
Η Ελλάδα που δεν γεννά: Υπογονιμότητα, κόστη και χαμένες γενιές
Η δημογραφική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων ετών. Είναι μια βαθιά δομική διαδικασία που ξεκίνησε πάνω από έναν αιώνα πριν και συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Στον πυρήνα της βρίσκεται μια διάσταση που συχνά παραβλέπεται: η υπογονιμότητα, μια ιατρική κατάσταση που λαμβάνει πλέον διαστάσεις επιδημίας. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνης, «η δημογραφική κατάρρευση είναι ‘εδώ’».
Για μια τριακονταετία μετά τον πόλεμο (1951-1980), η Ελλάδα κατέγραφε περίπου 150.000 γεννήσεις ετησίως. Στη δεκαετία του 1990 ο αριθμός έπεσε στις 100.000, και το 2024 καταγράφηκαν μόλις 68.467 γεννήσεις έναντι 126.916 θανάτων — αρνητικό ισοζύγιο 58.449 ατόμων. Οι εκτιμήσεις για το 2026 κάνουν λόγο για περίπου 65.000 γεννήσεις, ενώ την περίοδο 2021-2030 οι συνολικές γεννήσεις δεν θα υπερβούν τις 700.000, έναντι 920.000 την προηγούμενη δεκαετία (-25%).
Η κατάρρευση είναι η συνάντηση δύο τάσεων. Πρώτον, οι νεότερες γενιές κάνουν λιγότερα παιδιά. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1930 απέκτησαν σχεδόν 2,3 παιδιά κατά μέσο όρο, ενώ εκείνες του 1985 κάνουν λιγότερα από 1,5. Δεύτερον, ο αριθμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας συρρικνώνεται: μεταξύ 2009 και 2024 μειώθηκαν κατά 480.000 (28%). Όπως εξηγεί ο κ. Κοτζαμάνης, «είναι ένας συνδυασμός και των δύο».
Η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει ανέβει από τα 26,2 έτη (1979-80) στα 32,2 έτη. Σήμερα μόλις το 30% των γεννήσεων προέρχεται από γυναίκες κάτω των 30 ετών. Αυτό έχει άμεσες βιολογικές συνέπειες: «Όσο αφήνετε να κάνετε παιδιά αργότερα, δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσετε να αποκτήσετε τον αριθμό που θέλετε, γιατί η γονιμότητα της γυναίκας έχει μειωθεί δραστικά».
Η υπογονιμότητα ως ιατρική οντότητα
Ο ΠΟΥ ορίζει την υπογονιμότητα ως «την αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης έπειτα από 12 μήνες ή περισσότερο τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη». Σε παγκόσμιο επίπεδο πλήττει περίπου 1 στα 6 άτομα (17,5%). Στην Ελλάδα, το ποσοστό των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας που αντιμετωπίζουν πρόβλημα κυμαίνεται από 15% έως 20%, ένα από τα υψηλότερα της ΕΕ. Εκτιμάται ότι 250.000 έως 300.000 ζευγάρια στη χώρα αντιμετωπίζουν υπογονιμότητα. Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών τη χαρακτηρίζει «σοβαρή εθνική απειλή».
Τα αίτια κατανέμονται σχεδόν ισόρροπα: ο ανδρικός παράγοντας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για 20-30% των περιπτώσεων και συνυπεύθυνος στο 40-50%, ενώ σε ένα 20% η αιτία παραμένει ανεξήγητη. Στις γυναίκες κυριαρχούν οι διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας, η ενδομητρίωση, οι παθήσεις σαλπίγγων και η ηλικία. Στους άνδρες, η κιρσοκήλη, οι λοιμώξεις, οι ορμονικές διαταραχές και η ιδιοπαθής ανεπάρκεια.
Το κόστος της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής
Περίπου 10.000 γυναίκες ετησίως απευθύνονται στα 35 κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης της χώρας. Τα ποσοστά επιτυχίας ανά εμβρυομεταφορά κυμαίνονται μεταξύ 30% και 40% (χαμηλότερα μετά τα 35). Κάθε κύκλος κοστίζει από 3.000 έως 7.000 ευρώ, ενώ ο ΕΟΠΥΥ καλύπτει μέχρι 4 προσπάθειες με αποζημίωση μόλις 352 ευρώ ανά ολοκληρωμένη προσπάθεια. Το κόστος καθιστά την πρόσβαση άνιση.
Τα ποσοστά μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής σε ζευγάρια που υποβάλλονται σε θεραπεία κυμαίνονται από 15% έως 54%. Το άγχος, η αγωνία και η κοινωνική πίεση συνοδεύουν κάθε προσπάθεια, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο στρες που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά και τη γονιμότητα.
Περιφερειακές ανισότητες
Μεταξύ 2009 και 2024, οι γεννήσεις μειώθηκαν πανελλαδικά κατά 42%. Σε έξι νομούς — Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα — η μείωση ξεπέρασε το 50%. Το 2024 καταγράφηκαν 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις πανελλαδικά. Μόλις πέντε από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες — Θήρα, Μύκονος, Κως, Νάξος και Ρέθυμνο — είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Σε 17 ενότητες της ηπειρωτικής Ελλάδας καταγράφηκαν 250-376 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Ο δείκτης γονιμότητας στην Αθήνα, την Ευρυτανία και τη Φωκίδα είναι κάτω από 1 παιδί ανά γυναίκα. Αντίθετα, νησιωτικές περιοχές όπως οι Κυκλάδες και η Ζάκυνθος εμφανίζουν πτώση κάτω από 15%, λόγω νεότερου πληθυσμού και συγκράτησης νέων.
Γιατί η Ελλάδα διαφέρει
Η ελληνική περίπτωση έχει δύο ιδιαιτερότητες: η μείωση των γεννήσεων ξεκίνησε πολύ αργότερα από τη Δυτική Ευρώπη και συνεχίζεται απρόσκοπτα, χωρίς την προσωρινή ανάκαμψη του «baby boom». Επιπλέον, ο αριθμός παιδιών ανά γυναίκα απέχει όλο και περισσότερο από αυτόν που επιθυμούν και από το επίπεδο αναπλήρωσης (2,07). Η βασική αιτία είναι η απουσία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια: «Στη χώρα μας δεν είχαμε δημιουργήσει ποτέ ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί», σημειώνει ο κ. Κοτζαμάνης. Η Ελλάδα ανήκει στις πέντε ευρωπαϊκές χώρες με τη χαμηλότερη γονιμότητα.
Κατά την εικοσαετία 2027-2046, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, οι γεννήσεις αναμένεται να είναι λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια, έναντι 1,8 εκατομμυρίων την προηγούμενη εικοσαετία. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο πληθυσμός της χώρας θα μειωθεί κατά 30,1% έως το τέλος του αιώνα, από 10,37 σε περίπου 7,24 εκατομμύρια κατοίκους. Ο κ. Κοτζαμάνης τονίζει ότι η επιστροφή στα παλιά επίπεδα δεν είναι ρεαλιστική· «το βάρος πέφτει πλέον στη συγκράτηση της πτώσης και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που θα επιτρέπει στα ζευγάρια να αποκτούν περισσότερα παιδιά». Η αντιμετώπιση απαιτεί συνολική στρατηγική: στεγαστική πολιτική, μείωση κόστους ανατροφής, άμβλυνση έμφυλων διακρίσεων, ενίσχυση της πρόσβασης στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των νέων στο μέλλον.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-04 10:14:00
