
«Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια της Άλα Λιτόρια»
Πίσω από τις ιστορικές στιγμές ή και τους πολέμους υπάρχουν άνθρωποι. Λυπημένα πρόσωπα που ξεκίνησαν κοιτώντας ένα καινούριο χάραμα για να θυμηθούν -καιρό μετά- ότι ήταν το τελευταίο ήρεμο σκηνικό, που έζησαν πριν την σύρραξη που άλλαξε τις ζωές τους.
Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου για την νεότερη Ελλάδα συνοψίζεται σε εθιμοτυπικές παρελάσεις, σημαιοστολισμούς και αναφορές ομιλητών στο μήνυμα της γιορτής. Γιατί έτσι «γιορτάζονται» πια οι μνήμες των πολέμων. Και έτσι ξεμακραίνουμε ίσως, από τα αληθινά μηνύματα “αεί αδίδακτοι” και ουχί διδασκόμενοι.
Το χρονικό των γεγονότων της 28ης Οκτωβρίου 1940
Σε ένα σύντομο αφιέρωμα ανιχνεύουμε τις στιγμές των πρωταγωνιστών, μέσα από αφηγήσεις και σκέψεις τους για την ιστορική συγκυρία.
Ο Γιώργος Σεφέρης -προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών τότε- έγραφε για τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου του 1940.
«Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: “Έχουμε πόλεμο”. Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως. κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια» .
Ο Γιώργος Σεφέρης
Ο Εμμανουέλε Γκράτσι, πρέσβης της Ιταλίας στην χώρα μας, το 1940, συμπρωταγωνιστής εκείνης της ιστορικής νύχτας της 28ης Οκτωβρίου στο βιβλίο του με τίτλο “Η αρχή του τέλους – η επιχείρηση κατά της Ελλάδος”, γράφει τα εξής:
«Δέκα λεπτά πριν από τις 3.00 της νύχτας της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο στρατιωτικός μου ακόλουθος, ο διερμηνέας μου και εγώ, φθάσαμε στην καγκελόπορτα μιάς μικρής οικίας στην Κηφισιά, όπου έμενε ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Στον φρουρό της οικίας είπα ότι επιθυμώ να δω τον Πρωθυπουργό για κάτι πολύ επείγον. Ο φρουρός άρχισε να κτυπά το κουδούνι του εσωτερικού της οικίας, αλλά δεν ελάμβανε καμίαν απάντηση. Διερωτήθηκα εάν ήτο δυνατόν μια πρωθυπουργική κατοικία να μην απαντά αμέσως. Γιατί εγώ είχα εντολή να παραδώσω το τελεσίγραφον στις 3 π.μ. ακριβώς, της 28/10/1940, λόγω δε της προσπάθειας μου να ακουσθεί το κουδούνι και να ανοίξει η πόρτα, η ώρα είχε ήδη φθάσει 3.00. Επιτέλους το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά, που έκαμε την εμφάνισή του σε μια μικρή πλαϊνή πόρτα και αναγνωρίζοντάς με, με άφησε να περάσω. Ο Μεταξάς φορούσε μια μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυκτικό. Μου έσφιξε το χέρι και με έβαλε να καθίσω σε ένα μικρό φτωχικό σαλόνι του σπιτιού. Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνηση μου, μου είχε αναθέσει να του εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε: “Alors c’est la guerre.” (Λοιπόν έχουμε πόλεμο)».

O Εμανουέλε Γκράτσι
Στην συνάντηση αυτή, κατά την θυγατέρα του Μεταξά, ακολούθησε και η εξής στιχομυθία που ο Γκράτσι δεν την αναφέρει:
Γκράτσι: Pas necessaire, mon excellence (όχι απαραίτητα εξοχότατε)
Μεταξάς: Non, c’est necessaire (όχι, είναι απαραίτητο)
Και συνεχίζει ο Γκράτσι στο βιβλίο του. «Με συνόδευσε στην έξοδο υπηρεσίας από την οποία είχα μπει και όταν ήμασταν στο κατώφλι μου είπε: “Vous etes le plus forts” (είσθε οι πιο ισχυροί). Με την σειρά μου δεν ήξερα τι να απαντήσω στα λόγια αυτά και στην βαθιά λύπη που τα δονούσε».
Ο Μεταξάς στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας λίγο πριν απευθύνει το διάγγελμα για τον πόλεμο στον ελληνικό λαό
Το «Όχι » που δεν ειπώθηκε αλλά έγραψε ιστορία
Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για ένα “Όχι” που δεν ειπώθηκε ποτέ. Αλλά εννοήθηκε ποικιλοτρόπως. Ακόμη πιο βροντερό κι από το να είχε ειπωθεί.
Έπειτα από λίγες ώρες απηύθυνε διάγγελμα στον ελληνικό λαό: «Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζούμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3 ην πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν.
Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν του πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών».
Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια»
Ο Γιώργος Σεφέρης συνεχίζει την αφήγηση όσων έζησε φθάνοντας στο Υπουργείο: «Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας. Αμέσως μετά τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας. Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή.
Η εφημερίδα γράφει πως η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο
Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ’ ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της. Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη. Πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μάρω μου είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες. Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο. Τώρα ήταν όλοι μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας».
Ο βασιλιάς με ύφος νέου αξιωματικού. Υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:
-Είστε βέβαιος; και των Γερμανών;
-Και των Γερμανών είπα.
-Τι δικαιολογία να δώσουμε;
-Πέστε τους πως τώρα είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ’ εμένα.
Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα.Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια» (της αεροπορικής εταιρείας των Ιταλών).
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-28 07:08:00
