Υγεία

ΔΕΠΥ: Τι δείχνουν οι έρευνες για το είδος και στην ισχύ των συμπτωμάτων ανάλογα με την ηλικία

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) δεν είναι μια στατική κατάσταση. Τα συμπτώματά της αλλάζουν με την ηλικία, τόσο σε ένταση όσο και σε μορφή. Στα μικρά παιδιά κυριαρχούν η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα. Στους εφήβους και τους ενήλικες, η διάσπαση προσοχής γίνεται πιο εμφανής, ενώ η υπερκινητικότητα μετατρέπεται συχνά σε εσωτερική, νοητική ανησυχία. Μια διαχρονική μελέτη του 2021 έδειξε ότι μόνο το 10% των παιδιών με ΔΕΠΥ παρουσιάζει σταθερή υποχώρηση των συμπτωμάτων μέχρι την πρώιμη ενήλικη ζωή. Για την πλειονότητα, τα συμπτώματα εναλλάσσονται μεταξύ έξαρσης και ύφεσης. Η ΔΕΠΥ συνυπάρχει συχνά με άγχος, αυτισμό και άλλες διαταραχές. Η θεραπεία προσαρμόζεται ανάλογα με τον κυρίαρχο τύπο συμπτωμάτων: συμπεριφορικές παρεμβάσεις για την υπερκινητικότητα, φαρμακευτική αγωγή για τη διάσπαση προσοχής, και συχνά συνδυασμός και των δύο.

Τι είναι η ΔΕΠΥ

Η ΔΕΠΥ είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονα πρότυπα απροσεξίας, υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας που επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του ατόμου. Δεν είναι αποτέλεσμα κακής ανατροφής, τεμπελιάς ή έλλειψης θέλησης. Είναι μια βιολογικά θεμελιωμένη κατάσταση που επηρεάζει τον τρόπο που ο εγκέφαλος ρυθμίζει την προσοχή, τις παρορμήσεις και τη συμπεριφορά.

Η διαταραχή περιγράφηκε για πρώτη φορά με σαφήνεια από τον Βρετανό παιδίατρο George Still το 1902. Ο Still παρατήρησε παιδιά που παρουσίαζαν «ελάττωμα στην ηθική συνείδηση» και δυσκολίες στον έλεγχο της συμπεριφοράς. Στη δεκαετία του 1960, ο όρος «ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει παιδιά με υπερκινητικότητα και μαθησιακές δυσκολίες. Το 1980, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία αναγνώρισε τη «Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής» (ΔΕΠ) στο διαγνωστικό εγχειρίδιο DSM-III. Το 1987, ο όρος άλλαξε σε ΔΕΠΥ για να συμπεριλάβει την υπερκινητικότητα.

Οι δύο κύριοι τύποι συμπτωμάτων

Η ΔΕΠΥ έχει δύο κύριες κατηγορίες συμπτωμάτων:

Διάσπαση προσοχής. Περιλαμβάνει ελλιπή προσοχή στις λεπτομέρειες, δυσκολία στη διατήρηση της προσοχής, μη ολοκλήρωση εργασιών, ακαταστασία, τάση να ξεχνάει κανείς, ευκολία στην απόσπαση της προσοχής από εξωτερικά ερεθίσματα.

Υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα. Περιλαμβάνει συχνές νευρικές κινήσεις, δυσκολία να μείνει κανείς καθιστός, αίσθημα εσωτερικής ανησυχίας, υπερβολική ομιλία, δυσκολία να περιμένει τη σειρά του, τάση να διακόπτει τους άλλους.

Για να διαγνωστεί ένα παιδί με ΔΕΠΥ, πρέπει να παρουσιάζει έξι ή περισσότερα συμπτώματα από τη μία ή την άλλη κατηγορία. Για τα άτομα ηλικίας 17 ετών και άνω, απαιτούνται πέντε ή περισσότερα. Αν κάποιος παρουσιάζει τον απαιτούμενο αριθμό συμπτωμάτων και στις δύο κατηγορίες, διαγιγνώσκεται με ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου.

Πώς αλλάζουν τα συμπτώματα με την ηλικία

Η ΔΕΠΥ δεν είναι μια πάθηση που παραμένει ίδια σε όλη τη ζωή. Τα συμπτώματα μεταβάλλονται καθώς το άτομο μεγαλώνει.

