
Ο Μαρκ Κάρνι δείχνει τον δρόμο στις μεσαίες δυνάμεις
Η αντιπαράθεση του Καναδά με τον Ντόναλντ Τραμπ δείχνει ότι οι μεσαίες δυνάμεις δεν είναι καταδικασμένες να υποκύπτουν στις απαιτήσεις των ισχυρών. Ο καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνι επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, αναζητώντας νέους συμμάχους και προωθώντας δύσκολες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Το παράδειγμα του Καναδά, σύμφωνα με ανάλυση του Economist προσφέρει ένα μάθημα πολιτικού ρεαλισμού σε έναν κόσμο αυξανόμενης ανασφάλειας.
Επί δεκαετίες – στο μυαλό του αμερικανού προέδρου – ο Καναδάς επωφελείται από τις ΗΠΑ χωρίς να προσφέρει τίποτε σε αντάλλαγμα. Απολαμβάνει τα προνόμια της προστασίας τους, σαν να ήταν η χαϊδεμένη 51η πολιτεία τους, αλλά ο αχάριστος πρωθυπουργός του αρνείται να υποκλιθεί στη μεγάλη και σπουδαία χώρα που βρίσκεται στα νότια σύνορά του.
Αυτή είναι η αντίληψη του Τραμπ, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για αμοιβαία επωφελείς σχέσεις μεταξύ των δύο συμμάχων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, γράφει ο Economist, αυξάνει τους δασμούς, ενώ έφτασε στο σημείο να μετονομάσει την αμερικανική πλευρά της λίμνης Οντάριο σε λίμνη της Αμερικής. Οι καναδοί καταναλωτές απαντούν μποϊκοτάροντας το μπέρμπον του Κεντάκι και εγκαταλείποντας το Λας Βέγκας. Ο Κάρνι, που βρίσκεται στην εξουσία εδώ και 18 μήνες, παραμένει ανυποχώρητος, πρωταγωνιστής μιας παρατεταμένης και συναρπαστικής αντιπαράθεσης.
Θα περίμενε κανείς ότι ο καναδός πρωθυπουργός θα είχε ήδη υποχωρήσει. Η χώρα του είναι μια μεσαίου μεγέθους δύναμη, με μέτριες οικονομικές επιδόσεις και περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες. Οι αδυναμίες της είναι πολλές. Μία από αυτές θα μπορούσε να φανεί στις 19 Οκτωβρίου, όταν η επαρχία της Αλμπέρτα θα διεξαγάγει δημοψήφισμα για το ενδεχόμενο μελλοντικής απόσχισης, παίρνοντας μαζί της αποθέματα πετρελαίου μεγαλύτερα από εκείνα ολόκληρων των ΗΠΑ.
Και όμως, ο Κάρνι βρίσκεται σε εξαιρετική θέση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι κάτοικοι της Αλμπέρτα πιθανότατα θα επιλέξουν την παραμονή στον Καναδά. Επιπλέον, σημειώνει ο Economist, η χώρα τα πηγαίνει καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Τον Ιανουάριο, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο Κάρνι υποστήριξε ότι οι «μεσαίες δυνάμεις» πρέπει να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν τις ισχυρότερες χώρες που τις απειλούν. Εννέα μήνες αργότερα, ο Καναδάς προσφέρει χρήσιμα μαθήματα για το πώς μπορούν να αντιδράσουν όταν ο ηγεμονικός γίγαντας τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους.
Το πρώτο μάθημα, επισημαίνει ο Economist, είναι μια γενναία δόση ρεαλισμού. Οι μεσαίες δυνάμεις δεν πρόκειται να αντικαταστήσουν τις ηγεμονικές. Ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος, καθώς τόσο η Αμερική όσο και η Κίνα υπονομεύουν ή εκμεταλλεύονται κανόνες και συμφωνίες που στηρίζονταν στην κατανομή της ισχύος. Την ίδια ώρα, χώρες όπως η Ρωσία και το Ιράν γίνονται πιο επιθετικές. Ο συντονισμός των μεσαίων δυνάμεων, που συνήθως προτιμούν τη συνεργασία από την επιβολή, είναι δύσκολος. Αρκεί να κοιτάξει κανείς την Ευρωπαϊκή Ενωση, τον πιο αναπτυγμένο οργανισμό αυτής της κατηγορίας, για να αντιληφθεί τα όρια της συλλογικής δράσης.
Ωστόσο, οι μεσαίες δυνάμεις μπορούν να περιορίσουν ορισμένες από τις ζημιές. Ο Κάρνι ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, επιδιώκοντας νέες εμπορικές συμφωνίες και συμβολικές συνεργασίες, όπως η συζήτηση για μια μορφή συνδεδεμένης συμμετοχής του Καναδά στην ΕΕ. Αντίστοιχα, όταν οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν, κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, από τη μεγάλη εμπορική συμφωνία του Ειρηνικού (TPP), η Ιαπωνία ανέλαβε την πρωτοβουλία να τη διασώσει. Στον τομέα της άμυνας, ο Καναδάς περιορίζει την παραδοσιακή εξάρτησή του από τις ΗΠΑ και εξετάζει την αγορά σουηδικών μαχητικών Gripen. Η Νορβηγία στρέφεται σε βρετανικές φρεγάτες, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αγοράζουν προηγμένα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Οταν αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες απειλές, οι μεσαίες δυνάμεις μπορούν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση, συνεχίζει ο Economist. Η Ευρώπη, για παράδειγμα, αντιστάθηκε στις επιδιώξεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία. Στην Ουκρανία, η ενίσχυση της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας από τον Καναδά και την Ευρώπη, μετά την υποχώρηση της αμερικανικής στήριξης, δείχνει τι μπορεί να πετύχει η συντονισμένη δράση. Οι ρωσικές δυνάμεις πληρώνουν βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες για τα περιορισμένα εδαφικά κέρδη τους στο Ντονμπάς. Τα όρια αυτής της προσπάθειας, ωστόσο, είναι επίσης εμφανή, όπως έδειξε η πρόσφατη διπλωματία του Τραμπ γύρω από τα καύσιμα.
