
Η τραγωδία που έφερε τη Σερβία στις κάλπες
Δεκαέξι κόκκινες καρδιές στέκουν μπροστά από την κατεστραμμένη πρόσοψη του σιδηροδρομικού σταθμού του Νόβι Σαντ. Πάνω σε καθεμία είναι γραμμένο το όνομα και το έτος γέννησης καθενός από τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν την 1η Νοεμβρίου 2024, όταν κατέρρευσε η τσιμεντένια στέγη του σταθμού. Περισσότεροι από τους μισούς δεν είχαν συμπληρώσει τα 30. Το μικρότερο θύμα ήταν ένα κοριτσάκι μόλις έξι ετών.
Από εκείνη την ημέρα η τραγωδία δεν έμεινε αφορά μόνον τις οικογένειες των θυμάτων. Οπως γράφουν οι Times του Λονδίνου, μετατράπηκε σε σύμβολο της οργής για τη διαφθορά, την κακοδιοίκηση και την έλλειψη λογοδοσίας στη Σερβία. Φοιτητές βγήκαν στους δρόμους, οι διαδηλώσεις εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, ο ισχυρός άνδρας της σερβικής πολιτικής σκηνής, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, παραιτήθηκε από την προεδρία.
Στις 25 Οκτωβρίου διεξάγονται πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Ομως η εξέγερση των πολιτών είχε και μια άλλη συνέπεια: προκάλεσε την πιο σκληρή και κατασταλτική πλευρά του καθεστώτος Βούτσιτς.
Η γυναίκα που βλέπει κάθε μέρα την καταστροφή
Μια γυναίκα που ζητά να αναφέρεται μόνο ως Μαρίγια δεν μπορεί να ξεχάσει εκείνη την ημέρα. Εργάζεται απέναντι ακριβώς από την είσοδο του σταθμού, οπότε η εικόνα της κατάρρευσης εμφανίζεται καθημερινά μπροστά στα μάτια της.
Υπάρχει, όμως, κάτι που δεν θυμάται: τον ήχο. Δεν μπορεί να πει αν τα αυτιά της έκλεισαν μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο του τσιμέντου και τις κραυγές των παιδιών ή αν η μνήμη της αρνήθηκε να καταγράψει ηχητικά εκείνες τις στιγμές. Ετσι, η φρίκη επιστρέφει κάθε μέρα σαν βωβή ταινία.
«Ηρθε η αστυνομία, ήρθαν οι πυροσβέστες, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μηχανήματα», θυμάται μιλώντας στους Times.
«Ηταν αποτέλεσμα διαφθοράς;»
Ο σταθμός είχε υποστεί πλήρη ανακαίνιση τρία χρόνια πριν την κατάρρευση από δύο κινεζικές κρατικές εταιρείες. Τις πρώτες ώρες μετά την τραγωδία ο Βούτσιτς έσπευσε να δηλώσει ότι η οροφή που κατέρρευσε ήταν ένα από τα ελάχιστα τμήματα του σταθμού που δεν είχαν επηρεαστεί από τα έργα. Η δήλωση αυτή αποδείχτηκε αναληθής.
Ο Ζόραν Ντζάιτς, γεωλόγος μηχανικός που είχε κληθεί να επιστρέψει από τη σύνταξη για να συμβουλεύσει σχετικά με το έργο, είχε προειδοποιήσει επανειλημμένως ότι η κατασκευή δεν ήταν πλέον ασφαλής. Ηδη από τον Μάρτιο του 2023 είχε υποβάλει εκθέσεις, επισημαίνοντας ότι η οροφή είχε γίνει πολύ βαρύτερη κατά τη διάρκεια της ανακαίνισης.
«Τους ζητούσα συνεχώς να αφαιρέσουν τα μεγάλα μπλοκ από την πρόσοψη, επειδή στηρίζονταν σε σκουριασμένα μεταλλικά καλώδια», λέει. «Ο υπεργολάβος όμως δεν ήθελε, γιατί θα κόστιζε πολύ», λέει. Οταν άκουσε τις δηλώσεις του προέδρου, έστειλε αμέσως αντίγραφα των εκθέσεών του σε όλους τους τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας.
