
Κουνούπια: Πώς η ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα απειλεί τη δημόσια υγεία
Μια νέα μελέτη Ελλήνων ερευνητών του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) στην Κρήτη αποκαλύπτει τους γενετικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν στα κουνούπια να αναπτύσσουν εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα.
Η εργασία, που δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS) στις 28 Ιουλίου 2026, αποτελεί σημαντική πρόοδο στην κατανόηση του φαινομένου της ανθεκτικότητας, με άμεσες επιπτώσεις στην αντιμετώπιση ασθενειών που μεταδίδονται από κουνούπια, όπως η ελονοσία, ο δάγκειος πυρετός και ο ιός του Δυτικού Νείλου.
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής την Δρ. Λίντα Γρηγοράκη και την υποψήφια διδάκτορα Mengling Chen, χρησιμοποίησε προηγμένες τεχνικές γενετικής μηχανικής για να μελετήσει ξεχωριστά τους διαφορετικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν, αφενός, μεταλλάξεις στους μοριακούς στόχους των εντομοκτόνων, που καθιστούν τα έντομα λιγότερο ευάλωτα στη δράση τους, και, αφετέρου, την αυξημένη παραγωγή ενζύμων αποτοξικοποίησης, που διασπούν και αδρανοποιούν τις δραστικές ουσίες.
Το πιο κρίσιμο εύρημα της μελέτης είναι ότι όταν αυτοί οι μηχανισμοί συνυπάρχουν στο ίδιο κουνούπι, η ανθεκτικότητα δεν αυξάνεται απλώς αθροιστικά, αλλά ενισχύεται δραματικά μέσω μιας συνεργιστικής δράσης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό συμβαίνει διότι οι μεταλλάξεις στους στόχους των εντομοκτόνων προσφέρουν περισσότερο χρόνο στα ένζυμα αποτοξικοποίησης να δράσουν, ενώ παράλληλα πιθανώς δημιουργούνται ενζυμικά σύμπλοκα που διασπούν διαδοχικά τα μόρια του εντομοκτόνου, καθιστώντας την εξουδετέρωσή τους ακόμη πιο αποτελεσματική.
Η ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης. Όπως επισημαίνει το ΙΤΕ, περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε περιοχές που αντιμετωπίζουν κίνδυνο από νοσήματα που μεταδίδονται μέσω κουνουπιών, με την Ευρώπη να μην αποτελεί εξαίρεση. Οι μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τον κίνδυνο, διευκολύνοντας την εξάπλωση χωροκατακτητικών ειδών κουνουπιών, παρατείνοντας την περίοδο αναπαραγωγής τους και διατηρώντας τους πληθυσμούς τους σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.
Η σημασία της μελέτης γίνεται ακόμη πιο εμφανής υπό το πρίσμα της φετινής έξαρσης του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα, που έχει ήδη οδηγήσει σε πολλά κρούσματα και θανάτους. Η ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα καθιστά την πρόληψη και τον έλεγχο των νοσημάτων αυτών ακόμη πιο δύσκολη, καθώς τα κουνούπια μπορούν να εξουδετερώνουν πλήρως τη δράση των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται για τον περιορισμό τους.
Η εργασία των Ελλήνων επιστημόνων έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς η εκτεταμένη και επαναλαμβανόμενη χρήση εντομοκτόνων τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε πολλούς πληθυσμούς κουνουπιών. Παρά το γεγονός ότι η ελονοσία έχει μειωθεί σημαντικά από το 2000, χάρη στη χρήση σύγχρονων εντομοκτόνων, η ανθεκτικότητα απειλεί να ανατρέψει αυτή την πρόοδο.
Αναγνωρίζοντας την πρόκληση, το ΙΤΕ-ΙΜΒΒ έχει αναπτύξει διεθνείς συνεργασίες και συμμετέχει στην ανάπτυξη μοριακών διαγνωστικών τεχνολογιών και νέων αποτελεσματικών βιοεντομοκτόνων. Η σχετική έρευνα χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ίδρυμα Bill & Melinda Gates, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της για την παγκόσμια υγεία.
Όπως δήλωσε ο Διευθυντής του ΙΜΒΒ, Καθηγητής Γιάννης Βόντας, πρόκειται για μια πολύ σημαντική εργασία που διαλευκαίνει τους σύνθετους μοριακούς μηχανισμούς της ανθεκτικότητας των κουνουπιών, συνεχίζοντας την παράδοση του Ινστιτούτου στην έρευνα για τα έντομα υγειονομικής σημασίας. Τα ευρήματα της μελέτης παρέχουν πολύτιμες γνώσεις για τον σχεδιασμό πιο αποτελεσματικών στρατηγικών καταπολέμησης, που θα λαμβάνουν υπόψη τη συνεργιστική δράση των μηχανισμών ανθεκτικότητας.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-02 10:55:00
