Οικονομία

«Βουτιά» για το πετρέλαιο προκαλεί η επικράτηση των Δημοκρατικών

Σημαντικές πιέσεις στην αγορά πετρελαίου έφερε το «μπλε κύμα» που σάρωσε τις ΗΠΑ στις ενδιάμεσες εκλογές, με τους Δημοκρατικούς να κερδίζουν κατά κράτος τους Ρεπουμπλικάνους, γεγονός που οδηγεί τους επενδυτές στην εκτίμηση ότι μπορεί να υπάρξει αλλαγή της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ έναντι του Ιράν.

Το προθεσμιακό συμβόλαιο του brent υποχώρησε άνω του 2%, με την τιμή του να βρίσκεται λίγο μετά τις 16.00 ώρα Ελλάδας μία ανάσα από τα 100 δολάρια, ενώ σε επίπεδο εβδομάδας έχει υποχωρήσει άνω του 13%. Ανάλογη πορεία ακολουθεί και το αμερικανικό αργό (WTI), το οποίο αποδυναμώνεται σχεδόν 3% και βρίσκονταν λίγο πάνω από τα 93 δολάρια.

Η επικράτηση του Δημοκρατικού Κόμματος και στα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου, δημιουργεί μία νέα πολιτική ισορροπία, ενώ ενισχύονται οι πιθανότητες να περιοριστούν τα περιθώρια κινήσεων για τον Τραμπ, ιδίως σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό και τις ευρύτερες δεσμεύσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Σε συνέντευξή του στη Wall Street Journal, ο αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι ο πόλεμος με το Ιράν συνέβαλε στις απώλειες των Ρεπουμπλικανών, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν μετανιώνει για τη σύγκρουση. Παράλληλα, δήλωσε ότι θα επιδιώξει συνεργασία με τους Δημοκρατικούς, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα άσκησης προεδρικού βέτο.


Αναλυτές εκτιμούν ότι ο νέος συσχετισμός δυνάμεων στο Κογκρέσο μπορεί να δυσκολέψει την υλοποίηση των εξωτερικών πολιτικών προτεραιοτήτων του Τραμπ, καθώς ενδέχεται να καταστήσει δυσκολότερη την εξασφάλιση χρηματοδότησης για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι αλλαγές δεν αναμένεται να αποτυπωθούν άμεσα στην κυβερνητική πολιτική.

«Το νέο Κογκρέσο θα αναλάβει καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου, γεγονός που αφήνει σχεδόν δύο μήνες στην κυβέρνηση για την προώθηση περαιτέρω πρωτοβουλιών εξωτερικής πολιτικής υπό την υφιστάμενη σύνθεση», δήλωσε η Μισέλ Μπρουχάρντ, επικεφαλής πολιτικής ανάλυσης και γεωπολιτικού κινδύνου στην Kpler.


Το δίλημμα της Ουάσιγκτον και το γεωπολιτικό ασφάλιστρο

Για τους επενδυτές, το άμεσο ερώτημα είναι εάν οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν συμφωνία με την Τεχεράνη ή θα εξαπολύσουν νέο κύμα στρατιωτικών επιθέσεων.

Οι αναλυτές της ING, Γουόρεν Πάτερσον και Εβα Μάνθι, επισημαίνουν ότι η αγορά έχει ενσωματώσει στις τιμές την αυξημένη πιθανότητα νέας σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Εάν δεν υπάρξει ούτε στρατιωτική κλιμάκωση ούτε διπλωματική συμφωνία, οι επενδυτές θα κληθούν να αξιολογήσουν κατά πόσο το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου που ενσωματώνεται στις τιμές του πετρελαίου μπορεί να διατηρηθεί ή θα αρχίσει να υποχωρεί.


Οι τιμές παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις αυτή την εβδομάδα, καθώς οι αγορές σταθμίζουν το ενδεχόμενο νέων αμερικανικών στρατιωτικών ενεργειών σε συνδυασμό με τις διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Οι ενδείξεις προόδου στις διαπραγματεύσεις έχουν προσφέρει κάποια ανακούφιση, ωστόσο η αβεβαιότητα για τις εξελίξεις στην περιοχή και οι συνεχιζόμενες απειλές κατά της ναυσιπλοΐας εξακολουθούν να στηρίζουν τις τιμές.

Η αμερικανική επίθεση στο νησί Κεσμ του Ιράν ενίσχυσε τους φόβους για νέα κλιμάκωση. Μια ευρύτερη στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανικά αντίποινα σε οικονομικές και πολιτικές υποδομές σε ολόκληρη την περιοχή, διαταράσσοντας περαιτέρω τον ενεργειακό εφοδιασμό και απειλώντας τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους διαύλους του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο Νιλ Σίρινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, εκτιμά ότι μια νέα σειρά αμερικανικών επιθέσεων κατά του Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει το Brent πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι. Πρόσθεσε, επίσης, ότι η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών ενδέχεται να ωθήσει τον Τραμπ να στρέψει ακόμη περισσότερο την προσοχή του στην εξωτερική πολιτική, καθώς θα αντιμετωπίζει εντονότερη αντίσταση στο εσωτερικό πολιτικό του πρόγραμμα.

Το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης

Η σύγκρουση με το Ιράν έφερε τις τιμές της ενέργειας στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης, καθώς οι αμερικανοί καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος καυσίμων, τροφίμων και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), ενώ οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου προσθέτουν νέες πιέσεις στις τιμές και εντείνουν την αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές.

«Οι αμερικανοί ψηφοφόροι αποφασίζουν με βάση την οικονομική τους κατάσταση, κάτι που δεν είναι καινούργιο», σημείωσε η Μπρουχάρντ, υπογραμμίζοντας ότι το κόστος διαβίωσης και ο πληθωρισμός αποτελούν βασικές ανησυχίες και ότι οι τιμές της ενέργειας είναι ένας από τους πιο άμεσα αντιληπτούς δείκτες αυτών των πιέσεων.

Παράλληλα, οι διαπραγματεύσεις για τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας αποτελούν έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα για τις ενεργειακές αγορές. Τυχόν πρόοδος θα μπορούσε να επηρεάσει τις αμερικανικές κυρώσεις κατά της Μόσχας και τις εξαγωγές ρωσικών καυσίμων, αλλά και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές διυλισμένων προϊόντων, και κυρίως του ντίζελ, παραμένουν υπό έντονη πίεση.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-04 16:16:00

Δείτε και αυτό !
Close
Back to top button