Την επομένη της κατάρρευσης, στις 2 Νοεμβρίου 2024, ο Ντζάιτς εμφανίστηκε σε πρωινή εκπομπή και υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έλεγε ψέματα στους πολίτες. Κατά τον ίδιο δεν επρόκειτο για απρόβλεπτη τραγωδία, αλλά για μια καταστροφή που μπορούσε να έχει προληφθεί.
Το κόστος του έργου, υποστήριξε μιλώντας στους Times, αποκαλύπτει ένα ακόμη μέρος της ιστορίας. Η ανακαίνιση είχε αρχικά προϋπολογιστεί στα 3,5 εκατ. ευρώ, αλλά τελικά κόστισε περίπου 16 εκατ. Η αύξηση αυτή συνδέθηκε με την ανάθεση διαφορετικών τμημάτων του έργου σε περίπου 200 εταιρείες. Πολλά έργα περνούσαν από διαδοχικούς υπεργολάβους, με τον καθένα να προσθέτει τη δική του προμήθεια.
«Αυτό είναι το σύστημα της διαφθοράς», λέει. «Πράγματα που θα έπρεπε να κοστίζουν 50 ευρώ, τελικά κοστίζουν 200».
Ο πόνος γίνεται εξέγερση
Τις ημέρες που ακολούθησαν το πένθος μετατράπηκε σε οργή. Οι Σέρβοι δεν ήταν μόνο εξοργισμένοι επειδή η κυβέρνηση δεν είχε αποτρέψει την τραγωδία. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η οργή για όσα ακολούθησαν και κυρίως για την προσπάθεια να αποδοθεί η κατάρρευση σε ένα τμήμα του σταθμού που υποτίθεται ότι δεν είχε ανακαινιστεί.
Το Νόβι Σαντ είναι πανεπιστημιούπολη και, με τόσα νέα θύματα, οι φοιτητές ήταν εκείνοι που ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις κινητοποιήσεις. Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Εχετε αίμα στα χέρια σας!» Οι διαδηλώσεις κράτησαν μήνες. Και για ορισμένους διαδηλωτές το τίμημα ήταν βαρύ.
Η Ανα Βούτσακ, φοιτήτρια καλών τεχνών, ήταν 23 ετών όταν, τον Ιανουάριο του 2025, μοίραζε φυλλάδια για μια διαδήλωση. Τέσσερις νεαροί άνδρες της επιτέθηκαν, την έριξαν στο έδαφος και τη χτύπησαν με ρόπαλα του μπέιζμπολ, σπάζοντάς της τη γνάθο σε τρία σημεία. Νωρίτερα το ίδιο βράδυ, οι ίδιοι άνδρες είχαν επιτεθεί σε φοιτητές μπροστά από τα τοπικά γραφεία του κυβερνώντος Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος.

Οταν ένας εισαγγελέας τους άσκησε δίωξη για βαριά σωματική βλάβη, έγινε αντιληπτό ότι είχαν την υποστήριξη του κυβερνώντος κόμματος. Τον Μάιο του 2025, ο Βούτσιτς δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα ονόματά τους, χαρακτηρίζοντάς τους «ήρωες», και τους διαδηλωτές «τρομοκράτες» που άξιζαν να πάνε στη φυλακή. Δύο μήνες αργότερα απένειμε χάρη και στους τέσσερις, ενώ η δίκη τους βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.
«Δεν είχε ξανασυμβεί, κατά τη διάρκεια της δίκης του να λάβει κάποιος χάρη από τον πρόεδρο», λέει στους Times ο δικηγόρος Βλαντίμιρ Μπελιάνσκι, που εκπροσωπεί τη Βούτσακ. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο.
