Οικονομία

Αναβάθμισε την Ελλάδα στο ΒΒΒ+ η Scope

Στο ΒΒΒ+, μια βαθμίδα πάνω από το investment grade, αναβάθμισε την αξιολόγηση για το ελληνικό αξιόχρεο ο οίκος Scope Ratings, θέτοντας σταθερό outlook.  

Σημειώνεται ότι σήμερα το βράδι είναι προγραμματισμένη και η ετυμηγορία της Moody’s (αξιολόγηση “Baa3” και σταθερή προοπτική). Οι επόμενες προγραμματισμένες αξιολογήσεις του ελληνικού αξιόχρεου θα πραγματοποιηθούν στις: 23 Οκτωβρίου 2026: Standard & Poor’s και στις 6 Νοεμβρίου 2026: Fitch Ratings (ολοκλήρωση του ετήσιου κύκλου).

Αναλυτικά, η Scope Ratings GmbH αναβάθμισε σήμερα τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας (Ελλάδα) για τον εκδότη και το μη εξασφαλισμένο χρέος υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior unsecured debt) σε BBB+, από BBB, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα, και αναθεώρησε το Outlook σε Stable (Σταθερό), από Positive (Θετικό).

Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση του εκδότη επιβεβαιώθηκε σε S-2, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα. Σύμφωνα με τους ορισμούς αξιολόγησης της Scope, όπως επικαιροποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025, δεν αποδίδεται outlook στις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις. Ως εκ τούτου, το Stable Outlook για τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις S-2 της Ελλάδας αποσύρθηκε, καθώς πρόκειται για μη συναφή κατηγορία αξιολόγησης.

Η αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ αντανακλά:

Την ταχεία υποχώρηση του λόγου δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, με τη στήριξη μεγάλων και διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων, των διαρθρωτικών βελτιώσεων στη φορολογική διοίκηση και συμμόρφωση, καθώς και του ιστορικού συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει την ικανότητα της κυβέρνησης να αυξάνει τα έσοδά της και στηρίζουν τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.

Τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της οικονομίας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, με τη στήριξη της συνεχιζόμενης εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, της ισχυρής δυναμικής των επενδύσεων και των σημαντικών επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Η Ελλάδα έχει τα τελευταία χρόνια καταγράψει σταθερά υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την ευρωζώνη, ενώ υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ενισχυμένης ανθεκτικότητας σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Βασικοί παράγοντες της αξιολόγησης

Ταχεία μείωση του χρέους και ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν πολύ ισχυρές, υποστηριζόμενες από την ισχυρή αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και συμμόρφωση, καθώς και τη συνετή διαχείριση των δαπανών. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν ανθεκτικές και το 2026, παρά το λιγότερο υποστηρικτικό εξωτερικό περιβάλλον, γεγονός που αναδεικνύει την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας και τη συνεχιζόμενη δέσμευση των αρχών για συνετή δημοσιονομική διαχείριση.

Ως αποτέλεσμα, η Scope αναμένει ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ, με το δημοσιονομικό πλεόνασμα να διαμορφώνεται περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ το 2026 και το πρωτογενές πλεόνασμα περίπου στο 4,1% του ΑΕΠ.

Αν και η Scope αναμένει σταδιακή υποχώρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,7% του ΑΕΠ το 2027, λόγω μιας μετρημένης δημοσιονομικής επέκτασης μέσω υψηλότερων συνταξιοδοτικών δαπανών και προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να στηρίζουν τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.

Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, με τη στήριξη θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, έχει βελτιώσει σημαντικά την είσπραξη εσόδων. Ως αποτέλεσμα αυτών των βελτιώσεων, ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28,0% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο.

Η Scope αναμένει ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.

Τα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και η ευνοϊκή διαφορά μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίων συνεχίζουν να στηρίζουν την ταχεία υποχώρηση του λόγου του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.

Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, που διαμορφώθηκε περίπου στο 1,0%, και προβλέπεται να παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027.

Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η Scope αναμένει ότι αυτό θα οδηγήσει σε υποχώρηση του δημόσιου χρέους περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη στήριξη περαιτέρω πρόωρων αποπληρωμών του υφιστάμενου κρατικού χρέους.

