Κόσμος

ΗΠΑ: Τι συμβαίνει όταν αμφισβητούνται τα αποτελέσματα των εκλογών – Ποιος έχει τον τελευταίο λόγο

Η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελούν τα δύο σώματα που αποφασίζουν ποιος θα εκλεγεί και αυτή είναι μία εξουσία που θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, στην περίπτωση που ορισμένες εκλογικές αναμετρήσεις καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Οι ομοσπονδιακές εκλογές διεξάγονται από τις πολιτείες και τα αποτελέσματά τους επικυρώνονται από τους αρμόδιους αξιωματούχους της εκάστοτε Πολιτείας.

Ωστόσο, το Σύνταγμα των ΗΠΑ ορίζει ότι κάθε σώμα του Κογκρέσου αποτελεί «τον κριτή των εκλογών, των αποτελεσμάτων και των προσόντων των μελών του».

Αυτό σημαίνει ότι οι νομοθέτες είναι εκείνοι που έχουν τον τελευταίο λόγο όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης για τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία.

Έξι χρόνια μετά την αμφισβήτηση των εκλογικών αποτελεσμάτων και την εισβολή στο Καπιτώλιο

Έχουν περάσει σχεδόν έξι χρόνια μετά την εισβολή Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων και ένθερμων υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο – στις 6 Ιανουαρίου 2021. Τότε οι Ρεπουμπλικανοί επιχείρησαν να ανατρέψουν την ήττα στις εκλογές του 2020 από τον Τζο Μπάιντεν.

Αναλυτές εκτιμούν ότι οι εκλογικές αναμετρήσεις που θα διεξαχθούν ενδέχεται να είναι τόσο οριακές, ώστε να προκαλέσουν νέο γύρο αμφισβητήσεων των αποτελεσμάτων, αρχικά σε επίπεδο πολιτειών.

Και αυτό, διότι, τα δύο κόμματα θα δώσουν «μάχη» για τον έλεγχο του Κογκρέσου.

«Όσοι βρίσκονται εντός του περιθωρίου σφάλματος κατά τη διάρκεια επανακαταμέτρησης των ψήφων ή δεχθούν αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων, φαίνεται πως θα αγωνιστούν με όλες τους τις δυνάμεις για να υπερασπιστούν τη θέση τους, και αυτό αφορά τόσο τους υποψηφίους, όσο και την αμερικανική κυβέρνηση» όπως δήλωσε στο Reuters η Βικτόρια Μπασέτι, σύμβουλος στο States United Democracy Center, ένας οργανισμός που ασχολείται με τη διασφάλιση των ελέυθερων εκλογών.

Ρεκόρ στις προσφυγές

Να σημειωθεί ότι, οι δικαστικές προσφυγές ως προς τα αποτελέσματα των εκλογών έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά από μία απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το 2000, που έδωσε τέλος στην προεδρική εκλογική αναμέτρηση μεταξύ του Ρεπουμπλικανού Τζορτζ Μπους και του Δημοκρατικού Αλ Γκορ.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο Ρικ Χάσεν, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο UCLA, έχουν καταγραφεί 756 υποθέσεις την εκλογική περίοδο 2023-2024, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ. Πρόκειται για αύξηση 14,3% σε σύγκριση με την περίοδο 2019-2020 και περίπου τριπλάσιο αριθμό σε σχέση με τα επίπεδα πριν από το 2000.

Πώς αμφισβητούνται τα εκλογικά αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα των εκλογών για το Κογκρέσο μπορούν να αμφισβητηθούν τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, από υποψηφίους και από εν ενεργεία μέλη των δύο σωμάτων.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ένας υποψήφιος που έχει ηττηθεί μπορεί να αμφισβητήσει ένα αποτέλεσμα που έχει επικυρωθεί από την Πολιτεία, όπως προβλέπει ο ομοσπονδιακός νόμος περί αμφισβητούμενων εκλογών (Federal Contested Election Act). Η Επιτροπή Διοίκησης της Βουλής εξετάζει την ένσταση και μπορεί να εισηγηθεί στο σύνολο του Σώματος ποιος πρέπει να καταλάβει την έδρα.

