
Θεοδωρόπουλος: Η βιομηχανία έχει φύγει από την Αθήνα
Τις αλλαγές που συντελούνται στο οικονομικό μοντέλο της ελληνικής πρωτεύουσας, με τη βιομηχανική δραστηριότητα να μετακινείται εκτός Αττικής και τον τουρισμό να αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος, ανέλυσαν ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, Πρόεδρος του ΣΕΒ, και η Αγάπη Σμπώκου, Πρόεδρος του ΣΕΤΕ, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», που διοργανώνεται από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, υπό την αιγίδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και του Δήμου Αθηναίων, με την υποστήριξη της Περιφέρειας Αττικής και σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
«Η Αθήνα είναι και θα παραμείνει πάντα το οικονομικό κέντρο της χώρας», τόνισε ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος. Όπως εξήγησε, «στις μικρές χώρες υπάρχει μόνο ένα οικονομικό κέντρο. Εδώ είναι το Χρηματιστήριο, η κεντρική διοίκηση, οι υπηρεσίες», επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι σε άλλους τομείς, όπως η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχει ήδη συντελεστεί σημαντική αποκέντρωση, με ισχυρά περιφερειακά πανεπιστημιακά κέντρα στο Ηράκλειο, στην Πάτρα, στη Θεσσαλονίκη και στην Κομοτηνή.
Διαφορετική είναι πλέον, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΣΕΒ, η κατάσταση στη βιομηχανία. Ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστήριξε ότι η Αθήνα δεν διαθέτει πλέον μεγάλη βιομηχανική δραστηριότητα, ακόμη και αν η παρουσία των κεντρικών γραφείων πολλών επιχειρήσεων στην πρωτεύουσα δημιουργεί διαφορετική εντύπωση στις σχετικές καταγραφές. Εκτίμησε, επίσης, ότι η απομάκρυνση της βιομηχανικής παραγωγής από την πρωτεύουσα θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια.
«Η βιομηχανία έχει φύγει και θα φύγει ακόμη περισσότερο», είπε, εξηγώντας ότι δεν έχει νόημα να υπάρχει βιομηχανία στην Αθήνα, εκτός από συγκεκριμένα προϊόντα μικρής διάρκειας ζωής.
Όπως επεσήμανε, «το κόστος του προσωπικού εκτός Αθηνών είναι χαμηλότερο», ενώ, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των διαφορετικών συνθηκών στην αγορά εργασίας της περιφέρειας, αναφέρθηκε στη Λαμία: «Είναι μία πόλη με υψηλή ανεργία. Εμείς χτίζουμε ένα εργοστάσιο στο οποίο θα χρειαστούμε 280-300 εργαζόμενους και έχουμε πάρει ήδη 600 βιογραφικά, χωρίς ακόμη να έχει τελειώσει το έργο».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι συνθήκες στην ελληνική περιφέρεια έχουν αλλάξει σημαντικά, ενώ οι οδικές υποδομές έχουν περιορίσει ουσιαστικά τις αποστάσεις από την πρωτεύουσα. Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ εκτίμησε ότι η οικονομική ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια θα είναι ισχυρότερη στην περιφέρεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Αθήνα θα χάσει τον ρόλο της ως οικονομικού κέντρου.
«Αν χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο την αύξηση του ΑΕΠ, θα αρχίσει να πέφτει το ποσοστό της Αθήνας», προέβλεψε, προσθέτοντας: «Θα έχουμε ισχυρότερη ανάπτυξη στην επαρχία». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον πρωτογενή τομέα, ο οποίος, όπως εκτίμησε, «θα ανέβει πάρα πολύ τα επόμενα χρόνια, γιατί έχει περιθώρια και η εξέλιξη της τεχνολογίας θα φέρει μεγάλη ανάπτυξη».
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν, κατά τον κ. Θεοδωρόπουλο, και οι διαφορετικές προτεραιότητες των νεότερων γενεών. «Οι νέοι άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια επιλογής και προτεραιότητας. Αυτό θα τους φέρει προς την επαρχία και η τεχνολογία τούς δίνει αυτή τη δυνατότητα. Το ΑΕΠ θα αυξάνεται, αλλά στην περιφέρεια θα αυξάνεται περισσότερο», είπε.
