
Εξαγωγές ελληνικών ελιών: Γιατί φέτος «πατάνε φρένο» μετά το ράλι του +115% της τελευταίας δεκαετίας
Για πρώτη φορά μετά από μία μεγάλη χρονική περίοδο ανοδικής πορείας οι ελληνικές εξαγωγές ελιών δείχνουν όχι μόνο σημάδια κόπωσης αλλά και πτωτικής τάσης.
Με περισσότερο από το 90% της συνολικής εγχώριας ετήσιας παραγωγής να κατευθύνεται σε περισσότερες από 100 χώρες, ο κλάδος της επιτραπέζιας ελιάς έχει κατεξοχήν εξαγωγικό χαρακτήρα, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα εκτεθειμένο στις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και τις δυσλειτουργίες της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Παράλληλα, η ισχυρή εξάρτηση από την πρωτογενή παραγωγή τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην τελευταία Γενική Συνέλευση της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταποιητών – Τυποποιητών – Εξαγωγέων Επιτραπέζιας Ελιάς (ΠΕΜΕΤΕ), ανεπάρκειες καταγράφονται και στην πλευρά της ζήτησης, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε βασικές εισαγωγικές χώρες.
Συγκεκριμένα οι δασμοί στις ΗΠΑ και η δυσμενής οικονομική συγκυρία στη Γερμανία μειώνουν την καταναλωτική δαπάνη και έχουν αρνητική επίδραση στη ζήτηση για το ελληνικό προϊόν. Παράλληλα, στην Αυστραλία, χάνεται μερίδιο της αγοράς, καθώς το αιγυπτιακό προϊόν εντείνει τον ανταγωνισμό, κυρίως λόγω των σημαντικά χαμηλότερων τιμών του.
Με το αριστερό μπήκε το 2026
Οι πιέσεις αυτές αποτυπώνονται ήδη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών μειώθηκαν κατά 0,99% σε αξία και 2,25% σε όγκο, ανακόπτοντας την πολυετή ανοδική πορεία. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά το ιστορικό ρεκόρ του 2025, με εξαγωγές 872 εκατ. ευρώ και 282 χιλ. τόνων, ενώ την τελευταία δεκαετία η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 115% και ο όγκος κατά 61%, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα, την προσαρμοστικότητα και την εξωστρέφεια του κλάδου.
Με αποθέματα από πέρυσι ξεκινάει η φετινή χρονιά
Η φετινή παραγωγή αναμένεται να κυμανθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, αντίστοιχα με αυτά των δύο τελευταίων ετών. Ωστόσο, την έναρξη της νέας εμπορικής περιόδου επιβαρύνουν επιπλέον τα αυξημένα αποθέματα ποικιλίας “Χαλκιδική” από την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο (2025/26), που έχουν αποκτηθεί σε υψηλό κόστος.
Όπως αναφέρθηκε στην Γενική Συνέλευση των μελών της ΠΕΜΕΤΕ ο κλάδος καλείται να εξασφαλίσει ισορροπία μεταξύ του περιορισμού των απωλειών του από τα ως άνω αποθέματα και την διασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος για την νέα ελαιοκομική περίοδο (2026/27), χωρίς όμως να υποθηκευτεί η ανταγωνιστικότητα του προϊόντος.
Σε ότι αφορά την μεγάλη εικόνα οι τρέχουσες συνθήκες που επικρατούν, προκαλούν πρωτοφανείς αυξήσεις του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων. Το υψηλό κόστος ενέργειας με τις αλυσιδωτές επιδράσεις στο κόστος των υλικών συσκευασίας, των πρώτων υλών, των μεταφορών, αλλά και το υψηλό μισθολογικό κόστος όταν δεν συνοδεύεται με μείωση των εργοδοτικών εισφορών, συρρικνώνουν την κερδοφορία του κλάδου, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος στις διεθνείς αγορές.
Στην εξίσωση προστίθεται η χαμηλή παραγωγικότητα του πρωτογενούς τομέα, ως αποτέλεσμα του ανεπαρκούς μέχρι σήμερα εκσυγχρονισμού του που επιφέρει υψηλό κόστος πρώτης ύλης, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης και των εξαγωγών, έναντι χωρών που έχουν προχωρήσει νωρίτερα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές στον ελαιοκομικό τους τομέα.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-09 09:02:00