Το σημαντικότερο μάθημα του Καναδά, σύμφωνα με τον Economist, βρίσκεται στην εσωτερική πολιτική του Κάρνι. Πριν από λίγα χρόνια, η χώρα έμοιαζε να έχει εγκλωβιστεί σε δυσλειτουργική πολιτική και μια παραπαίουσα κυβέρνηση. Το κατά κεφαλήν εισόδημα, που τη δεκαετία του 1980 αντιστοιχούσε στο 90% του αμερικανικού, είχε υποχωρήσει στο 71% το 2022, εξέλιξη που συνδέεται εν μέρει με την αύξηση της μετανάστευσης χαμηλής ειδίκευσης.
Σήμερα, ο Κάρνι προωθεί καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας, το άνοιγμα της οικονομίας και την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών από το απογοητευτικό 1,3% του ΑΕΠ στο 2%.
Κατήργησε τον αντιδημοφιλή φόρο άνθρακα για τους καταναλωτές και δεσμεύτηκε να κατασκευάσει αγωγό που θα μεταφέρει πετρέλαιο από την Αλμπέρτα στη δυτική ακτή. Αρχισε να περιορίζει τα εσωτερικά εμπόδια στο εμπόριο, ακύρωσε μεγάλη προγραμματισμένη αύξηση του φόρου υπεραξίας, μείωσε τον χαμηλότερο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος και παρουσίασε σχέδια περικοπής των ομοσπονδιακών δαπανών.
Παράλληλα, σημειώνει ο Economist, στην εμπορική αντιπαράθεση με την Αμερική, ο Καναδάς έδειξε ότι μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, επιβάλλοντας αντίμετρα σε αμερικανικές εισαγωγές από πολιτικά αμφίρροπες πολιτείες, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, και επιταχύνοντας τις προσπάθειες περιορισμού της μακροπρόθεσμης εξάρτησής του από τον γείτονά του.
Ο Κάρνι έχει μέχρι στιγμής αποφύγει την «κατάρα του Γιουνκέρ», τη διαπίστωση, δηλαδή, του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, ότι «όλοι γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν, αλλά κανείς δεν ξέρει πώς θα επανεκλεγεί αφού το κάνει». Η δημοτικότητα του καναδού πρωθυπουργού αυξάνεται παρά τις μεταρρυθμίσεις. Πριν από δύο χρόνια, περισσότερο από το 90% των Καναδών δεν αναγνώριζε τη φωτογραφία του. Σήμερα, η δημοτικότητά του πλησιάζει το 70%. Διεθνώς, έχει αντικαταστήσει τον αποδυναμωμένο Εμανουέλ Μακρόν ως αγαπημένο πρόσωπο των κεντρώων, σε έντονη αντίθεση με τον Τραμπ, ο οποίος δεν είναι δημοφιλής ούτε μεταξύ των δικών του ψηφοφόρων.
Ο Καναδάς, εκτιμά ο Economist, πρέπει να προχωρήσει ταχύτερα και βαθύτερα στις μεταρρυθμίσεις. Είναι πιθανό οι σχέσεις του με τις ΗΠΑ να βελτιωθούν μετά την αποχώρηση του Τραμπ από την προεδρία το 2029, αλλά τίποτε δεν είναι βέβαιο. Γι’ αυτό οφείλει να διατηρεί ανοιχτές τις επιλογές του.
Οσο για τις άλλες μεσαίες δυνάμεις, αυτές έχουν πολλά να διδαχθούν από τον Καναδά, παρότι δεν διαθέτουν τα δικά του πλεονεκτήματα: τεράστια αποθέματα ενέργειας και ορυκτών, αλλά και μια ευνοϊκή γεωγραφική θέση, μακριά από τις πιο επικίνδυνες εστίες γεωπολιτικής έντασης. Μπορούν, ωστόσο, να συνεργάζονται σε συγκεκριμένα έργα με σαφείς και περιορισμένους στόχους.
Μπορούν επίσης να ενισχύσουν τη θέση τους διεθνώς αξιοποιώντας την ανάγκη για αλλαγές στο εσωτερικό τους. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ο Τραμπ προσέφερε σε όλες τις δημοκρατίες ένα κίνητρο να αντιμετωπίσουν χρόνια προβλήματα που έμοιαζαν άλυτα. Οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να προετοιμαστούν για έναν επικίνδυνο κόσμο. Και, όπως καταλήγει ο Economist, μπορούν να κοιτάξουν τον Κάρνι και τον Καναδά για να βρουν τον δρόμο τους.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-16 16:58:00
