Αθλητικά

Ιστορίες με τον Μίλτον Βιέρα

Υπήρξε ο πρώτος ξένος «μουντιαλικός» ποδοσφαιριστής που ήρθε να παίξει μπάλα στα μέρη μας, έξι χρόνια μετά τις εμφανίσεις του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας (1966). Ενας πληθωρικός χαφ που έμεινε αξέχαστος σε όσους είχαν την τύχη να τον απολαύσουν στο γήπεδο, ο οποίος δίδαξε στο ελληνικό ποδόσφαιρο τι θα πει παίκτης – «πολυεργαλείο». Μέγας τεχνίτης και, ταυτοχρόνως, φοβερός μαχητής. Συχνά, υπέρμετρα σκληρός – κλασικός Ουρουγουανός. Με το ζωνάρι του πάντα λυμένο για καβγά και το μυαλό στην «πλάκα».

Ο Μίλτον Βιέρα, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών, άφησε εποχή στα ελληνικά γήπεδα των ‘70s. Αγαπήθηκε με τις φανέλες δύο από τους μεγαλυτέρους συλλόγους της χώρας, του Ολυμπιακού και της ΑΕΚ, κατακτώντας τρόπαια και με τους δύο. Στο σύνολο, πέντε τίτλους πρωταθλήματος και τρία Κύπελλα Ελλάδας. Οι αντίπαλοι οπαδοί τον μισούσαν. Μάλλον, ζήλευαν που δεν τον είχαν στη δική τους ομάδα.

Θα έκανε τα πάντα για τη νίκη, θεμιτά και αθέμιτα. Επίσης, του άρεσε να προκαλεί. Εκείνη την εποχή που δεν είχαν… εφευρεθεί ακόμη οι καθυστερήσεις, συχνά υποκρινόταν τον τραυματία όταν το ματς πλησίαζε προς τη λήξη του και ήταν προς όφελος της ομάδας του να ροκανίσει το χρόνο. Με την πρώτη ευκαιρία έπεφτε κάτω σφαδάζοντας, δήθεν, από τον πόνο. «Φύγετε, ρε μαλάκες, θέατρο παίζω», έλεγε σε συμπαίκτες του που έτρεχαν ανήσυχοι κοντά του. Αλλες φορές «κολλούσε» την μπάλα στο σημαιάκι του κόρνερ και την προστάτευε με το σώμα του – κανείς δεν μπορούσε να του την πάρει χωρίς να του κάνει φάουλ. Ηταν χαρακτηριστική του αυτή η συνήθεια, κάτι σαν πατέντα του.

Λάτρευε να επιδεικνύει την υψηλή του τεχνική. Οταν δεν το έκανε την ώρα του αγώνα ντριμπλάροντας έναν αντίπαλο ξανά και ξανά για να τον ταπεινώσει, τοποθετούσε πάνω στο παπούτσι του ένα κέρμα και με μια κίνηση του ποδιού του το έστελνε ακριβώς εκεί που είχε πει: σε ένα κουτάκι, ή σε κάποια τσέπη εμβρόντητου θεατή. Τα τυχερά παιδάκια που παρακολουθούσαν τα ματς δίπλα από τον αγωνιστικό χώρο, τα ball-boys της εποχής, τον περικύκλωναν πριν από τους αγώνες για να διασκεδάσουν με τα «μαγικά» του.


Ακόμη και σήμερα, οι ποδοσφαιριστές που μπορούν να παίξουν σε όλες τις θέσεις της μεσαίας γραμμής («εξάρια», «οκτάρια», ή «δεκάρια») είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Ο Βιέρα ήταν απ’ όλα. Είχε εξαιρετική ντρίμπλα, καλή πάσα, εξυπνάδα, ορμή, και σου έπαιρνε την μπάλα από τα πόδια χωρίς να το καταλάβεις. Μόνο στην ταχύτητα υστερούσε κάπως, αλλά η εκπληκτική του ικανότητα να «διαβάζει» τις φάσεις και να βρίσκεται πάντα στο σωστό σημείο, αντιστάθμιζε αυτό το μειονέκτημα. Ηταν και σχετικά κοντός. Οταν οι ομάδες παρατάσσονταν σε δύο σειρές για να φωτογραφηθούν πριν από τους αγώνες, εκείνος στεκόταν στην πίσω, στις μύτες των παπουτσιών του. Θα μπορούσε να είναι μπροστά, καθιστός, αλλά ο σκοπός του δεν ήταν μόνο να φαίνεται ψηλότερος. Ηθελε να κάνει «πλάκα» στους συμπαίκτες του.

Στα 20 του χρόνια υπήρξε το νεαρότερο μέλος της εθνικής ομάδας της Ουρουγουάης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Στο ντεμπούτο του, εναντίον της οικοδέσποινας του τουρνουά, του είχε ανατεθεί η επιτήρηση του ηγέτη της Αγγλίας, του διάσημου Μπόμπι Τσάρλτον. Ηταν ο μόνος αγώνας στον οποίο ο «άσος» της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δεν κατάφερε να διακριθεί. Ο μόνος, που η παγκόσμια πρωταθλήτρια εκείνης της χρονιάς δεν μπόρεσε να κερδίσει (0-0). Στο βιβλίο «1966: And not all that», το οποίο κυκλοφόρησε το 2016 με αφορμή τα 50 χρόνια από τον θρίαμβο των «Τριών Λιονταριών», ο Βιέρα αναφέρεται ονομαστικά σε δύο σημεία. «Εντυπωσιάζει τις κατάμεστες εξέδρες με μια φινετσάτη ντρίμπλα», γράφει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Λεονάρντο Χάμπερκορν, στο ένα. Και στο άλλο, «ανακόπτει άλλη μια επίθεση των Αγγλων με ένα φάουλ που ξεσήκωσε σχεδόν όλους τους θεατές εναντίον του.



