
Βερολίνο: Πώς το Στεγαστικό έβγαλε δήμαρχο
Ενώ σε μεγάλο μέρος της Γερμανίας το ακροδεξιό AfD συνεχίζει να ενισχύεται, στο Βερολίνο η κάλπη έστειλε ένα διαφορετικό μήνυμα. Το Linke, το κόμμα της γερμανικής άκρας Αριστεράς που γεννήθηκε από τα συντρίμμια του κομμουνιστικού κόμματος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, κατέγραψε σχεδόν 26% και βρέθηκε στην πρώτη θέση. Για πρώτη φορά, μάλιστα, ανοίγει ο δρόμος ώστε το κόμμα να αναλάβει τον Δήμο της γερμανικής πρωτεύουσας, με την 45χρονη Ελίφ Εράλπ, κόρη τούρκων μεταναστών, να έχει ήδη χαρακτηριστεί «η Μαμντάνι της Γερμανίας».
Όπως εξηγεί στην Corriere della Sera η Έλενα Τεμπάνο, πίσω από την επιτυχία του Linke βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό ένα ζήτημα που αγγίζει πλέον την καθημερινότητα εκατομμυρίων κατοίκων: το κόστος ζωής. Και ειδικά το κόστος της στέγασης.
Το Βερολίνο εξακολουθεί να προσελκύει τουρίστες, εργαζόμενους από το εξωτερικό και νέους ανθρώπους από ολόκληρη την Ευρώπη. Όμως η πόλη που κάποτε ήταν γνωστή ως «φτωχή αλλά σέξι» έχει γίνει πλέον πολύ ακριβή για τους ίδιους τους κατοίκους της.
Η φράση ανήκει στον σοσιαλδημοκράτη πρώην δήμαρχο Κλάους Βοβεράιτ, ο οποίος το 2003 περιέγραφε έτσι το Βερολίνο. Τότε η εικόνα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Το νοίκι για ένα διαμέρισμα 70 τετραγωνικών μέτρων κόστιζε κατά μέσο όρο περίπου 330 ευρώ τον μήνα, χωρίς τα κοινόχρηστα. Η χαμηλή αυτή τιμή ήταν ένας από τους λόγους που η γερμανική πρωτεύουσα εξελίχθηκε σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της underground κουλτούρας: σχεδόν όλοι μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά να ζήσουν εκεί.
Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά. Σύμφωνα με ανάλυση των Berlin Hyp και CBRE για την αγορά κατοικίας του 2026, το ίδιο διαμέρισμα των 70 τετραγωνικών μέτρων κόστιζε σε ενοίκιο το 2025 περίπου 1.100 ευρώ τον μήνα, χωρίς τα έξοδα. Στις πιο κεντρικές περιοχές, μάλιστα, αυτό μπορεί να είναι το ποσό που απαιτείται πλέον για ένα μόνο δωμάτιο.
Η διαφορά μεταφράζεται σε σχεδόν 10.000 ευρώ περισσότερα τον χρόνο, χωρίς να υπολογίζονται οι αυξήσεις στο κόστος θέρμανσης των τελευταίων ετών. Η άνοδος των ενοικίων υπήρξε πολύ ταχύτερη από την αύξηση των μισθών και για πολλούς Βερολινέζους η κατοικία έχει μετατραπεί σε μείζον πρόβλημα. Το 85% του πληθυσμού της πόλης ζει σε νοικιασμένο σπίτι. Το «φτωχό αλλά σέξι» Βερολίνο μοιάζει πλέον να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα.
Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι η στέγαση βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας.
Η πρόταση για 220.000 κατοικίες
Το Linke κατέβηκε στις εκλογές με μια ριζοσπαστική πρόταση: την απαλλοτρίωση μεγάλων εταιρειών που διαχειρίζονται χιλιάδες διαμερίσματα και, κατ’ επέκταση, την «κοινωνικοποίηση» των κατοικιών τους.
Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Το 2021, ένα δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, που οργανώθηκε από ανεξάρτητη επιτροπή ενοικιαστών, είχε ζητήσει να περάσουν στη δημόσια ιδιοκτησία τα διαμερίσματα μεγάλων εταιρειών ακινήτων που διαθέτουν περισσότερες από 3.000 κατοικίες στη γερμανική πρωτεύουσα. Πρόκειται για μεγάλους ομίλους, συχνά εισηγμένους στο χρηματιστήριο, οι οποίοι λειτουργούν με κερδοσκοπικό σκοπό και έχουν ως βασική υποχρέωση απέναντι στους μετόχους τους την απόδοση κέρδους.
