
Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής
Μόλις στα 16 του ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ ανακάλυψε πως στο αμερικανικό ποδόσφαιρο μπορείς να πληγωθείς ακόμη και χωρίς να σε ρίξει κάτω ο αντίπαλος. Ηταν Σεπτέμβριος του 2001, οι Δίδυμοι Πύργοι είχαν μόλις καταρρεύσει και ο Αμπντούλ έπαιζε με την ομάδα του λυκείου του στο Μίσιγκαν. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια του αγώνα, ένας παίκτης της αντίπαλης ομάδας τον προσέβαλε για την αραβική καταγωγή του και εκείνος αντέδρασε με μια γροθιά.
Αμέσως μετά την αποβολή του, ο προπονητής του, θέλοντας να τον ηρεμήσει, τον πήρε παράμερα για να του μιλήσει. «Ακου, αγόρι μου. Θα σε λένε Αμπντούλ Ελ Σαγέντ όλη σου τη ζωή. Από σένα εξαρτάται αν το όνομά σου θα γίνει φρένο ή γκάζι», του είπε. Η συμβουλή του προπονητή ήταν αναμφίβολα σωστή, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν φανταζόταν τότε πως έπειτα από 25 χρόνια εκείνος ο οργισμένος έφηβος θα έγραφε Ιστορία ως ο πρώτος μουσουλμάνος που θα κατάφερνε να εκλεγεί στην Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Γιος αιγυπτίων μεταναστών, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κολούμπια και υπότροφος Ρόουντς στην Οξφόρδη, κατάφερε τελικά, στην «τελική ευθεία», να επικρατήσει στο Μίσιγκαν του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου και πρώην πράκτορα του FBI Μάικλ Ρότζερς (με ποσοστό 52,2% έναντι 45,8%, και παρά τη στήριξη που προσέφερε την τελευταία στιγμή στον αντίπαλό του η Χέιλι Στίβενς, η Δημοκρατική βουλευτής την οποία ο Ελ Σαγέντ είχε νικήσει στις εσωκομματικές εκλογές).
Ωστόσο, όπως γράφει σε ανταπόκρισή του από το Ντιτρόιτ, την ιστορική μητρόπολη του Μίσιγκαν, ο Τζάνι Ριότα της ιταλικής La Repubblica, πλέον ο αντίπαλός του δεν είναι ένα άμυαλος έφηβος που τον περιπαίζει με αφορμή το επίθετό του ή το χρώμα του δέρματός του σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, αλλά ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, που τον αποκαλεί «παρανοϊκό τζιχαντιστή».
Αριστος μαθητής, εξαιρετικός αθλητής
Ο Αμπντουλραχμάν Μοχάμεντ Ελ Σαγέντ γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1984 στο Ρότσεστερ Χιλς, ένα εύπορο προάστιο του Ντιτρόιτ. Ο πατέρας του, Μοχάμεντ, μηχανολόγος μηχανικός και πανεπιστημιακός από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, είχε εναντιωθεί στο καθεστώς του Ανουάρ Σαντάτ.
Η Αμερική τού προσέφερε καταρχάς μια διέξοδο από την καταστολή, αλλά και ένα διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Γουέιν Στέιτ και επαγγελματικές ευκαιρίες στην πάλαι ποτέ κραταιή αυτοκινητοβιομηχανία του Ντιτρόιτ. Στον γιο του εξηγούσε πως είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη πόλη κρίνοντας ότι εκεί θα μπορούσε να ζήσει δίχως το επώνυμο, το χρώμα του δέρματος και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του να τον καταδίκαζαν στο περιθώριο.
Η μητέρα του, Φατέν Ελκόμι, εργαζόταν στον χώρο της υγείας. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μικρός και ο Αμπντούλ μεγάλωσε με τον πατέρα του και τη νέα του σύζυγο, την Τζάκλιν, μια αμερικανίδα μηχανικό από το Μίσιγκαν. Τα καλοκαίρια επισκεπτόταν τους συγγενείς του στην Αίγυπτο. Είχε δύο πατρίδες και δύο γλώσσες αλλά μόνο μία αγαπημένη ομάδα: τους Michigan Wolverines.
Στο σχολείο, πέρα από άριστος μαθητής, ήταν επίσης εξαιρετικός αθλητής, αρχηγός των ομάδων ράγκμπι, πάλης και λακρός. Εκανε τις προπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου σπούδασε βιολογία και πολιτικές επιστήμες. «Ας έχουμε την τόλμη να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο», είχε προτρέψει τους συμφοιτητές του κατά την τελετή αποφοίτησής τους το 2007, παρουσία μάλιστα του Μπιλ Κλίντον – αν και ακόμα δεν είχε αποφασίσει αν θα το προσπαθούσε μέσω της επιστήμης ή της πολιτικής.