Προσχολική ηλικία. Στα πολύ μικρά παιδιά, τα συμπτώματα υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας είναι πιο συχνά. Η Michelle Martel, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι, λέει ότι όταν δουλεύεις με ένα παιδί προσχολικής ηλικίας που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα, το αντιλαμβάνεσαι αμέσως επειδή «πειράζει τα πάντα και τρέχει πέρα-δώθε στο δωμάτιο» (Αγγλικά: “It’s touching everything and running back and forth around the room.” Πηγή: The New York Times, 2026).

Σχολική ηλικία. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν και το σχολείο απαιτεί περισσότερα από αυτά, τα συμπτώματα διάσπασης προσοχής γίνονται συχνότερα και τελικά πιο επίμονα. Μια μεγάλη ανασκόπηση του 2023 έδειξε ότι στα παιδιά κάτω των 12 ετών παρατηρείται περίπου ισομερής κατανομή μεταξύ των περιπτώσεων με κυρίαρχη τη διάσπαση προσοχής, κυρίως με υπερκινητικότητα/παρορμητικότητα και με ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου.

Εφηβεία. Στις ηλικίες 12 έως 18 ετών, τα ποσοστά αρχίζουν να μεταβάλλονται. Περισσότεροι έφηβοι πληρούν τα κριτήρια της διάσπασης προσοχής και λιγότεροι από το ένα τέταρτο τα κριτήρια υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας.

Ενήλικη ζωή. Σε πολύ λίγους ενήλικες κυριαρχούν τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας. Μια μικρή μελέτη υπολόγισε το ποσοστό αυτό σε μόλις 7% , ενώ περίπου το ένα τρίτο των ενηλίκων είχε τον υπότυπο της διάσπασης προσοχής και η πλειοψηφία παρουσίαζε συνδυασμό συμπτωμάτων.

Τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας εκδηλώνονται επίσης διαφορετικά στους ενήλικες από ό,τι στα παιδιά: περισσότερο ως εσωτερική, νοητική ανησυχία παρά ως εξωτερικά εμφανής, σωματική ανησυχία. Η Dr. Deepti Anbarasan, κλινική αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή Grossman του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, εξηγεί ότι οι ενήλικοι με συμπτώματα διάσπασης προσοχής μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διαχείριση της καθημερινότητάς τους και στην ολοκλήρωση εργασιών που δεν έχουν προθεσμία, ή μπορεί να χάνουν το νήμα της συζήτησης κατά τη διάρκεια συσκέψεων ή με τον/τη σύζυγό τους.

Η διαχρονική πορεία: Τι δείχνουν οι μελέτες

Το ποσοστό των παιδιών που εξακολουθούν να έχουν ΔΕΠΥ στην ενήλικη ζωή δεν είναι σαφές. Ένα ποσοστό που αναφέρεται συχνά είναι το 50% περίπου, με τα συμπτώματα να είναι πιθανότερο να επιμένουν σε ενήλικες που είχαν σοβαρότερη ΔΕΠΥ στην παιδική ηλικία και περισσότερες συνυπάρχουσες παθήσεις.

Ωστόσο, μια διαχρονική μελέτη του 2021, που παρακολούθησε παιδιά με ΔΕΠΥ επί 16 χρόνια, έδωσε μια πιο σύνθετη εικόνα. Μόνο το 10% περίπου παρουσίασε «σταθερή υποχώρηση» μέχρι την πρώιμη ενήλικη ζωή. Ένα άλλο 10% παρουσίαζε ΔΕΠΥ καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Για τη συντριπτική πλειονότητα, τα συμπτώματα εναλλάσσονταν μεταξύ έξαρσης και ύφεσης. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, περίπου οι μισοί συμμετέχοντες πληρούσαν τα κριτήρια για ΔΕΠΥ, αλλά η κατανομή των ατόμων άλλαζε συνεχώς.