Για πολλούς Βερολινέζους, όμως, το δικαίωμα στη στέγαση πρέπει να προηγείται. Η αντίληψη αυτή συνδέεται και με την ιστορική εμπειρία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, καθώς περίπου το μισό σημερινό Βερολίνο ανήκε στο σοσιαλιστικό κράτος. Το Σύνταγμα της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας αναγνώριζε ρητά το δικαίωμα κάθε πολίτη σε κατοικία για τον ίδιο και την οικογένειά του, ενώ προέβλεπε κρατική μέριμνα για την κατασκευή, συντήρηση και δίκαιη κατανομή των κατοικιών.
Το δημοψήφισμα του 2021 είχε εγκριθεί με σχεδόν 58% των ψήφων.
Τότε, δήμαρχος του Βερολίνου ήταν σοσιαλδημοκράτισσα που αντιτασσόταν στις απαλλοτριώσεις, όπως και ο διάδοχός της, ο σημερινός δήμαρχος της CDU. Η ίδια είχε χαρακτηρίσει την πρόταση αντισυνταγματική και το 2022 είχε συσταθεί ειδική επιτροπή προκειμένου να εξεταστεί η νομιμότητά της.
Έναν χρόνο αργότερα, η επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Βερολίνο έχει τη δυνατότητα να απαλλοτριώνει κατοικίες και οικόπεδα για λόγους δημοσίου συμφέροντος, με βάση το άρθρο 15 του γερμανικού Συντάγματος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ιδιοκτήτες θα αποζημιώνονται.
Τώρα το Linke θέλει να προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Κατά την προεκλογική του εκστρατεία δεσμεύτηκε για την απαλλοτρίωση 220.000 διαμερισμάτων.
«Θα υπάρξουν συζητήσεις στον συνασπισμό με το SPD και τους Πράσινους. Υπάρχουν ήδη νόμοι που καθορίζουν τον τρόπο απαλλοτρίωσης των μεγάλων εταιρειών ακινήτων. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι τόσο αν μπορεί να γίνει, αλλά πόσο θα κοστίσει», δήλωσε στην Corriere della Sera ο Λουίτζι Παντισάνο, ιταλογερμανός πρόεδρος του Linke.
«Αυτό θα είναι το βασικό αντικείμενο της συζήτησης: ποιο ποσό πρέπει να προβλέψει το κράτος για τις κατοικίες που θέλουμε να αγοράσουμε ξανά; Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για παλιές κοινωνικές κατοικίες που στη συνέχεια πουλήθηκαν. Και φυσικά θα πρέπει να αποφασιστεί η αξία και το τίμημα που θα καταβληθεί για κάθε κατοικία. Κυκλοφορούν διαφορετικές εκτιμήσεις και το ζήτημα θα συζητηθεί τα επόμενα χρόνια», πρόσθεσε.
Ο Παντισάνο υπογραμμίζει πάντως ότι δεν πρόκειται για διαδικασία που μπορεί να ολοκληρωθεί από τη μια μέρα στην άλλη. «Χρειάζονται νόμοι, πρέπει στη συνέχεια να τεθούν σε ισχύ και πρόκειται για μια διαδικασία που θα διαρκέσει χρόνια. Το μήνυμα όμως από το Βερολίνο είναι σαφές: ειδικά οι άνθρωποι που ζουν στις πόλεις θέλουν από την πολιτική να μειώσει το εξαιρετικά υψηλό κόστος της κατοικίας. Στη Γερμανία, ο κόσμος δουλεύει τον μισό μήνα μόνο και μόνο για να πληρώσει το ενοίκιο».
Το μεγάλο ερώτημα: πόσο θα κοστίσουν οι απαλλοτριώσεις;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η καρδιά της αντιπαράθεσης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν το κράτος μπορεί να πάρει τις κατοικίες από τους μεγάλους ιδιοκτήτες, αλλά κυρίως πόσα θα πρέπει να τους καταβάλει.
