
Oxford Economics: Κίνδυνος ύφεσης για Γαλλία και Ιταλία το 2027 λόγω κρίσης χρέους
Η αυξανόμενη πίεση στις αγορές ομολόγων, η πολιτική αβεβαιότητα και οι δημοσιονομικές δυσκολίες εντείνουν τις ανησυχίες για την πορεία της γαλλικής οικονομίας.
Σύμφωνα με ανάλυση της Oxford Economics, την οποία παρουσιάζει το Euronews, ένα σοβαρό σοκ στην αγορά κρατικού χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει τη Γαλλία και την Ιταλία σε ύφεση το 2027, χωρίς ωστόσο να αποτελεί αυτό το βασικό σενάριο των οικονομολόγων.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς κρατικού ομολόγου κινήθηκε τη Δευτέρα (19/10) κοντά στο 4,9%, προσεγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών. Η άνοδος σημειώθηκε μετά τα επεισόδια στις διαδηλώσεις του Σαββατοκύριακου, κατά τις οποίες οι πολίτες εξέφρασαν την αγανάκτησή τους για το αυξημένο κόστος ζωής και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων η εκπαίδευση.
Η κοινωνική αναταραχή επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση της κυβέρνησης, η οποία καλείται να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού του 2027 από μια βαθιά διχασμένη Εθνοσυνέλευση.
Προτεραιότητα αποτελεί η κατάρτιση ενός αξιόπιστου προϋπολογισμού, ικανού να καθησυχάσει τους επενδυτές πριν από τις προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2027. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, ωστόσο, θα εξαρτηθεί και από τη δυνατότητα της επόμενης κυβέρνησης να δεσμευτεί σε μια πολυετή προσπάθεια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών.
Χρέος στο 119% του ΑΕΠ και αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης
Οι ανησυχίες των αγορών συνδέονται άμεσα με τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του γαλλικού στατιστικού ινστιτούτου INSEE, το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 119% του ΑΕΠ, ενώ στο τέλος Ιουνίου 2026 έφθανε τα 3,596 τρισ. ευρώ.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα 5,4% του ΑΕΠ για το 2026. Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται επίσης σημαντικά: οι τόκοι εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 91 δισ. ευρώ το 2027, από 79,2 δισ. ευρώ το 2026, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 12 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός και η υποτονική ανάπτυξη απειλούν να περιορίσουν τα φορολογικά έσοδα, επιδεινώνοντας περαιτέρω το έλλειμμα και το χρέος.
Τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια δυσκολεύουν την κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις κοινωνικές διεκδικήσεις με νέα μεγάλα πακέτα δαπανών, όπως συνέβη κατά την πανδημία, όταν ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, υιοθέτησε την προσέγγιση «ό,τι κι αν κοστίσει».
Αντίθετα, οι αγορές απαιτούν μείωση του ελλείμματος και συγκεκριμένες δεσμεύσεις για διαρκή εξοικονόμηση πόρων. Εάν το κόστος δανεισμού συνεχίσει να αυξάνεται, ο έλεγχος του δημόσιου χρέους ενδέχεται να γίνει ακόμη δυσκολότερος, με πιθανές επιπτώσεις και σε άλλες υπερχρεωμένες οικονομίες της ευρωζώνης.
Τα σενάρια για Γαλλία και Ιταλία
Η Oxford Economics εξέτασε τις συνέπειες μιας αναταραχής στη γαλλική αγορά ομολόγων, η οποία θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης με υψηλό δημόσιο χρέος. Η Ιταλία εμφανίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη, καθώς συνδυάζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλό χρέος και επενδύσεις που επηρεάζονται έντονα από την αυστηροποίηση των χρηματοδοτικών συνθηκών.
Ενας βασικός δείκτης ανησυχίας των επενδυτών είναι η διαφορά μεταξύ της απόδοσης των 10ετών κρατικών ομολόγων μιας χώρας και των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων. Το γαλλικό περιθώριο απόδοσης έχει αυξηθεί περίπου στις 145 μονάδες βάσης, παραμένοντας ελαφρώς χαμηλότερα από την κορύφωση που καταγράφηκε νωρίτερα τον Οκτώβριο, στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2011-2012.
Στο βασικό σενάριο της Oxford Economics, το περιθώριο απόδοσης της Γαλλίας παραμένει κάτω από τις 200 μονάδες βάσης πριν από τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 και περιορίζεται στη συνέχεια. Η εταιρεία εξακολουθεί να θεωρεί μια κρίση γαλλικού χρέους απίθανη, αν και δυνητικά ιδιαίτερα επιζήμια.
Τα δύο δυσμενή σενάρια συνδυάζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού με επιδείνωση της εμπιστοσύνης επιχειρήσεων και καταναλωτών. Στο ηπιότερο, το περιθώριο απόδοσης διευρύνεται στις 250 μονάδες βάσης, από περίπου 140 μονάδες βάσης κατά τη δημοσίευση της έκθεσης στις 15 Οκτωβρίου. Στο ακραίο σενάριο, φθάνει τις 400 μονάδες βάσης.
Σε αυτή την περίπτωση, τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία θα εισέλθουν σε ύφεση το 2027. Το Βέλγιο θα αντιμετωπίσει επίσης σημαντική αύξηση του κόστους δανεισμού, ενώ η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα θα δουν τις αποδόσεις των ομολόγων τους να αυξάνονται, με μικρότερες όμως επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα. Καμία από τις τρεις τελευταίες χώρες δεν προβλέπεται να καταγράψει συρρίκνωση της οικονομίας της στο συγκεκριμένο σενάριο.
