Οικονομία

Γιατί δανειζόμαστε φθηνότερα από τη Γαλλία;

Πριν από τις διαδηλώσεις και τις καταστροφές του Σαββατοκύριακου (17-18/10) στη Γαλλία, η προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές κάλπες του Απριλίου διεξαγόταν με το πρόβλημα του χρέους και των ελλειμμάτων στο επίκεντρο της συζήτησης. Μετά τα γεγονότα, ο συνδυασμός της βίας με τα δημοσιονομικά προβλήματα θύμισε σε πολλούς όσα βιώσαμε στην Ελλάδα την περασμένη δεκαετία. Υπάρχουν όμως ουσιαστικές διαφορές.

Η Γαλλία βρίσκεται εδώ και εβδομάδες στο «μάτι» των αγορών οι οποίες ασκούν έντονη πίεση στα ομόλογά της. Η ανησυχία αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους με δεδομένο ότι η χώρα έχει διανύσει πάνω από μισό αιώνα χωρίς δημοσιονομικό πλεόνασμα —το τελευταίο καταγράφηκε το 1974— ενώ το 2025 το έλλειμμα έφτασε στο 5,1% του ΑΕΠ.

Γιατί δεν ήταν πρόβλημα τα ελλείμματα στο παρελθόν; Η απάντηση είναι ότι χάρη στη σταθερή ανάπτυξη και στο γεγονός ότι επί χρόνια τα επιτόκια ήταν σχεδόν μηδενικά, το γαλλικό χρέος, παρότι υψηλό, παρέμενε διαχειρίσιμο. Σήμερα, ωστόσο, ο δανεισμός γίνεται με υψηλά επιτόκια και οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους έχουν αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών του κράτους, ξεπερνώντας αυτές για την εκπαίδευση και την Αμυνα.

Παράλληλα, μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, το χρέος της Γαλλίας αυξήθηκε σημαντικά. Από το 98% του ΑΕΠ το 2019, πριν από την πανδημία, έφτασε στο 114% το 2020 και σήμερα στα 3,6 τρισ. ευρώ ή στο 119% του ΑΕΠ.


Εν μέσω παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης και αναταραχής στην Ευρώπη, η Ελλάδα παραμένει προς το παρόν εκτός κάδρου. Την Τρίτη (20/10) η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της Γαλλίας ήταν 4,93%, ενώ της Ελλάδας 4,39%.

Πώς εξηγείται αυτή η διαφορά; Καταρχάς, το βέβαιο είναι τόσο το μέγεθος όσο και η δυναμική μιας βιομηχανικής χώρας όπως η Γαλλία δεν μπορούν να συγκριθούν με τα δικά μας δεδομένα.


Εχοντας υπόψη αυτή την πραγματικότητα, ας τα πάρουμε με τη σειρά:

♦ Το χρέος. Οπως εξηγούν αναλυτές, μεγάλο ρόλο για τις αγορές παίζει η κατεύθυνση του χρέους και όχι μόνο το ύψος του. Το γαλλικό χρέος αυξήθηκε από 112,6% του ΑΕΠ το 2024 σε 115,7% το 2025 και στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 έφτασε στο 119% του ΑΕΠ, σε επίπεδο που δεν έχει καταγραφεί από το 1946, όταν η Γαλλία προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.


Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά αυτό υποχωρεί γρήγορα. Το ΔΝΤ παραδέχθηκε μάλιστα τον Οκτώβριο ότι το ελληνικό χρέος μειώνεται ταχύτερα από τις προβλέψεις του: Από 146,6% το 2025 εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 136% του ΑΕΠ το 2026, στο 128,7% το 2027 και στο 111,1% το 2031.

♦ Η δομή του χρέους. Η χώρα μας προστατεύεται και από τις σημαντικές αλλαγές στη δομή του χρέους αρχής γενομένης με το PSI το 2012. Διαγράφηκαν τότε 106 δισ. ευρώ από το σύνολο του δημοσίου χρέους, το οποίο ήταν 368 δισ. ευρώ (177% του ΑΕΠ). Στη συνέχεια και σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις που ακολούθησαν, μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους οφείλεται από τη χώρα μας στον λεγόμενο «επίσημο τομέα», κατά κύριο λόγο στους ευρωπαίους πιστωτές, με μεγάλες διάρκειες και σχετικά χαμηλά επιτόκια. Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ταμειακό απόθεμα, το λεγόμενο «μαξιλάρι», το οποίο επίσης λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στις αγορές.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Γαλλία που συγκεντρώνει σήμερα τα «πυρά» των αγορών χρειάζεται πολύ μεγαλύτερες εκδόσεις ομολόγων και αντικαθιστά σταδιακά παλαιό, φθηνό χρέος με ακριβότερο.

