Κόσμος

Εφοπλιστές, λιμάνια και μεσάζοντες στο στόχαστρο της Ουάσινγκτον

Η εξαγγελία ενός «Economic D-Day» κατά του Ιράν θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένδειξη της απογοήτευσης ενός προέδρου που, καθώς βουλιάζει ολοένα βαθύτερα στον βάλτο ενός πολέμου που ο ίδιος εξαπέλυσε και αδυνατεί να κάμψει το καθεστώς της Τεχεράνης, στρέφεται εναντίον άλλων χωρών, προαναγγέλλοντας βαρύτατες κυρώσεις εναντίον όσων συνεχίσουν να έχουν οικονομικής φύσεως δοσοληψίες με ιρανικές οντότητες.

Και, δεδομένου ότι η Τεχεράνη βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα αυστηρότερες κυρώσεις εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία (το πρώτο πακέτο επιβλήθηκε από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του) η νέα του αυτή έκρηξη μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένδειξη αδυναμίας: πίσω από τις συνήθεις μεγαλοστομίες του –περί της «μεγαλύτερης προσπάθειας οικονομικής απομόνωσης στην Ιστορία» στην προκειμένη περίπτωση– διαφαίνεται μια αλλαγή πορείας που επιβεβαιώνει την εγκατάλειψη κάθε σκέψης για επανέναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Οπως παρατηρεί ο Μάσιμο Γκάτζι της ιταλικής Corriere della Sera, η προειδοποίηση προς τους συμμάχους ενδέχεται να υπαγορεύεται από τον φόβο ότι οι χώρες του Κόλπου –από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν– θα μπορούσαν να ήταν έτοιμες να αποδεχθούν συμβιβασμούς με τους όρους του Ιράν, προκειμένου να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ.

Οσο για την πιθανή έκβαση αυτής της νέας προσπάθειας των Αμερικανών να φέρουν το ιρανικό καθεστώς στα όριά του, ο ιταλός αναλυτής σημειώνει καταρχάς πως, γενικά, οι D-Day δεν βαίνουν καλώς για τον Ντόναλντ Τραμπ: η περυσινή, για παράδειγμα, «Liberation Day» των δασμών κατέληξε σε φιάσκο, με τον πρόεδρο να αναγκάζεται σε άτακτη υποχώρηση.


Ευρεία κινητοποίηση

Αυτή τη φορά, όμως, πέρα από τις οργισμένες αναρτήσεις του Τραμπ, η κινητοποίηση της αμερικανικής κυβέρνησης φαίνεται να είναι ευρείας κλίμακας. Σε σχετικές δηλώσεις και προειδοποιήσεις έχουν προβεί από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς ενώ σήμερα στις δύο το μεσημέρι (εννέα το βράδυ στην Ελλάδα) ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ πρόκειται να παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου για να παρουσιάσει όλες τις πτυχές της νέας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής εκστρατείας της Ουάσινγκτον κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ομως ο κύριος στόχος είναι ήδη σαφής: να πληγούν τα λιγότερο ή περισσότερο παράνομα δίκτυα μέσω των οποίων η Τεχεράνη καταφέρνει έως σήμερα να παρακάμπτει τις κυρώσεις, συνεχίζοντας να εξάγει πετρέλαιο και να εισπράττει, έτσι, πολύτιμα κεφάλαια σε συνάλλαγμα.


Οπως συνοψίζει ο αναλυτής της Corriere, αυτό σημαίνει ότι θα πληγούν οι κρίκοι μιας υπόγειας αλλά αποτελεσματικής εφοδιαστικής αλυσίδας: οι εφοπλιστές που προσφέρουν τα «σκιώδη» πλοία για τη μεταφορά του ιρανικού πετρελαίου, οι Αρχές που εξαφανίζουν αυτά τα δεξαμενόπλοια από τα νηολόγια, τα λιμάνια στα οποία προσορμίζονται, καθώς και οι διαχειριστές των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που επιτρέπουν στο Ιράν να εισπράττει συνάλλαγμα (συνήθως κινεζικά γουάν) για το πετρέλαιο που πουλά. Τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες της Δύσης απέχουν εδώ και χρόνια από τέτοιου είδους συναλλαγές.

Δεν αποκλείεται ακόμη και η κατάσχεση ιρανικών κεφαλαίων στο εξωτερικό, όμως στις ΗΠΑ υπάρχουν λίγα. Θα πρέπει, επομένως, να πειστούν άλλες χώρες, κυρίως ευρωπαϊκές, να κατασχέσουν όσα ιρανικά κεφάλαια είναι «παγωμένα» σε δικά τους ιδρύματα, το οποίο είναι κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση.