Στη Γερουσία, οι ενστάσεις παραπέμπονται στην Επιτροπή Κανονισμών του Σώματος, η οποία εξετάζει τις υποθέσεις και υποβάλλει τις συστάσεις της στο σύνολο του σώματος.

Ωστόσο, μπορεί να προκύψουν και έντονες αντιπαραθέσεις στην Ολομέλεια. Για παράδειγμα, εάν ένας εν ενεργεία Ρεπουμπλικανός σχεδίαζε να αντιδράσει στην ανάληψη της έδρας από έναν Δημοκρατικό και να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία του «filibuster» που σημαίνει: παρεμπόδιση της λήψης απόφασης μέσω παρατεταμένης συζήτησης, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να απαντήσουν με αντίστοιχο τρόπο ή να μποϊκοτάρουν τις συνεδριάσεις, στερώντας από τη Γερουσία την απαιτούμενη απαρτία για να συνεδριάσει.

Όλες οι περιπτώσεις αμφισβήτησης των εκλογικών αποτελεσμάτων στη Βουλή, που δεν θα έχουν επιλυθεί μέχρι τη σύγκληση του νέου Κογκρέσου τον Ιανουάριο θα εξεταστούν από τη νέα Βουλή και όχι από την απερχόμενη. Αυτό θα μπορούσε να περιπλέξει τον έλεγχο του σώματος, εάν παραμείνουν εκκρεμείς αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις.

Η νέα Βουλή πρέπει επίσης να οργανωθεί και να εκλέξει πρόεδρο (Speaker of the House). Η κομματική αντιπαράθεση και το πολιτικό αδιέξοδο έχουν κατά καιρούς οδηγήσει στο να παραμένουν αμφισβητούμενες έδρες κενές για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

«Δεν θεωρώ ότι είναι σωστό οι πολίτες να πανικοβάλλονται ή να αντιμετωπίζουν την κατάσταση με υπερβολική ανησυχία» δήλωσε ο καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, Μπράιαν Καλτ. «Ωστόσο, μετά την 6η Ιανουαρίου, θα ήταν αφελές να ισχυριστεί κανείς ότι δεν υπάρχει πιθανότητα για παρατυπίες ή μεθοδεύσεις».

Από τότε που συνήλθε το πρώτο Κογκρέσο το 1789, η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει κληθεί να εξετάσει 634 αμφισβητούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της.

Η Γερουσία έχει αντιμετωπίσει τουλάχιστον 24 αντίστοιχες περιπτώσεις από το 1914, όταν οι γερουσιαστές άρχισαν να εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες, σύμφωνα με τα αρχεία του Σώματος.

Μικρές διαφορές εδρών στη Βουλή και τη Γερουσία

Η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, τις οποίες ελέγχουν σήμερα οι Ρεπουμπλικανοί με οριακές πλειοψηφίες, θα μπορούσαν να περάσουν στον έλεγχο των Δημοκρατικών, εάν αυτοί καταφέρουν να κερδίσουν καθαρά τέσσερις επιπλέον έδρες σε κάθε σώμα.

Και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων τίθενται σε εκλογική αναμέτρηση, ενώ στη Γερουσία ανανεώνεται μόνο περίπου το 1/3 των 100 εδρών.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη παρέμβει στις φετινές εκλογές, καταθέτοντας αγωγές με στόχο να εμποδίσει:

  • Την Αλάσκα να επικυρώσει τα εκλογικά αποτελέσματα, σε περίπτωση που ηττηθεί ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Νταν Σάλιβαν.
  • Την Καλιφόρνια να προσμετρήσει περισσότερα από 20.000 ψηφοδέλτια που έχουν αποσταλεί ταχυδρομικά.

Η προσωρινή αναγνώριση, ο έλεγχος της Γερουσίας και οι κενές έδρες

Τόσο η Βουλή όσο και η Γερουσία έχουν καθιερώσει την πρακτική της προσωρινής αναγνώρισης και τοποθέτησης υποψηφίων σε εκλογικές αναμετρήσεις που αμφισβητούνται, για όσο χρονικό διάστημα βρίσκονται σε εξέλιξη δικαστικές διαδικασίες ή έρευνες.