Για την ίδια την Αθήνα, ο τουρισμός θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό πυλώνα οικονομικής δραστηριότητας. «Ο τουρισμός είναι απαραίτητος», σημείωσε. Ο κ. Θεοδωρόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι μεγάλωσε στα Εξάρχεια, συνόψισε την εκτίμησή του για την πορεία της πρωτεύουσας λέγοντας ότι «θα παραμείνει το οικονομικό κέντρο, θα αναπτύσσεται στον τουρισμό, η βιομηχανία θα φύγει -η λίγη που έχει απομείνει».
Από την πλευρά της, η Αγάπη Σμπώκου, Πρόεδρος του ΣΕΤΕ, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη τα οφέλη από τη δυναμική ανάπτυξη του τουρισμού της Αθήνας να διαχυθούν τόσο γεωγραφικά όσο και χρονικά, αλλά και σε μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας.
Όπως ανέφερε, περίπου το μισό ΑΕΠ της χώρας παράγεται στην Αθήνα, η οποία συγκεντρώνει το 23% των επισκεπτών και το 26% του τουριστικού εισοδήματος. Η τουριστική δραστηριότητα στην πρωτεύουσα, όπως είπε, είναι πλέον πολύ περισσότερο παγιωμένη σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα.
«Η Αθήνα έχει κάνει άλματα στον τουρισμό. Το ζητούμενο είναι πώς από ένα απλό πέρασμα θα γίνει πραγματικός προορισμός, εμπλουτίζοντας το προϊόν και έχοντας μεγαλύτερη διαμονή. Έτσι θα γίνει πιο ανθεκτικό προϊόν και θα αφήνει περισσότερα χρήματα στην εθνική οικονομία», σημείωσε.
Σύμφωνα με την Πρόεδρο του ΣΕΤΕ, τέσσερις στους δέκα μη κατοίκους που φτάνουν στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» μένουν στην Αθήνα, ενώ το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η μεγαλύτερη διάχυση της τουριστικής κίνησης. «Μας ενδιαφέρει η διάχυση σε μη ανεπτυγμένες τουριστικά περιφέρειες», ανέφερε.
Η ίδια υπογράμμισε ότι το τουριστικό προϊόν της Αθήνας διαθέτει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης. «Το προϊόν είναι πλούσιο και, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει αναδειχθεί πλήρως», είπε, αναφέροντας ως νέα πεδία τη Ριβιέρα, τα συνέδρια και τις εκδηλώσεις, που μπορούν να προσελκύσουν επιπλέον τουρισμό.
Έθεσε, ωστόσο, το ζήτημα των υποδομών, σημειώνοντας ότι «οι συνεδριακές υποδομές δεν είναι επαρκείς, οι χώροι δεν είναι αρκετοί», ενώ επεσήμανε την ανάγκη συνεργειών μεταξύ των επιμέρους φορέων.
Για την κυρία Σμπώκου, ο τουρισμός αποτελεί «τεράστιο επιταχυντή σχεδόν κάθε άλλης οικονομικής δραστηριότητας», χρειάζεται, όμως, διαχείριση και σύμπραξη ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.
«Ο τουρισμός έχει την πρόκληση της διάχυσης. Οι μεγάλες καμπύλες δεν είναι καλές για κανέναν. Διάχυση και στον χρόνο και στην υπόλοιπη χώρα και διάχυση της αξίας», υπογράμμισε, συνοψίζοντας τη βασική πρόκληση για την επόμενη φάση ανάπτυξης.
Συμφώνησε, πάντως, με την εκτίμηση ότι η Αθήνα θα διατηρήσει τον κεντρικό της ρόλο. «Η Αθήνα δεν μπορεί παρά να μείνει το κέντρο της Ελλάδας», ανέφερε. Παρά τις προκλήσεις, η κυρία Σμπώκου στάθηκε ιδιαίτερα στη διεθνή δυναμική της Αθήνας ως προορισμού: «Έχουμε ένα τεράστιο brand name, που έχει και μία φρεσκάδα. Αυτό είναι τεράστια δύναμη».
Τη συζήτηση συντόνισε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος επισήμανε ότι η οικονομική δραστηριότητα της Αθήνας στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες, στο εμπόριο και στην οικοδομή. Παρατήρησε, επίσης, ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η πορεία των μεγάλων πόλεων φαίνεται να διαφοροποιείται από εκείνη της υπόλοιπης χώρας, τουλάχιστον σε πολιτικό επίπεδο.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-07 14:38:00