Θα μπορούσαν, όμως, όλα αυτά να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα; Πάντως οι αναλυτές που ειδικεύονται στις «σκιώδεις» αγορές αμφιβάλλουν: εδώ και χρόνια οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν όλη την τεχνολογική τους ισχύ για να εξαρθρώσουν αυτά τα εναλλακτικά δίκτυα διακίνησης πετρελαίου· όμως οι Ιρανοί αποδεικνύονται εξαιρετικά προσαρμοστικοί και ευρηματικοί, καταφέρνοντας να αποκαθιστούν τις εξαγωγές, απλώς αλλάζοντας πλοία, λιμάνια φορτοεκφόρτωσης και χρηματοπιστωτικούς μεσάζοντες. Οσες εταιρείες κατέληγαν στη μαύρη λίστα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών αντικαθίσταντο από νέες οντότητες που εμφανίζονταν από το πουθενά.

Ομως αυτή τη φορά, όπως διατείνονται στον Λευκό Οίκο, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά, καθώς, οι Αμερικανοί δεν θα περιοριστούν στο να κυνηγούν «εφοπλιστές που εξαφανίζονται από προσώπου γης»  –όπως το θέτει ο Μάσιμο Γκάτζι– αλλά θα διώκονται και οι χώρες που φιλοξενούν αυτές τις δραστηριότητες. «Τα πλοία-φαντάσματα μπορούν να εξαφανίζονται, οι κυβερνήσεις όμως όχι. Και η Ουάσινγκτον σκοπεύει να χτυπήσει σκληρά οποιονδήποτε εμπλέκεται», σχολιάζει.

Η πρόσφατη απειλή του Τραμπ, για παράδειγμα, ακόμα και να βομβαρδίσει έναν σύμμαχο, το Ομάν, εάν προβεί στη σύναψη χωριστών συμφωνιών με το Ιράν, ενδέχεται να εντάσσεται σε αυτή τη νέα σκληρή γραμμή. Και η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να διακόψουν όλες τις εμπορικές σχέσεις που διατηρούσαν έως σήμερα με το Ιράν δείχνει ότι οι απειλητικοί τόνοι ενδέχεται να έχουν αποτελέσματα, τουλάχιστον στον Κόλπο.

Ο κρίσιμος ρόλος της Κίνας

Ομως το ότι το Ιράν εξακολουθεί να αντιστέκεται στην αμερικανική ισχύ, οφείλεται κατά βάση στο πετρέλαιο που εξάγει –κυρίως στην Κίνα αλλά και στην Ινδία, την Τουρκία και άλλες χώρες– ενώ η Ρωσία συνδράμει το καθεστώς με τη δορυφορική τεχνολογία της και, πλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, παρέχοντάς του ακόμη και εκρηκτικά για τους πυραύλους του.

Είναι εύλογο να αμφιβάλλει κανείς ότι η Αμερική είναι πρόθυμη να έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση με «δύσκολες», όπως τις χαρακτηρίζει ο ιταλός δημοσιογράφος, χώρες, όπως η Τουρκία, η Ινδία και το Ιράκ. Την ίδια ώρα ο Τραμπ δεν φαίνεται διατεθειμένος να αρχίσει να επιδίδει τελεσίγραφα και στον πρώην φίλο του, τον Βλαντίμιρ Πούτιν (και ίσως να μη διαθέτει καν τα μέσα για να τον επηρεάσει).

Ομως είναι κυρίως η σχέση με την Κίνα που ενισχύει τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της επικείμενης αμερικανικής οικονομικής εκστρατείας κατά της Τεχεράνης. Το Πεκίνο είναι ο κύριος υποστηρικτής του Ιράν και σε οικονομικό και τεχνολογικό επίπεδο. Σημαίνει, άρα, αυτό, πως το επικείμενο τελεσίγραφο των ΗΠΑ θα απευθύνεται και προς την Κίνα;

Για τον Μπέσεντ, το D-Day ισχύει για όλους, όμως ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών επέλεξε να κρατήσει κλειστά τα χαρτιά του για τις συνομιλίες με το Πεκίνο, ενώ από την κινεζική κυβέρνηση έχει ήδη εκφραστεί ένα ξεκάθαρο «όχι»: ο πόλεμος πρέπει να τερματιστεί μέσω της διπλωματίας και της πολιτικής και όχι με εμπορικά τελεσίγραφα.

Οσο για τη συνέχεια ο Μάσιμο Γκάτζι προβλέπει πως ο Τραμπ δεν πρόκειται να έρθει σε σύγκρουση με την Κίνα — και όχι μόνο επειδή μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει στη ματαίωση της επίσκεψης του Σι Τζινπίνγκ στoν Λευκό Οίκο την 24η Σεπτεμβρίου. «Στο πλαίσιο της μάχης των δασμών ο Τραμπ έπαθε και έμαθε ότι το Πεκίνο, πέρα από το ότι αντιδρά σκληρά, εντοπίζει με χειρουργική ακρίβεια τα ευάλωτα σημεία της Αμερικής. Καλύτερα, λοιπόν, να αποφευχθεί μια ακόμη κατά μέτωπο σύγκρουση, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές», γράφει.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-08-24 15:09:00

Back to top button