Παρά τη σοβαρότητα των πιέσεων, η Oxford Economics εκτιμά ότι η ευρωζώνη συνολικά θα αποφύγει την ύφεση ακόμη και σε αυτό το ακραίο ενδεχόμενο.
Ο ρόλος της ΕΚΤ και ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης
Ο επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη της Capital Economics, Αντριου Κένινγκχαμ, χαρακτήρισε μια διεύρυνση του γαλλικού περιθωρίου απόδοσης στις 400 μονάδες βάσης ως ένα εύλογο δυσμενές σενάριο, αντίστοιχο με τα επίπεδα που εμφάνιζε το ιταλικό περιθώριο το 2012.
Οπως επισήμανε, μια τέτοια εξέλιξη θα ασκούσε ισχυρές πιέσεις και σε άλλες χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαθέτει πλέον το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument), μέσω του οποίου μπορεί να αγοράζει κρατικά ομόλογα υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ώστε να περιορίζει τις αδικαιολόγητες πιέσεις στο κόστος δανεισμού.
Ο Κένινγκχαμ εκτιμά επίσης ότι οι κίνδυνοι για τον τραπεζικό τομέα και η πιθανότητα κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων είναι σήμερα σημαντικά μικρότεροι σε σύγκριση με τη δεκαετία του 2010.
Σύμφωνα με το ακραίο σενάριο της Oxford Economics, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου θα μπορούσε να φθάσει το 7% το δεύτερο τρίμηνο του 2027, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα θα κινδύνευε να ξεπεράσει το 6% του ΑΕΠ. Τέτοια επίπεδα αποδόσεων, προειδοποιεί η εταιρεία, θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν κρίση ρευστότητας.
Προς το παρόν, πάντως, οι προσδοκίες για παρέμβαση της ΕΚΤ υπέρ της Γαλλίας παραμένουν περιορισμένες. Η πρόεδρος της τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η αντιμετώπιση της αύξησης του γαλλικού κόστους δανεισμού πρέπει να ξεκινήσει από το ίδιο το Παρίσι, με δημοσιονομικά μέτρα που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Περικοπές δαπανών και πολιτικές δεσμεύσεις
Η Oxford Economics εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση των πιέσεων θα απαιτήσει σταδιακό περιορισμό των δημόσιων δαπανών σε βάθος αρκετών ετών, συνοδευόμενο από σαφείς νομοθετικές δεσμεύσεις, ιδίως όσον αφορά το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.
Ωστόσο, η εταιρεία αμφισβητεί κατά πόσο η σημερινή κυβέρνηση μειοψηφίας μπορεί να δεσμευτεί αξιόπιστα σε μια μακροχρόνια δημοσιονομική προσαρμογή. Ως εκ τούτου, σημαντικό μέρος της ευθύνης για την εφαρμογή δύσκολων μέτρων ενδέχεται να μεταφερθεί στην επόμενη κυβέρνηση.
Ο Κένινγκχαμ σημειώνει ότι οι επενδυτές αναμένουν έναν προϋπολογισμό που θα περιορίζει το έλλειμμα του 2027 περίπου στο 5% του ΑΕΠ. Οποιαδήποτε απόκλιση προς το χειρότερο θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω απώλεια εμπιστοσύνης στα γαλλικά ομόλογα.
Ενόψει των προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027, η επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς, Μαρίν Λεπέν, προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στους Financial Times, δεσμεύτηκε για μεγάλες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, παράλληλα με μέτρα αναζωογόνησης της οικονομίας.
Στις 6 Οκτωβρίου παρουσίασε ένα εναλλακτικό σχέδιο προϋπολογισμού, με στόχο καθαρή εξοικονόμηση 140 δισ. ευρώ έως το 2032 σε σύγκριση με το 2026, μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2030 και θέσπιση συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα. Οι προτάσεις του κόμματός της περιλαμβάνουν περικοπές στη διοικητική λειτουργία και στις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης, στις δαπάνες που σχετίζονται με τη μετανάστευση, καθώς και στη συνεισφορά της Γαλλίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Οι εξαγγελίες, ωστόσο, προκαλούν επιφυλάξεις στους οικονομολόγους. Ο Ματιέ Πλαν, αναπληρωτής διευθυντής ανάλυσης και προβλέψεων του Γαλλικού Παρατηρητηρίου Οικονομικής Συγκυρίας (OFCE), δήλωσε στη Le Monde ότι περισσότερα από 80 δισ. ευρώ από τις προτεινόμενες εξοικονομήσεις είναι αμφισβητήσιμα, ανεπαρκώς προσδιορισμένα και δύσκολα εφαρμόσιμα.
Η Γαλλία κινδυνεύει έτσι να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο: το υψηλότερο κόστος δανεισμού θα μπορούσε να επιβάλει νέες περικοπές ή αυξήσεις φόρων, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη και καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.
«Η Γαλλία οδεύει προς μια κρίση χρέους εδώ και πολλά χρόνια και η στιγμή αυτή πλησιάζει πλέον όλο και περισσότερο», προειδοποίησε ο Κένινγκχαμ.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-19 18:24:00
