ ο Βορράς και ο «πυρήνας» (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) καταγράφουν σταδιακές αυξήσεις, αν και από χαμηλά επίπεδα.

Ο οίκος αναμένει μέτρια αύξηση του κόστους κινδύνου τους επόμενους 12–18 μήνες, καθώς η ΕΚΤ έχει ξαναρχίσει τη νομισματική σύσφιξη και δεν αποκλείονται νέες αυξήσεις επιτοκίων. Το βασικό μακροοικονομικό σενάριο της DBRS προβλέπει χλιαρή αλλά ανθεκτική ανάπτυξη και σταθερή ανεργία στην Ευρώπη το 2026–27. Οι κίνδυνοι, ωστόσο, γέρνουν προς τα κάτω λόγω πιθανών παρατεταμένων διαταραχών στην ενεργειακή τροφοδοσία από τη Μέση Ανατολή.

Το διάστημα αυτό, καταλήγει η έκθεση, θα δείξει αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μειώσει διαρθρωτικά το κόστος κινδύνου «διά μέσου του κύκλου» ή αν η επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων απλώς καθυστερεί. Σε κάθε περίπτωση, η DBRS εκτιμά ότι οι τράπεζες είναι σε θέση να απορροφήσουν μια ενδεχόμενη ομαλοποίηση, με στήριξη από την ισχυρή κεφαλαιακή θέση, τη ρευστότητα και την κερδοφορία τους.




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-20 12:48:00

Back to top button