Οικονομία

Πρόστιμα Εφορίας: Πώς οι φορολογούμενοι μπορούν να κερδίσουν έκπτωση έως 50%

Εως και 50% μπορούν να μειώσουν τα πρόστιμα που προκύπτουν από φορολογικό έλεγχο οι φορολογούμενοι, εφόσον επιλέξουν να αποδεχθούν την κύρια οφειλή και κινηθούν εγκαίρως.

Ο χρόνος κατά τον οποίο κλείνει η φορολογική εκκρεμότητα αποκτά έτσι καθοριστική σημασία, καθώς η έκπτωση περιορίζεται όσο η υπόθεση προχωρά από τον έλεγχο προς τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και, τελικά, στα διοικητικά δικαστήρια.

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει τέσσερα διαδοχικά στάδια αποδοχής των αποτελεσμάτων του ελέγχου, με τις εκπτώσεις να διαμορφώνονται σε 50%, 40%, 30% και 25%. Η διαδικασία πραγματοποιείται ηλεκτρονικά μέσω της ειδικής υπηρεσίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για τη Δήλωση Αποδοχής Πράξεων Ελέγχου.

Για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, η επιλογή του κατάλληλου χρονικού σημείου μπορεί να έχει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο. Βασική προϋπόθεση είναι η αποδοχή της κύριας οφειλής και η τήρηση των προθεσμιών και των όρων πληρωμής.


Η μεγαλύτερη έκπτωση στο αρχικό στάδιο

Η μέγιστη έκπτωση, ύψους 50%, παρέχεται όταν ο φορολογούμενος αποδεχθεί τα αποτελέσματα του ελέγχου στο αρχικό στάδιο, πριν από την οριστικοποίηση του καταλογισμού.

Σε αυτό το σημείο ο ελεγχόμενος έχει ενημερωθεί για τα ευρήματα της φορολογικής διοίκησης, αλλά η υπόθεση δεν έχει ακόμη προχωρήσει στην επόμενη φάση. Για μια μικρή επιχείρηση ή έναν αυτοαπασχολούμενο, η έγκαιρη αποδοχή μπορεί να περιορίσει σημαντικά το συνολικό ποσό που θα κληθεί να καταβάλει.


Η διαδικασία, ωστόσο, δεν αποτελεί απλή δήλωση πρόθεσης. Συνοδεύεται από συγκεκριμένες προθεσμίες και υποχρέωση εμπρόθεσμης καταβολής των ποσών που προβλέπονται.

Εάν ο φορολογούμενος δεν αποδεχθεί τα ευρήματα στο αρχικό στάδιο, έχει δεύτερη δυνατότητα να περιορίσει το πρόστιμο, με έκπτωση έως 40%, μετά την κοινοποίηση της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, τέλους ή εισφοράς.


Η επιλογή αυτή μπορεί να γίνει όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ).

Σε αυτή τη φάση ο φορολογούμενος γνωρίζει πλέον το ακριβές ποσό του καταλογισμού και μπορεί είτε να αμφισβητήσει την πράξη είτε να επιλέξει την αποδοχή της κύριας οφειλής και το κλείσιμο της υπόθεσης με μειωμένο πρόστιμο.

Η προσφυγή στη ΔΕΔ μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά, χωρίς δικαστικό κόστος, απαιτεί όμως προετοιμασία και τεκμηρίωση. Παράλληλα, η φορολογική διαφορά παραμένει ανοικτή έως την έκδοση απόφασης ή την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, οπότε επέρχεται σιωπηρή απόρριψη.

Ακόμη και στην περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει επιλέξει να προσφύγει στη ΔΕΔ και δεν δικαιωθεί, δεν χάνει κατ’ ανάγκη κάθε δυνατότητα συμβιβασμού.

Μετά την κοινοποίηση της απόφασης της ΔΕΔ ή σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης, μπορεί να αποδεχθεί τα αποτελέσματα του ελέγχου, εφόσον βρίσκεται ακόμη εντός της προθεσμίας για την άσκηση δικαστικής προσφυγής.

Σε αυτό το τρίτο στάδιο, η μείωση του προστίμου ανέρχεται σε 30%.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα περιθώριο αλλαγής πορείας: ο φορολογούμενος που αρχικά επέλεξε να αμφισβητήσει τον καταλογισμό μπορεί να κλείσει τελικά την υπόθεση χωρίς να συνεχίσει τη δικαστική αντιδικία.