Με άλλα λόγια, η χώρα μας βλέπει τώρα τα οφέλη από τους ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας των μνημονίων, οι οποίοι βέβαια προσφέρθηκαν ως αντάλλαγμα σκληρών δημοσιονομικών μέτρων με μεγάλο κοινωνικό κόστος.

Δημοσιονομικά – μεταρρυθμίσεις. Κατά την περίοδο των μνημονίων η Ελλάδα αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές στο Ασφαλιστικό με μειώσεις συντάξεων και αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, σε μεγάλες μειώσεις μισθών στο μισθολόγιο του Δημοσίου, περιορισμούς προσλήψεων, συγχωνεύσεις φορέων, αυξήσεις φόρων και πολλά ακόμη μέτρα με βαρύ κοινωνικό και οικονομικό κόστος.

Σήμερα η γαλλική κυβέρνηση καλείται να περιορίσει τα ελλείμματα, την ώρα που στους δρόμους οι διαδηλωτές απαιτούν περισσότερα χρήματα για σχολεία, νοσοκομεία και συντάξεις. Εν μέσω ταραχών και καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου, είναι προφανές ότι κάθε απόπειρα δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι μια δύσκολη άσκηση. Κι αυτό είναι κάτι που το παρακολουθούν και οι αγορές. Με άλλα λόγια, κοστολογούν και τον κίνδυνο να μην περάσουν ή να ανατραπούν οι αλλαγές που απαιτούνται για να μειωθεί το γαλλικό έλλειμμα.

Ο λόγος που σήμερα δανειζόμαστε φθηνότερα από μια πολύ ισχυρότερη οικονομία σχετίζεται σαφώς με το τίμημα που κατέβαλε η χώρα μας με τη λήψη σκληρών μέτρων κατά τη δεκαετία των μνημονίων. Τα οποία οδήγησαν σε διαδοχικά πλεονάσματα επί σειρά ετών πριν και μετά την πανδημία, που επηρέασε όλες τις χώρες.

Διαφορετική αντιμετώπιση

Βεβαίως, ουδείς εκ των διεθνών αναλυτών αναμένει ότι οι γάλλοι πολίτες θα κληθούν να καταβάλουν ένα αντίστοιχο τίμημα με αυτό που κατέβαλαν οι Ελληνες με τα μέτρα των μνημονίων. Η Γαλλία είναι πολύ μεγάλη για να αφεθεί να χρεοκοπήσει (too big to fail), κάτι που δεν ίσχυσε ποτέ για την Ελλάδα, όπως το είδαμε ξεκάθαρα και το καλοκαίρι του 2015.

Είναι προφανές ότι δεν θα δούμε ποτέ τη Γαλλία σε μνημόνιο. Αναλυτές εκτιμούν πως αν το Παρίσι καταφέρει να μειώσει τις δαπάνες και να περιορίσει το έλλειμμα, τότε οι αγορές θα αντιδράσουν θετικά. Το ερώτημα είναι αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό προ των εκλογών, λαμβάνοντας υπόψη και την κοινωνική ένταση που είδαμε στους δρόμους τις τελευταίες μέρες.

Ωστόσο, πολλοί εκτιμούν πως ακόμη και στο χειρότερο σενάριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αναγκαστεί να παρέμβει για να σώσει την κατάσταση. Υπενθυμίζεται ότι το 2022, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ένα έκτακτο εργαλείο αγοράς ομολόγων που ονομάστηκε TPI, Transmission Protection Instrument (Εργαλείο Προστασίας από τη Μετάδοση), το οποίο της δίνει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει εκτάκτως στη δευτερογενή αγορά ομολόγων και να αγοράζει χωρίς κανέναν περιορισμό ομόλογα των οποίων η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε συστημικό κίνδυνο.

Η ΕΚΤ μπορεί να απαιτήσει από τη Γαλλία κάποια μέτρα περιορισμού του ελλείμματος ώστε να δεχθεί να χρησιμοποιήσει αυτό το υπερόπλο, αλλά δεν θα έχουν καμία σχέση με αυτά που έλαβε η Ελλάδα με τα μνημόνια. Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωτράπεζα δεν έχει πάψει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και έχει ήδη μπει «σε λειτουργία αντιμετώπισης κρίσης», ώστε αν χρειαστεί, να παρέμβει.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-20 13:01:00

Back to top button