
ΤτΕ: Ποιοι κίνδυνοι «σκιάζουν» την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών
Οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή των διεθνών ενεργειακών ροών έχουν προκαλέσει απότομη άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας, επιβαρύνοντας τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεσή της για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα.
Οπως σημειώνει, στο περιβάλλον αυτό, οι υψηλές αποτιμήσεις και η συγκέντρωση στις αγορές μεμονωμένων μετοχικών τίτλων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύουν τον κίνδυνο απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής (Frontier AI models) αναδεικνύεται σε παράγοντα δυνητικού συστημικού κινδύνου, ιδίως λόγω της δυνατότητάς τους να ενισχύουν τις κυβερνοαπειλές και να δημιουργούν φαινόμενα εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό παρόχων και τεχνολογικών υποδομών.
Επιπρόσθετα, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε παγκόσμιο επίπεδο επιβαρύνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις οικονομίες των χωρών με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Ταυτόχρονα, η άνοδος των αποδόσεων επηρεάζει αρνητικά τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, καθώς αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης.
Η οικονομία
Η ελληνική οικονομία διατήρησε τη θετική δυναμική της και το πρώτο εξάμηνο του 2026. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 1,9%, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 (2,1%) και σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (0,9%), παρά την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον που σχετίζεται κυρίως με την αύξηση των τιμών της ενέργειας.
Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε πρωτίστως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν υπερδιπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025), αλλά και της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης, ενώ αρνητική ήταν η συνεισφορά του εξωτερικού τομέα.
Επιπρόσθετα, η αγορά εργασίας συνέχισε να αναπτύσσεται και το πρώτο εξάμηνο του 2026, με την απασχόληση όμως να αυξάνεται με ηπιότερους ρυθμούς σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Ο πληθωρισμός, όπως μετρείται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), ενισχύθηκε στο 3,8% το διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 3,0% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,8%).
Οι τράπεζες
Το πρώτο εξάμηνο του 2026 διατηρήθηκε η θετική πορεία των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού τομέα. Η κερδοφορία βελτιώθηκε περαιτέρω, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα, με τη ρευστότητα να παραμένει πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ένωσης. Οι πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής διαβάθμισης και των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών καταδεικνύουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητά τους σε ενδεχόμενες διαταραχές.
Οι συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν ευνοϊκές, με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης να ενισχύονται περαιτέρω. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι δείκτες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις εποπτικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) διαμορφώθηκε σε 197,8% και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) σε 134,7% τον Ιούνιο του 2026.
Η ρευστότητα που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες, σε συνδυασμό με την απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές, έχει ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητά τους. Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων παρουσίασε μικρή επιδείνωση.
Τον Ιούνιο του 2026 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 6,2 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,3% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, κυρίως λόγω της καθαρής εισροής νέων ΜΕΔ. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 3,4% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.
Το 2026 οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης του λειτουργικού κινδύνου. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, οι αυξημένες και εξελιγμένες κυβερνοαπειλές με την ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, καθώς και η σημαντική εξάρτηση από τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση σ’ ένα σύγχρονο μοντέλο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας.
Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζικών ομίλων βελτιώθηκε περαιτέρω. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Αναλυτικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2026 τα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζικών ομίλων ενισχύθηκαν κατά 6,8% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5,6% χάρη στην πιστωτική επέκταση και τη σημαντική αύξηση των θέσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών.
Ταυτόχρονα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 18,5%. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες (δηλαδή τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) αυξήθηκαν κατά 8,3% σε ετήσια βάση.
Παράλληλα, τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις μειώθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ τα λοιπά λειτουργικά αποτελέσματα παρουσίασαν ανοδική πορεία. Επιπρόσθετα, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9,3%, ενώ οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 27,8% το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Κατά συνέπεια, οι δείκτες αποδοτικότητας ενεργητικού (Return on Assets – RoA) και ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – RoE) των τραπεζικών ομίλων ανήλθαν σε 1,3% και 12,1% αντίστοιχα.
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,6%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2025.
Το γεγονός ότι οι δύο δείκτες υποχώρησαν σε διαφορετικό βαθμό οφείλεται στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1). Επίσης, αν και οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Ιούνιος 2026: 36,0%, Δεκέμβριος 2025: 39,7%), η σταδιακή απόσβεσή τους έχει επιταχυνθεί λόγω της υλοποίησης του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσής τους.
* Δείτε την έκθεση στη στήλη Συνοδευτικό Υλικό.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-22 12:27:00