Αυτό το εύρημα είναι κρίσιμο. Δείχνει ότι η ΔΕΠΥ δεν είναι μια κατάσταση που είτε την έχεις είτε δεν την έχεις. Είναι μια δυναμική διαταραχή που μπορεί να υποχωρήσει, να επανέλθει ή να αλλάξει μορφή με την πάροδο του χρόνου. Αυτό έχει σημαντικές συνέπειες για τη διάγνωση και τη θεραπεία: ένα παιδί που «ξεμπέρδεψε» με τη ΔΕΠΥ στην εφηβεία μπορεί να εμφανίσει ξανά συμπτώματα στην ενήλικη ζωή υπό συνθήκες στρες.

Συννοσηρότητες: Η ΔΕΠΥ σπάνια έρχεται μόνη της

Η ΔΕΠΥ συχνά συνυπάρχει με άλλες ψυχικές, αναπτυξιακές και συμπεριφορικές διαταραχές. Οι πιο συχνές συννοσηρότητες περιλαμβάνουν:

  • Άγχος: Περίπου το 30-40% των ατόμων με ΔΕΠΥ έχουν κάποια αγχώδη διαταραχή.

  • Αυτισμός: Η επικάλυψη μεταξύ ΔΕΠΥ και διαταραχής του φάσματος του αυτισμού είναι σημαντική. Πολλά άτομα πληρούν κριτήρια και για τις δύο διαταραχές.

  • Εναντιωματική προκλητική διαταραχή: Συχνή στα παιδιά με ΔΕΠΥ, χαρακτηρίζεται από εκρήξεις θυμού, εκδικητικότητα και προκλητική συμπεριφορά απέναντι σε ενήλικες.

  • Μαθησιακές δυσκολίες: Δυσλεξία, δυσαριθμησία και άλλες μαθησιακές διαταραχές εμφανίζονται συχνότερα σε παιδιά με ΔΕΠΥ.

  • Διαταραχές ύπνου: Πολλά άτομα με ΔΕΠΥ έχουν δυσκολίες στον ύπνο, είτε λόγω της ίδιας της διαταραχής είτε λόγω των φαρμάκων.

  • Κατάθλιψη: Στους ενήλικες με ΔΕΠΥ, η κατάθλιψη είναι συχνή συννοσηρότητα.

Καθώς τα ποσοστά διάγνωσης της ΔΕΠΥ αυξάνονται σε παιδιά και ενήλικες, κάποιοι ψυχίατροι ανησυχούν ότι πλέον η ΔΕΠΥ υπερδιαγιγνώσκεται. Η αύξηση των διαγνώσεων μπορεί να οφείλεται σε καλύτερη ευαισθητοποίηση, σε μεγαλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αλλά και σε παράγοντες όπως η πίεση για ακαδημαϊκή απόδοση.

Η θεραπεία: Προσαρμοσμένη στα συμπτώματα

Η θεραπεία της ΔΕΠΥ δεν είναι μία για όλους. Προσαρμόζεται ανάλογα με τον κυρίαρχο τύπο συμπτωμάτων και τις ανάγκες του ατόμου.

Συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Όταν κυριαρχούν τα συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας, η θεραπεία βασίζεται πιθανότερα σε συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Αυτές περιλαμβάνουν:

  • Εκπαίδευση γονέων: Τεχνικές για τη διαχείριση της συμπεριφοράς του παιδιού, όπως θετική ενίσχυση, σαφείς οδηγίες και σταθερές ρουτίνες.

  • Θεραπεία συμπεριφοράς παιδιών: Εκπαίδευση δεξιοτήτων κοινωνικής αλληλεπίδρασης, διαχείρισης θυμού και οργάνωσης.

  • Γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT): Για ενήλικες, βοηθά στην αναγνώριση και τροποποίηση αρνητικών προτύπων σκέψης και συμπεριφοράς.

Φαρμακευτική αγωγή. Όταν κυριαρχεί η διάσπαση προσοχής, η φαρμακευτική αγωγή λειτουργεί καλύτερα. Τα δύο κύρια είδη φαρμάκων είναι:

  • Διεγερτικά: Μεθυλφαινιδάτη (Ritalin, Concerta) και αμφεταμίνες (Adderall, Vyvanse). Αυξάνουν τα επίπεδα ντοπαμίνης και νορεπινεφρίνης στον εγκέφαλο, βελτιώνοντας την προσοχή και τον έλεγχο των παρορμήσεων.