Ποιος θα θεραπεύσει την κοινωνία;
Στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν συνδέθηκε στενά με έναν ιταλό επιδημιολόγο ονόματι Σάντρο Γκαλέα, που έγινε μέντοράς του και τον έστρεψε στη Δημόσια Υγεία. Κοντά του έμαθε ότι η υγεία δεν εξαρτάται μόνο από γιατρούς και φάρμακα, αλλά και από τη γειτονιά όπου μεγαλώνει κανείς, τον αέρα που αναπνέει και το εισόδημα της οικογένειάς του.
Μελέτησε επίσης την έκβαση των κυήσεων Αραβοαμερικανίδων στο Μίσιγκαν μετά από τις επιθέσεις της 11η Σεπτεμβρίου, διερευνώντας πώς το κλίμα εχθρότητας και διακρίσεων μπορεί να επηρεάσει την υγεία μητέρων και νεογνών.
Η υποτροφία Ρόουντς τον οδήγησε στη συνέχεια στο Oriel College της Οξφόρδης, όπου εκπόνησε διδακτορική διατριβή στη Δημόσια Υγεία, χρησιμοποιώντας μαθηματικά μοντέλα για να μελετήσει τη σχέση μεταξύ της παχυσαρκίας και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ ακολούθησε τον Γκαλέα στο Κολούμπια, όπου σπούδασε και Ιατρική, αποφοιτώντας το 2014. Την ίδια χρονιά εξελέγη επίσης επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας στη σχολή Δημόσιας Υγείας του κορυφαίου αμερικανικού πανεπιστημίου.
Ομως μια τυχαία συνάντηση σε ένα νοσοκομείο της Νέας Υόρκης έμελλε να αλλάξει τα σχέδιά του. Κατά την κλινική του εκπαίδευση γνώρισε μια τραυματισμένη άστεγη γυναίκα, εξαρτημένη από το αλκοόλ. Επέμεινε να μην πάρει πρόωρα εξιτήριο. Σύντομα, όμως, την πέτυχε ξανά στο μετρό, εγκαταλειμμένη στην ίδια αδιέξοδη κατάσταση. Εκείνος μπορούσε να φροντίζει τους ασθενείς. Ποιος, όμως, θα φρόντιζε την κοινωνία που τους αρρωσταίνει;
Κάπως έτσι, επέλεξε να μην ακολουθήσει κλινική ειδικότητα και δεν απέκτησε ποτέ άδεια άσκησης επαγγέλματος ιατρού (γεγονός που ο Ρότζερς, ο αντίπαλός του στις ενδιάμεσες εκλογές, αποπειράθηκε να χρησιμοποιήσει εναντίον του στην προεκλογική εκστρατεία). Στράφηκε στη δημόσια υγεία και το 2015, σε ηλικία 30 ετών, ανέλαβε επικεφαλής της αρμόδιας υπηρεσίας του Ντιτρόιτ, μιας πόλης που μόλις είχε εξέλθει από το καθεστώς ενεργούς χρεοκοπίας.
Βρεφική θνησιμότητα, μόλυβδος στο νερό της βρύσης, άσθμα, φτώχεια, ρύπανση από διυλιστήρια: αυτές ήταν πλέον οι καθημερινές του έγνοιες. Οταν ένα διυλιστήριο θέλησε να αυξήσει τις εκπομπές διοξειδίου του θείου, τάχθηκε στο πλευρό των κατοίκων των εργατικών συνοικιών, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη νέα του δουλειά «κοινωνική χειρουργική».
Στο σπίτι τον περίμενε η Σάρα Τζουκάκου, ινδικής καταγωγής και επίσης μουσουλμάνα, ψυχίατρος στο επάγγελμα, με την οποία είχαν γνωριστεί στο Κολούμπια. Απέκτησαν δύο κόρες, την Εμαλί και τη Σερέν, ενώ όμως η Σάρα αφοσιώθηκε στην κλινική ιατρική, ο Αμπντούλ επέλεξε τελικά να στραφεί στην πολιτική.
Το 2017 άφησε τη θέση του στον Δήμο του Ντιτρόιτ για να διεκδικήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών ενόψει της αναμέτρησης για την εκλογή κυβερνήτη. Είχε τη στήριξη του Μπέρνι Σάντερς αλλά ηττήθηκε από την Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία κατάφερε να εκλεγεί κυβερνήτης (στις χθεσινές εκλογές επικράτησε η επίσης Δημοκρατική Τζόσελιν Μπένσον).
Μετά από αυτή την πρώτη του δυσάρεστη εκλογική εμπειρία ο Ελ Σαγέντ έγραψε ένα βιβλίο για τη δημόσια υγεία και την καθολική περίθαλψη και άρχισε να παρουσιάζει το podcast «America Dissected», εστιάζοντας ακριβώς σε αυτά τα δύο ζητήματα. Τον Μάρτιο του 2023 ανέλαβε τη διεύθυνση της υπηρεσίας Υγείας, Κοινωνικών Υπηρεσιών και Βετεράνων της κομητείας Γουέιν στο Μίσιγκαν.