Το Linke χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνικοποίηση», επειδή υποστηρίζει ότι έτσι οι αποζημιώσεις θα μπορούσαν να είναι χαμηλότερες από την αγοραία αξία των ακινήτων. Σύμφωνα με το ιταλικό δημοσίευμα και τα στοιχεία που επικαλείται η γερμανική ιστοσελίδα T-Online, ειδική επιτροπή εκτιμά ότι το κόστος μιας τέτοιας διαδικασίας θα μπορούσε να κυμανθεί από 3,7 έως 25,6 δισ. ευρώ.
Αντίθετα, μια απαλλοτρίωση με αποζημίωση στην αγοραία αξία θα μπορούσε, σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο του Βερολίνου, να φτάσει έως και τα 42 δισ. ευρώ.
Η διαφορά είναι τεράστια και έχει άμεσες συνέπειες και για τα ενοίκια. Σε περίπτωση αποζημίωσης στην αγοραία αξία, το Δημόσιο θα χρειαζόταν, σύμφωνα με το T-Online, να αυξήσει τα ενοίκια προκειμένου να αντισταθμίσει το κόστος της απαλλοτρίωσης στον κρατικό προϋπολογισμό. Αντίθετα, σε ένα μοντέλο κοινωνικοποίησης με αποζημιώσεις χαμηλότερες από την αγοραία αξία, θα υπήρχε περιθώριο για μειώσεις ενοικίων.
Ωστόσο, το Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποιεί ότι μια τέτοια διαδικασία δεν θα ήταν νομικά απολύτως ασφαλής και, κατά συνέπεια, το τελικό κόστος θα ήταν δύσκολο να υπολογιστεί.
Η κυβέρνηση Μερτς και το πολιτικό παράδοξο
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, στην οποία συμμετέχουν οι συντηρητικοί της CDU/CSU και οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD, ανακοίνωσε την πρόθεση της να προωθήσει νόμο που θα απαγορεύει απαλλοτριώσεις όπως αυτές που ζητήθηκαν μέσω του δημοψηφίσματος του Βερολίνου και από το Linke.
Η κίνηση αυτή ανοίγει ένα νέο πολιτικό μέτωπο. Το Linke θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι προεκλογικές του δεσμεύσεις δεν μπορούν να υλοποιηθούν εξαιτίας των παραδοσιακών κομμάτων. Την ίδια ώρα, όμως, η ίδια η προεκλογική του εκστρατεία έχει ήδη πετύχει κάτι σημαντικό: να μετατρέψει το δικαίωμα στη στέγαση σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής συζήτησης στη γερμανική πρωτεύουσα.
Και για να καταλάβει κανείς τη σημασία αυτής της εξέλιξης, αρκεί μια ματιά στην Ιταλία, και ειδικότερα στο Μιλάνο.
Η πόλη κυβερνάται εδώ και 15 χρόνια από την Κεντροαριστερά και αντιμετωπίζει επίσης σοβαρή στεγαστική κρίση. Η δημοτική αρχή του δημάρχου Μπέπε Σάλα έχει επικρίνει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που, όπως υποστηρίζει, δυσκολεύουν την κατασκευή νέων κατοικιών. Παράλληλα, στελέχη της διοίκησης βρέθηκαν στο επίκεντρο ποινικών ερευνών με αντικείμενο καταγγελίες ότι βοήθησαν εταιρείες ακινήτων να παρακάμψουν τους σχετικούς κανόνες — κατηγορίες που σε μεγάλο βαθμό δεν επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια.
Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει: μεγάλο μέρος των νέων κατοικιών αφορά ακίνητα υψηλού κόστους, συχνά απρόσιτα για τη μεσαία τάξη. Και μέχρι σήμερα, όπως αναδεικνύει η Corriere della Sera, η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να αναζητά μια ουσιαστική πολιτική απάντηση.
Το Βερολίνο δείχνει ότι το ζήτημα της κατοικίας μπορεί να ξεπεράσει τα όρια μιας ακόμη προεκλογικής υπόσχεσης και να μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό αίτημα. Από το άλλοτε «φτωχό αλλά σέξι» Βερολίνο μέχρι τη σημερινή πόλη των πανάκριβων ενοικίων, η μάχη για ένα προσιτό σπίτι έχει γίνει πλέον μάχη για το ίδιο το μοντέλο της πόλης.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-22 14:15:00