Η Scope προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση του λόγου του χρέους, περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Αν και ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026, προτού υποχωρήσει, η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.

Η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωση του ελληνικού χρέους, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες, χαμηλούς κινδύνους αναχρηματοδότησης, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλό ποσοστό ευνοϊκής χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα.

Περίπου το 70% του κρατικού χρέους οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους ανερχόταν στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026.

Παράλληλα, σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, παρέχουν σημαντικό «μαξιλάρι» έναντι της μεταβλητότητας στις αγορές. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.

Οι πληρωμές τόκων ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να παραμείνουν πολύ χαμηλές τα επόμενα χρόνια, διαμορφούμενες κατά μέσο όρο στο 6,8% την περίοδο 2026-2031.

Σε συνδυασμό με την ενεργή διαχείριση του χρέους, οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και συγκρίνονται ευνοϊκά με πολλές άλλες χώρες που διαθέτουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους.

Ως αποτέλεσμα, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έχει ενισχυθεί σημαντικά, στηρίζοντας την αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+, παρά το γεγονός ότι το επίπεδο του δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό.

Βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης

Οπως επισημαίνει ο οίκος, η βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας στηρίζεται στις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις και τους ευρωπαϊκούς πόρους. Οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας ολοένα και περισσότερες ενδείξεις βελτιωμένης ανθεκτικότητας σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1,0% στην ΕΕ, και αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027, παρά το δυσκολότερο εξωτερικό περιβάλλον.

Η ανάπτυξη έχει ευρεία βάση και στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις υψηλές τουριστικές εισπράξεις, στην αύξηση των επενδύσεων, στη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην περαιτέρω απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων.

Βασικός παράγοντας για τη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών υπήρξε η ανάκαμψη των επενδύσεων. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους δικαιούχους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ (RRF) σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, με τις επενδύσεις να στηρίζουν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση.

Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη φορολογία και το επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν ενισχύσει περαιτέρω τις συνθήκες για επενδύσεις. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το RRF, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των διαθέσιμων πόρων, αντανακλώντας την ισχυρή ικανότητα υλοποίησης και τη συνεχιζόμενη δέσμευση στην εφαρμογή των σχετικών πολιτικών.

Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν σε ευνοϊκότερη αξιολόγηση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας, αν και παραμένει κάποια αβεβαιότητα ως προς τον βαθμό στον οποίο τα πρόσφατα επενδυτικά κέρδη θα μεταφραστούν σε διατηρήσιμες βελτιώσεις της παραγωγικότητας, σε υψηλότερη προστιθέμενη αξία της οικονομικής δραστηριότητας και σε ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.

Η Scope αναμένει επίσης ευρεία συνέχεια των πολιτικών μετά τις βουλευτικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το 2027. Αν και οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης ενδέχεται να καταστεί πιο σύνθετος, ο κίνδυνος σημαντικών αλλαγών στην ασκούμενη πολιτική εμφανίζεται περιορισμένος.

Οι ισχυρές δημοσιονομικές και οικονομικές επιδόσεις των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία του υφιστάμενου πλαισίου πολιτικής, ενώ η ευρεία πολιτική συναίνεση σε βασικές δημοσιονομικές και οικονομικές προτεραιότητες στηρίζει τη συνέχεια των πολιτικών.

Η συνεχιζόμενη υλοποίηση των επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, καθώς και το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, λειτουργούν επιπλέον ως παράγοντες που διασφαλίζουν τη δέσμευση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και στις συνετές δημοσιονομικές πολιτικές. 

Προκλήσεις για την αξιολόγηση: υψηλό δημόσιο χρέος, διαρθρωτικοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και επίμονες εξωτερικές ευπάθειες

Το βάρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην ευρωζώνη και εξακολουθεί να επιβαρύνει το πιστωτικό προφίλ της χώρας σε σύγκριση με κράτη με υψηλότερη αξιολόγηση.

Η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους από τη Scope δείχνει ότι η επιβάρυνση από το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται με ανθεκτικό ρυθμό, με τη στήριξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων που αναμένεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2031, της ευνοϊκής δυναμικής μεταξύ ανάπτυξης και επιτοκίων και της ευνοϊκής διάρθρωσης του χρέους, με συγκρατημένο κόστος τόκων.

Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει από το 145,7% του ΑΕΠ το 2025 στο 110% το 2031, σύμφωνα με το βασικό σενάριο.

Ωστόσο, η Scope αναμένει ότι ο ρυθμός μείωσης του χρέους θα επιβραδυνθεί σταδιακά, καθώς η ονομαστική ανάπτυξη θα μετριάζεται, το κόστος δανεισμού θα ομαλοποιείται και οι πιέσεις στις δαπάνες που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού θα καθίστανται πιο έντονες.

Ως αποτέλεσμα, τα επίπεδα του χρέους είναι πιθανό να παραμείνουν υψηλά σε σύγκριση με άλλα κράτη με αντίστοιχη πιστοληπτική αξιολόγηση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας την ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής και καθιστώντας την Ελλάδα πιο ευάλωτη σε δυσμενείς διαταραχές σε σχέση με χώρες υψηλότερης αξιολόγησης.

Ένας ακόμη περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση αφορά το ακόμη μέτριο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας, το οποίο εκτιμάται περίπου στο 1,3%. Διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας, εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Παρότι οι επενδύσεις έχουν επιταχυνθεί σημαντικά, με τη στήριξη ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, της αυξανόμενης εισροής άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI) και της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, απαιτούνται περαιτέρω ενδείξεις ότι οι επενδύσεις αυτές θα οδηγήσουν σε διατηρήσιμα κέρδη παραγωγικότητας, θα ενισχύσουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας και θα αυξήσουν διατηρήσιμα τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης.

Τέλος, η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει σημαντικά ασθενέστερη από εκείνη των περισσότερων χωρών με αντίστοιχη αξιολόγηση και εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνουν υψηλά, περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, αντανακλώντας διαρθρωτικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές που συνδέεται με τις επενδύσεις και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας.

Ως αποτέλεσμα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των ασθενέστερων στην ευρωζώνη, στο -142% του ΑΕΠ το 2025, αντανακλώντας μεγάλο απόθεμα εξωτερικών υποχρεώσεων.

Αυτό καθιστά την οικονομία περισσότερο εξαρτημένη από την εξωτερική χρηματοδότηση και πιο ευάλωτη σε δυσμενείς μεταβολές των συνθηκών εξωτερικής χρηματοδότησης σε σχέση με κράτη υψηλότερης αξιολόγησης.

Μια διαρκής μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και μια σταδιακή βελτίωση της NIIP θα ενίσχυαν την εξωτερική ανθεκτικότητα της Ελλάδας και θα στήριζαν ένα ισχυρότερο πιστωτικό προφίλ μεσοπρόθεσμα.

Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αλλαγή της αξιολόγησης

Το Stable Outlook αντανακλά την εκτίμηση της Scope ότι οι κίνδυνοι για τις αξιολογήσεις κατά τους επόμενους 12 έως 18 μήνες είναι ισορροπημένοι.

Σενάρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανοδική μεταβολή της αξιολόγησης και του Outlook είναι, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό:

* Διαρθρωτική ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ελλάδας, η οποία θα αποτυπώνεται σε διατηρήσιμη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ισχυρότερες επενδύσεις και αύξηση της παραγωγικότητας.

* Διαρκής βελτίωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.

* Διατηρήσιμη βελτίωση των δημοσιονομικών θεμελιωδών μεγεθών, που θα οδηγεί σε σημαντικά χαμηλότερο βάρος δημόσιου χρέους.

Σενάρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση της αξιολόγησης και του Outlook είναι, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό:

* Σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών θεμελιωδών μεγεθών, που θα οδηγούσε σε διατηρήσιμη απόκλιση από την προβλεπόμενη πορεία μείωσης του χρέους και σε επιδείνωση των δεικτών βιωσιμότητας του χρέους.

* Διατηρήσιμη εξασθένηση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των προοπτικών ανάπτυξης, η οποία θα αποτυπωνόταν σε αναστροφή της προόδου των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, χαμηλότερες επενδύσεις και ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας.

* Επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της χώρας. 




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-18 23:13:00

Back to top button