Η τέταρτη και τελευταία δυνατότητα προβλέπει έκπτωση 25%, όταν η υπόθεση έχει πλέον οδηγηθεί στα διοικητικά δικαστήρια.

Η αποδοχή μπορεί να γίνει ακόμη και μέχρι την προηγουμένη ημέρα από την αρχικά ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης.

Έτσι, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να σταματήσει τη δικαστική διαμάχη ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο. Η έκπτωση είναι η μικρότερη από τις τέσσερις, αποτελεί όμως ένα τελευταίο περιθώριο για την οριστική διευθέτηση της φορολογικής διαφοράς.

Σε όλα τα στάδια, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ημερομηνίες. Η απώλεια της προβλεπόμενης προθεσμίας μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια και της αντίστοιχης έκπτωσης.

Για τον λόγο αυτό, η απόφαση για αποδοχή ή αμφισβήτηση μιας φορολογικής πράξης θα πρέπει να λαμβάνεται αφού υπολογιστούν το συνολικό ποσό της οφειλής, η δυνατότητα πληρωμής και τα περιθώρια επιτυχίας μιας ενδεχόμενης προσφυγής.

Κοινή προϋπόθεση για την κατοχύρωση της έκπτωσης είναι η καταβολή του 25% του οφειλόμενου ποσού μέσα σε τρεις ημέρες από την αποδοχή των αποτελεσμάτων του ελέγχου.

Το υπόλοιπο 75% μπορεί να εξοφληθεί μέσω της πάγιας ρύθμισης, σε έως και 12 δόσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται κανονικά το πρόγραμμα πληρωμών.

Η συνέπεια στις δόσεις είναι κρίσιμη, καθώς η απώλεια των όρων της διαδικασίας μπορεί να οδηγήσει και στην απώλεια της έκπτωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οφειλή μπορεί να επανέλθει στο αρχικό ύψος της, με συνυπολογισμό των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.

Η βασική λογική της ρύθμισης είναι επομένως σαφής: όσο νωρίτερα κλείσει η φορολογική υπόθεση, τόσο μεγαλύτερη είναι η έκπτωση στο πρόστιμο. Το σύστημα αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ταχύτερη διευθέτηση των φορολογικών διαφορών και στη μείωση των υποθέσεων που καταλήγουν στα δικαστήρια.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έχει αναφέρει ότι «ρόλος της Πολιτείας είναι να δίνει το χέρι και όχι να κουνάει το δάχτυλο στον πολίτη».

Ξεχωριστή διαδικασία η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης

Παράλληλα με τη διαδικασία του άρθρου 75, εξακολουθεί να λειτουργεί η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, για υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της.

Με τον νόμο που δημοσιεύθηκε στις 25 Ιουνίου 2026 προβλέφθηκαν νέες προθεσμίες για τη λειτουργία και την ολοκλήρωση των διαδικασιών της Επιτροπής, με τροποποίηση του άρθρου 16 του ν. 4714/2020.

Με βάση τον ν. 5313/2026, η σχετική αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά έως τις 30 Ιουνίου 2027 και αφορά υποθέσεις που εκκρεμούν, χωρίς να έχουν ακόμη συζητηθεί, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων έως τις 29 Ιουνίου 2027.

Η ίδια ρύθμιση καλύπτει και υποθέσεις που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον της Επιτροπής, ενώ προβλέπει δυνατότητα νέας αίτησης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως τυπική απόρριψη προηγούμενης αίτησης, ματαίωση υπόθεσης ή εμφάνιση νέων στοιχείων ή νομολογίας.

Η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, πάντως, δεν ταυτίζεται ούτε με τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ ούτε με την ηλεκτρονική δήλωση αποδοχής του άρθρου 75. Πρόκειται για διαφορετικούς μηχανισμούς, με διαφορετικό πεδίο εφαρμογής και διαφορετικές προϋποθέσεις.

Για τον φορολογούμενο, το κρίσιμο είναι να διαπιστώσει εγκαίρως ποια διαδικασία εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση και ποια προθεσμία βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, καθώς από αυτό μπορεί να εξαρτηθεί και το ύψος της τελικής επιβάρυνσης.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-03 10:28:00

Back to top button