Ωστόσο, οι παρατεταμένες δικαστικές διαμάχες μπορούν να καθυστερήσουν την επίσημη επικύρωση των αποτελεσμάτων και να αφήσουν έδρες κενές.

Καμία αμφισβητούμενη εκλογική αναμέτρηση στη σύγχρονη ιστορία δεν έχει καθορίσει τον έλεγχο της Γερουσίας, ωστόσο από το 1914 έχουν σημειωθεί ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκβαση παρέμεινε αβέβαιη για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Με έως και επτά εκλογικές αναμετρήσεις να χαρακτηρίζονται αμφίρροπες, αναλυτές υπενθυμίζουν δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στις οποίες, έδρες της Γερουσίας παρέμειναν κενές για μήνες.

Ποιες είναι αυτές; Το 2008, η δικαστική προσφυγή στη Μινεσότα μεταξύ του Δημοκρατικού υποψηφίου Αλ Φράνκεν και του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Νορμ Κόλμαν άφησε την έδρα κενή για αρκετούς μήνες. Η υπόθεση επιλύθηκε τελικά υπέρ του Φράνκεν τον Ιούλιο του 2009, έξι μήνες μετά τη λήξη της θητείας του Κόλμαν.

Ακόμη παλαιότερα, εκλογική αναμέτρηση για τη Γερουσία στο Νιου Χάμσαϊρ το 1974 παρέμεινε ανεπίλυτη για ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, καθώς η Γερουσία αδυνατούσε να αποφασίσει μεταξύ του Δημοκρατικού Τζον Ντάρκιν και του Ρεπουμπλικανού Λούις Γουάιμαν.

Χρειάστηκαν δύο ξεχωριστές επανακαταμετρήσεις ψήφων σε επίπεδο Πολιτείας και πάλι δεν κατάφεραν να αναδείξουν έναν νικητή. Οι δικαστικές Αρχές της Πολιτείας αρνήθηκαν να παρέμβουν, ενώ σε αδιέξοδο κατέληξε και μία ειδική επιτροπή της Γερουσίας για τις εκλογές.

Η συζήτηση συνεχίστηκε έως ότου οι γερουσιαστές αποφάσισαν τον Ιούλιο του 1975 να κηρύξουν την έδρα κενή, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεξαγωγή ειδικών εκλογών τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, τις οποίες τελικά κέρδισε ο Ντάρκιν.

«Αγκάθι» οι αναμετρήσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων

Η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει αντιμετωπίσει πολύ περισσότερες αμφισβητούμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε σχέση με τη Γερουσία.

Εκλογικοί αναλυτές του οργανισμού «Inside Elections» χαρακτηρίζουν 18 από τις σημερινές εκλογικές αναμετρήσεις αμφίρροπες, ενώ ακόμη περισσότερες εμφανίζονται ιδιαίτερα ανταγωνιστικές.

Από το 1789, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση έχουν καταγραφεί κατά μέσο όρο πάνω από πέντε αμφισβητούμενες έδρες στη Βουλή.

Οι περισσότερες από αυτές καταγράφονται τον 19ο αιώνα, την περίοδο του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, της Ανασυγκρότησης (Reconstruction), της Χρυσής Εποχής (Gilded Age) και των πρώτων δεκαετιών εφαρμογής των νόμων φυλετικού διαχωρισμού του Τζιμ Κρόου.

Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, οι ειδικοί εκτιμούν ότι μια μεγάλη εκλογική νίκη θα μπορούσε να καταστήσει τις αμφισβητούμενες έδρες ασήμαντες ως προς το τελικό αποτέλεσμα.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η σαρωτική νίκη των Ρεπουμπλικανών το 1895. Η λαϊκή δυσαρέσκεια για τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο, είχε ως αποτέλεσμα να αμφισβητηθούν 38 εκλογικά αποτελέσματα για τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Τελικά πολλές από αυτές τις έδρες βρέθηκαν στον αέρα για περισσότερα από δύο χρόνια μετά τη διεξαγωγή των εκλογών.




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-31 13:35:00

Back to top button