«Δέχομαι συνεχώς απειλές για τη ζωή μου»
Από τις 16 οικογένειες που έχασαν άνθρωπό τους στην κατάρρευση, σχεδόν όλες κράτησαν χαμηλό προφίλ. Η Ντιγιάνα Χρκα, όμως, δεν σιώπησε. Ο γιος της, Στέφαν, ήταν 27 ετών όταν καταπλακώθηκε από την οροφή. «Για τρεις ημέρες μετά την κηδεία δεν έτρωγα και δεν έπινα τίποτα. Ημουν απελπισμένη», λέει. «Ονειρευόμουν ότι προσπαθούσε να με αγκαλιάσει, αλλά κάποιος τον σταματούσε».
Παρακολουθώντας τις φοιτητικές διαδηλώσεις έφτασε σε ένα συμπέρασμα: «Η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη». Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να κάνει ό,τι μπορούσε για να δικαιωθεί ο γιος της. Τον περασμένο Νοέμβριο καθόταν επί 16 ημέρες μπροστά από το Κοινοβούλιο στο Βελιγράδι, αρνούμενη τροφή και νερό. Η απεργία πείνας της είχε τρία αιτήματα: δικαιοσύνη για τον γιο της, εκλογές και απελευθέρωση των φοιτητών που είχαν συλληφθεί στις διαδηλώσεις.
Η κινητοποίησή της κράτησε λίγο, όμως η ίδια μετατράπηκε σε σύμβολο του κινήματος. «Δέχομαι συνεχώς απειλές για τη ζωή μου», λέει στους Times. «Φοβάμαι. Οχι για τον εαυτό μου, αλλά για τον μικρότερο γιο μου. Μου πήραν ένα παιδί, δεν θα τους επιτρέψω να μου πάρουν και δεύτερο».
Η κάλπη ως επόμενος σταθμός
Στις 25 Οκτωβρίου οι σέρβοι ψηφοφόροι θα κληθούν να εκλέξουν νέο Κοινοβούλιο, σε μια αναμέτρηση που διεξάγεται στη σκιά της τραγωδίας του Νόβι Σαντ. Ο Βούτσιτς παραιτήθηκε από την προεδρία στις 27 Σεπτεμβρίου, έχοντας ολοκληρώσει πρόωρα τη δεύτερη και τελευταία θητεία του. Η παραίτηση άνοιξε τον δρόμο για την υποψηφιότητά του στις βουλευτικές εκλογές, καθώς επιδιώκει να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής εξουσίας ως υποψήφιος για την πρωθυπουργία.
Στο μεταξύ, όπως επισημαίνουν οι Times η πρόεδρος της Βουλής Ανα Μπρνάμπιτς ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα προέδρου, ενώ μέχρι το τέλος του έτους θα πρέπει να διεξαχθούν και οι προεδρικές εκλογές.
Η δικαστική υπόθεση για την κατάρρευση του σταθμού παραμένει, ωστόσο, σε εκκρεμότητα. Ενας υπουργός και αρκετοί ανώτεροι αξιωματούχοι παραπέμφθηκαν σε δίκη τον Δεκέμβριο του 2024, αλλά η διαδικασία καθυστερεί.
Για την Ντιγιάνα Χρκα η υπόθεση δεν τελειώνει με τις εκλογές. Ούτε μπορεί να κλείσει με ένα μνημείο. «Η κυβέρνηση θέλει να φτιάξει μνημείο για τα θύματα», λέει. «Αν το κάνει, θα το γκρεμίσω. Οι δολοφόνοι δεν μπορούν να στήσουν μνημείο για τον γιο μου».
Κάπως έτσι, η τραγωδία του Νόβι Σαντ εξακολουθεί να στοιχειώνει τη Σερβία. Δεκαέξι ονόματα, δεκαέξι καρδιές και μια χώρα που, δύο χρόνια μετά, καλείται να αποφασίσει αν η κάλπη θα μπορέσει να δώσει απαντήσεις εκεί που η Δικαιοσύνη ακόμη καθυστερεί.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-30 11:52:00