Η σύγκρουση με το κομματικό κατεστημένο
Οσον αφορά τις πολιτικές του θέσεις, σκέφτεται «σαν ένας Σάντερς με ένα εγχειρίδιο επιδημιολογίας πάνω στο τραπέζι: θέλω καθολική υγειονομική περίθαλψη, φόρους στους πλούσιους, περιορισμό της ισχύος των μονοπωλίων». Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του μιλούσε χωρίς να μασάει τα λόγια του, μη διστάζοντας να συγκρουστεί ακόμη και με το Δημοκρατικό κατεστημένο, καθώς ο ίδιος ανήκει στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος.
Η απαίτησή του να τερματιστεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ τού εξασφάλισε τις ψήφους πολλών φοιτητών αλλά προκάλεσε αντιδράσεις μεταξύ των εβραίων Δημοκρατικών ψηφοφόρων. Αντιδράσεις προκάλεσε και η συνεργασία του με τον αριστερό διαδικτυακό σχολιαστή Χασάν Πάικερ, γνωστό για τις προκλητικές δηλώσεις του σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική και το εβραϊκό κράτος.
Στις εσωκομματικές εκλογές του Αυγούστου αντιμετώπισε τη Χέιλι Στίβενς, που είχε τη στήριξη του κομματικού μηχανισμού, καθώς και του επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ. Εκείνη υποσχόταν ότι θα νικούσε τον Τραμπ χωρίς να αποξενώσει τους κεντρώους. Ο Ελ Σαγέντ, αντιθέτως, τασσόταν υπέρ της υιοθέτησης μιας πιο σκληρής στάσης. Και κέρδισε τελικά.
Την 1η Νοεμβρίου, δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, η Στίβενς, μη έχοντας ξεπεράσει ακόμα την ήττα της, ανακοίνωσε ότι στήριζε τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλό του. Είχε προηγηθεί αντιπαράθεση για ένα διαφημιστικό μήνυμα ανεξάρτητης οργάνωσης υπέρ του Ελ Σαγέντ, το οποίο συνέδεε την αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ με την ακρίβεια στις ΗΠΑ.
Ο υποψήφιος γερουσιαστής των Δημοκρατικών αρκέστηκε να δηλώσει ότι δεν προερχόταν από το προεκλογικό του επιτελείο, καθώς και ότι διαφωνούσε με το περιεχόμενό του. Ομως η απόφαση της Στίβενς προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις μεταξύ των Δημοκρατικών. Ο επικεφαλής του κόμματος στο Μίσιγκαν δήλωσε ότι δεν ανήκει πλέον στις τάξεις του, ενώ ο Σούμερ χαρακτήρισε την κίνησή της «επαίσχυντη προδοσία».
«Μόνο στην Αμερική»
Τελικά, παρά τα πολλά εκατομμύρια που δαπανήθηκαν από τον Ελον Μασκ και το φιλοϊσραηλινό λόμπι ώστε να ηττηθεί, ο Ελ Σαγέντ κατάφερε, χάρη στις θέσεις αλλά και τη στάση του, να κερδίσει τους περισσότερους από τους ψηφοφόρους του Μίσιγκαν, ακόμη και της αντίπαλης παράταξης. Μιλώντας στο Fox News, o Τομ Ράιτ, Ρεπουμπλικανός από τα γεννοφάσκια του, εξήγησε ότι, αν και διαφωνεί με τις ιδέες του, θα τον ψήφιζε επειδή «ο Ρότζερς είναι τσιράκι του Τραμπ».
Ιδιαίτερα σημαντική για την επικράτησή του υπήρξε και η υποστήριξη που του παρείχαν διάφορες επιφανείς προσωπικότητες των Δημοκρατικών, από τον Μπέρνι Σάντερς, την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και την Ελίζαμπεθ Γουόρεν μέχρι τον Μπαράκ Ομπάμα.
«Το 2001 ένας προπονητής είχε πει σε έναν αραβοαμερικανό έφηβο ότι θα κουβαλά το όνομά του σε όλη του τη ζωή. Το 2026 ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ ζήτησε από τους ψηφοφόρους να επιλέξουν αυτό το όνομα στο ψηφοδέλτιο και να τον στείλουν στην Ουάσινγκτον», σχολιάζει ο Τζάνι Ριότα ολοκληρώνοντας την ανταπόκρισή του από το Ντιτρόιτ. «Ο πατέρας του είχε διασχίσει τον ωκεανό, δραπετεύοντας από ένα αυταρχικό καθεστώς. Ο γιος του θα κάθεται στο εξής στα έδρανα της αμερικανικής Γερουσίας».
«Only in America», ανέφερε το βράδυ της Τρίτης δακρυσμένος ένας ψηφοφόρος του μιλώντας στον ιταλό απεσταλμένο – «μόνο στην Αμερική» συμβαίνουν τέτοια θαύματα.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-05 06:45:00