  • Μη διεγερτικά: Ατομοξετίνη (Strattera) και γουανφασίνη (Intuniv). Δρουν μέσω διαφορετικών μηχανισμών και είναι επιλογή όταν τα διεγερτικά δεν είναι αποτελεσματικά ή προκαλούν παρενέργειες.

Για πολλούς ανθρώπους, ειδικά εκείνους με ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου, μια μεικτή προσέγγιση δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και συμπεριφορικών παρεμβάσεων είναι πιο αποτελεσματικός από οποιαδήποτε θεραπεία μόνη της.

Η νευροβιολογία της ΔΕΠΥ

Η ΔΕΠΥ σχετίζεται με διαφορές στη λειτουργία και τη δομή συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου:

  • Προμετωπιαίος φλοιός: Υπεύθυνος για τον έλεγχο των παρορμήσεων, τη λήψη αποφάσεων και τη διατήρηση της προσοχής. Στη ΔΕΠΥ, αυτή η περιοχή μπορεί να ωριμάσει πιο αργά.

  • Βασικά γάγγλια: Ρυθμίζουν την κίνηση και την ανταμοιβή. Δυσλειτουργία τους μπορεί να οδηγήσει σε υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα.

  • Ντοπαμινεργικό σύστημα: Η ντοπαμίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής που σχετίζεται με την ανταμοιβή, την προσοχή και την κινητοποίηση. Στη ΔΕΠΥ, η σηματοδότηση της ντοπαμίνης μπορεί να είναι μειωμένη.

Νευροαπεικονιστικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν μικρότερο όγκο σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, αλλά αυτές οι διαφορές συχνά εξομαλύνονται στην ενήλικη ζωή. Αυτό υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος των ατόμων με ΔΕΠΥ ωριμάζει με διαφορετικό ρυθμό, όχι ότι είναι μόνιμα «κατεστραμμένος».

Η κατανόηση της ΔΕΠΥ ως μιας δυναμικής, μεταβαλλόμενης διαταραχής έχει άμεσες πρακτικές συνέπειες. Πρώτον, απενοχοποιεί. Αν κάποιος είχε ΔΕΠΥ ως παιδί και νόμιζε ότι «το ξεπέρασε», αλλά εμφανίζει ξανά συμπτώματα ως ενήλικας, δεν σημαίνει ότι απέτυχε. Σημαίνει ότι η ΔΕΠΥ μπορεί να επανέλθει υπό συνθήκες στρες. Δεύτερον, αλλάζει τη θεραπεία. Δεν αρκεί μια διάγνωση στην παιδική ηλικία. Χρειάζεται παρακολούθηση σε όλη τη ζωή, με προσαρμογή της θεραπείας ανάλογα με τα συμπτώματα της περιόδου. Τρίτον, μειώνει το στίγμα. Η ΔΕΠΥ δεν είναι τεμπελιά, έλλειψη θέλησης ή κακή ανατροφή. Είναι μια νευροβιολογική διαταραχή που απαιτεί κατανόηση και υποστήριξη.

  • Αν έχετε διαγνωστεί με ΔΕΠΥ, να θυμάστε ότι τα συμπτώματα μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία απέτυχε. Σημαίνει ότι χρειάζεται προσαρμογή.
  • Αν είστε γονιός παιδιού με ΔΕΠΥ, ενημερωθείτε για τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να πάρει η διαταραχή καθώς το παιδί μεγαλώνει. Η υποστήριξη πρέπει να εξελίσσεται μαζί του.
  • Αν υποψιάζεστε ότι έχετε ΔΕΠΥ, αναζητήστε αξιολόγηση από ειδικό. Η διάγνωση στους ενήλικες είναι διαφορετική από ό,τι στα παιδιά, αλλά είναι εξίσου έγκυρη.
  • Αν έχετε ήδη διαγνωστεί και λαμβάνετε θεραπεία, συνεχίστε να συνεργάζεστε με τον γιατρό σας. Η ΔΕΠΥ δεν «θεραπεύεται» με μια συνταγή για όλη τη ζωή. Απαιτεί συνεχή παρακολούθηση.


Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-02 13:14:00

Δείτε και αυτό !
Close
Back to top button