
Bank of America: Ο πόλεμος στο Ιράν ενισχύει τη χρήση άνθρακα στην Ευρώπη
Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου οδηγεί σε αυξημένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα, ενισχύοντας τις εκπομπές CO₂ και τη ζήτηση για δικαιώματα ρύπων.
Η Bank of America εκτιμά ότι οι τιμές των ευρωπαϊκών δικαιωμάτων εκπομπών θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 100 ευρώ ανά τόνο τον φετινό χειμώνα.Σημαντικές ανακατατάξεις στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, με την απότομη αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου να οδηγεί σε προσωρινή ενίσχυση της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα. Σύμφωνα με την έκθεση Global Energy Weekly της Bank of America, με τίτλο «Carbon, coal, and conflict», οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να αυξήσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στον ευρωπαϊκό τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, στηρίζοντας βραχυπρόθεσμα τη ζήτηση και τις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών.Από τα τέλη Φεβρουαρίου, ο πόλεμος στο Ιράν έχει προκαλέσει ισχυρό σοκ στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας, οδηγώντας τις τιμές πολλών ενεργειακών προϊόντων στα υψηλότερα επίπεδά τους από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ειδικότερα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά περίπου 40%, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν υπερδιπλασιαστεί και η αγορά ντίζελ παρουσιάζει σημαντική στενότητα στην προσφορά.Καθώς οι αγορές εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικές απέναντι στο ενδεχόμενο επίτευξης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έως το τέλος του έτους, οι υψηλές τιμές ενέργειας ενδέχεται να διατηρηθούν και το 2027.Η επιστροφή στον άνθρακα και οι επιπτώσεις στις εκπομπέςΗ σημαντική αύξηση του κόστους του φυσικού αερίου καθιστά τον άνθρακα οικονομικά πιο ανταγωνιστική επιλογή για τις ευρωπαϊκές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Ακόμη και μετά τον συνυπολογισμό του κόστους εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα παραμένει φθηνότερη συγκριτικά με εκείνη από φυσικό αέριο.Ωστόσο, η δυνατότητα της Ευρώπης να στραφεί εκ νέου στον άνθρακα είναι περιορισμένη, καθώς η παραγωγική δυναμικότητα των ανθρακικών μονάδων έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.Παρά τους περιορισμούς αυτούς, οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου έχουν ήδη οδηγήσει τις ευρωπαϊκές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγής σε αυξημένη χρήση άνθρακα, ενισχύοντας τις εκπομπές CO₂. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τη ζήτηση για ευρωπαϊκά δικαιώματα εκπομπών (EUAs), τα οποία οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να διαθέτουν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων.Την ίδια στιγμή, η εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) αναμένεται να επηρεάσει περαιτέρω την αγορά, επεκτείνοντας το κόστος των εκπομπών άνθρακα σε συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα και σηματοδοτώντας τη σταδιακή κατάργηση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων για τους εγχώριους παραγωγούς.Έως τα 100 ευρώ ανά τόνο τα δικαιώματα εκπομπών τον χειμώναΣύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Bank of America, ο συνδυασμός των υψηλών τιμών φυσικού αερίου, της αυξημένης χρήσης άνθρακα και των αλλαγών στο κανονιστικό πλαίσιο θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές των ευρωπαϊκών δικαιωμάτων εκπομπών έως τα 100 ευρώ ανά τόνο κατά τη διάρκεια του φετινού χειμώνα.Ωστόσο, η τράπεζα εκτιμά ότι η άνοδος αυτή θα έχει προσωρινό χαρακτήρα. Μια ενδεχόμενη επίλυση της σύγκρουσης στο Ιράν, σε συνδυασμό με την έναρξη λειτουργίας νέων έργων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στις ΗΠΑ, αναμένεται να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου.Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να καταστήσει εκ νέου ελκυστικότερη την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο, περιορίζοντας τη χρήση άνθρακα και μειώνοντας τις εκπομπές του ενεργειακού τομέα.Υπό την προϋπόθεση ότι οι εξαγωγές LNG από τη Μέση Ανατολή θα έχουν επιστρέψει σε κανονικά επίπεδα και τα νέα έργα LNG θα τεθούν σε λειτουργία σύμφωνα με τον προγραμματισμό, η Bank of America προβλέπει ότι οι τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών θα υποχωρήσουν κάτω από τα 80 ευρώ ανά τόνο κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027.Πρόσθετη πίεση στη ζήτηση για δικαιώματα εκπομπών ενδέχεται να ασκήσει και η μείωση των εκπομπών από τη μεταποίηση και τον ευρύτερο βιομηχανικό τομέα.Η ηλεκτροκίνηση αλλάζει τις ισορροπίες στις μεταφορέςΠαράλληλα, η έκθεση εξετάζει τις προοπτικές του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών ETS2, το οποίο προβλέπεται να ξεκινήσει τις δημοπρασίες δικαιωμάτων το 2027 και καλύπτει τις οδικές μεταφορές και επιπλέον τομείς της οικονομίας.Ωστόσο, η εφαρμογή του συστήματος αντιμετωπίζει πιέσεις για νέα αναβολή, καθώς η Ευρώπη δίνει ολοένα μεγαλύτερη προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια έναντι των στόχων περιορισμού των εκπομπών. Αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται και για τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες σχετικά με τις εκπομπές μεθανίου.Σε αντίθεση με την ιστορική τάση, κατά την οποία οι εκπομπές από τις οδικές μεταφορές αυξάνονταν ενώ άλλοι τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας περιόριζαν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα, το 2026 αναμένεται να καταγραφεί σημαντική μείωση και στις μεταφορές.Οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές της βενζίνης και του ντίζελ έχουν περιορίσει τις οδικές μετακινήσεις στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές του κόσμου, μειώνοντας τη ζήτηση για συμβατικά καύσιμα και, κατά συνέπεια, τις σχετικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.Ταυτόχρονα, η στροφή των καταναλωτών προς τα ηλεκτρικά οχήματα επιταχύνεται, με τις πωλήσεις να παρουσιάζουν ισχυρή ανάπτυξη σε μεγάλες αγορές. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ταχεία υιοθέτηση ηλεκτρικών φορτηγών, η οποία συμβάλλει στον περιορισμό της κατανάλωσης ντίζελ.Οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν ένα περιβάλλον χαμηλότερης ζήτησης για δικαιώματα εκπομπών στο πλαίσιο του ETS2, ασκώντας πτωτικές πιέσεις και στις τιμές τους.Παρότι οι κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους στους καταναλωτές, μέσω μέτρων όπως η πρόωρη εφαρμογή χειμερινών προδιαγραφών στα καύσιμα και η χαλάρωση των προτύπων οικονομίας καυσίμου, η Bank of America εκτιμά ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας θα λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα ως καταλύτης για την περαιτέρω ηλεκτροκίνηση και τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-21 15:09:00