Πότε καλλιτέχνης και πότε αδίστακτος πολεμιστής. Αυτά ήταν τα δύο -αντιφατικά- πρόσωπα του Ουρουγουανού, που ήρθε στην Ελλάδα, σε ηλικία 26 ετών, επειδή ο ιστορικός πρόεδρος του Ολυμπιακού, Νίκος Γουλανδρής, ήταν πρόθυμος να πληρώσει όσο – όσο για να φτιάξει μια σπουδαία ομάδα. Αλλά και γιατί, όταν ο Βιέρα κίνησε για την Ευρώπη έπειτα από μια σπουδαία καριέρα στη Νασιονάλ, την Μπόκα Τζούνιορς και την Πενιαρόλ, τα μεγάλα club της Ισπανίας και της Ιταλίας (που ήταν οι πρώτες του επιλογές) είχαν καλύψει τις δύο θέσεις ξένων παικτών που επέτρεπαν, τότε, οι κανονισμοί.

Μαζί του, το καλοκαίρι του 1972, ήρθε και ο Χούλιο Λοσάντα. Εγιναν, και οι δύο, σύνθημα στα χείλη των οπαδών. «Αέρα, αέρα, έρχεται ο Βιέρα» και «Στην μπάντα, στην μπάντα, περνάει ο Λοσάντα». Σπουδαίος και ο συμπατριώτης του (και συμπαίκτης του στην Πενιαρόλ), ο οποίος αγωνιζόταν ως δεξί εξτρέμ, αλλά ο «Μιλτούτσο» ήταν… το κάτι άλλο. Ο ίδιος έλεγε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι τη σεζόν 1973-1974 τα μισά γκολ του Ολυμπιακού είχαν προέλθει από δικές του πάσες. Η εξέδρα τον λάτρεψε. Ο πρωτότοκος γιος του, Μαξιμιλιάνο, που γεννήθηκε στην Ελλάδα, έγινε η μασκότ του «Καραϊσκάκη».


Στο διάστημα που αγωνιζόταν στον Ολυμπιακό, κλήθηκε και στη Μικτή Κόσμου, μαζί με τον Γιώργο Δεληκάρη. Στις 26 Μαρτίου 1975 έπαιξε δίπλα στον Πελέ, τον Κρόιφ, τον Εουσέμπιο, τον Ζαϊρζίνιο, τον Ριβέρα… Επιλέχθηκε για τη βασική ενδεκάδα και αντικαταστάθηκε στο β’ μέρος από τον Δεληκάρη. Αλλά η επόμενη σεζόν δεν πήγε τόσο καλά. Είχε να αντιμετωπίσει έναν σοβαρό τραυματισμό. Η διοίκηση του Ολυμπιακού πίστεψε πως δεν θα κατάφερνε να τον ξεπεράσει πλήρως, και αποφάσισε να μην του ανανεώσει το συμβόλαιο. Το καλοκαίρι του 1977 τον άφησε να φύγει ζητώντας του να μην πάει στον Παναθηναϊκό. Πήγε στην ΑΕΚ.

Εγινε ένας από τους πιο αγαπημένους παίκτες των «κιτρινόμαυρων» οπαδών. Αλλά και του Λουκά Μπάρλου, που του πρόσφερε ένα γενναιόδωρο συμβόλαιο. Ο Βιέρα εκτίμησε πολύ την ευκαιρία που του δόθηκε, να αποδείξει ότι δεν είχε «ξοφλήσει». Οταν γεννήθηκε ο μικρός του γιος, του έδωσε το όνομα του ιστορικού προέδρου της «Ενωσης». Στη Νέα Φιλαδέλφεια έκλεισε το ελληνικό του κεφάλαιο με απόλυτη επιτυχία, και το καλοκαίρι του 1979 επέστρεψε στη χώρα του. Επειτα από ένα σύντομο πέρασμα από την Μπέλα Βίστα, τερμάτισε την καριέρα του σε ηλικία 33 ετών.

Ο «καλά – καλά» (ήταν το άλλο του παρατσούκλι, επειδή έτσι απαντούσε σε όποιον τον ρωτούσε «τι κάνει») ήταν ένας ωραίος, χαμογελαστός τύπος. Αρκεί να μη γινόταν γύρω του κάποιος καβγάς. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό και να μείνει μακριά. Ιδίως στα ντέρμπι του Ολυμπιακού με τον Παναθηναϊκό. Σε κάνα δύο είχε αποχωρήσει από το γήπεδο με μαυρισμένο μάτι.

Είχε πάρει δίπλωμα προπονητή, όμως επέλεξε να συνεχίσει στο ποδόσφαιρο ως ατζέντης παικτών. Τα χρήματα που κέρδισε ως ποδοσφαιριστής ήταν πολλά για την εποχή, όμως όχι τόσα ώστε να μη χρειάζεται να ξαναδουλέψει. «Αν έπαιζα τώρα, θα ήμουν δισεκατομμυριούχος», είχε πει σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-22 14:33:00

Δείτε και αυτό !
Close
Back to top button