
Δημογραφικό-Ημερίδα Media2day: Ανάγκη για μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα, η ενίσχυση της γονιμότητας και η ουσιαστική στήριξη της οικογένειας βρέθηκαν στο επίκεντρο των τοποθετήσεων ειδικών από τον χώρο της ιατρικής, της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, του δικαίου και της κοινωνικής δράσης. Οι ομιλητές ανέδειξαν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για παρεμβάσεις που θα συνδυάζουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, την ενημέρωση, την επιστημονική έρευνα και τη δημιουργία υποδομών για τη στήριξη των νέων οικογενειών.
Ο Στέφανος Χανδακάς, Πρόεδρος και Ιδρυτής της HOPEgenesis, Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ του HHG Group, Αναπληρωτής Καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος και Ιατρός Αναπαραγωγής, αναφέρθηκε στην ανάγκη αύξησης των γεννήσεων στην Ελλάδα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ακριτικές και νησιωτικές περιοχές, όπου παρατηρείται σημαντική μείωση των γεννήσεων και περιορισμένη πρόσβαση των κατοίκων σε υπηρεσίες υγείας. Όπως σημείωσε, κρίσιμη παρέμβαση αποτελεί η υποστήριξη των εγκύων γυναικών μέσω συστημάτων τηλεϊατρικής, ώστε να αντιμετωπιστούν οι γεωγραφικές ανισότητες στην παροχή φροντίδας.
Παράλληλα, παρουσίασε την επέκταση του οργανωτικού προγράμματος της HOPEgenesis, το οποίο, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, από 12 περιοχές στην Ελλάδα έχει επεκταθεί σε περίπου 400 περιοχές, παρέχοντας σημαντική υποστήριξη. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα έργα υποδομής που συμβάλλουν στη στήριξη της οικογένειας, όπως η δημιουργία παιδικών σταθμών σε νησιά, χώροι άθλησης, μαθήματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και προγράμματα υποτροφιών. Οι δράσεις αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσέγγιση που συνδέει την ενίσχυση των γεννήσεων με τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την ενδυνάμωση των τοπικών κοινωνιών.
Ο Κωνσταντίνος Πάντος, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Ειδικός Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Πρόεδρος της Κλινικής ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΘΗΝΩΝ και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής, εστίασε στις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στις αντιλήψεις της κοινωνίας γύρω από την τεκνοποίηση και τη γονιμότητα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα της ηλικίας κατά την οποία οι άνθρωποι αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδί, καθώς και στον δείκτη γονιμότητας, επισημαίνοντας ότι οι κοινωνικές αντιλήψεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, τα επιδόματα από μόνα τους δεν επαρκούν για να ανατρέψουν την πορεία του δημογραφικού προβλήματος, καθώς η ανθρώπινη αναπαραγωγή διέπεται και από βιολογικούς περιορισμούς. Ο κ. Πάντος υπογράμμισε, επίσης, τη σημασία της ενημέρωσης του κοινού, προτείνοντας την ένταξη εκστρατειών ευαισθητοποίησης και γνώσης στον δημόσιο διάλογο, ώστε οι πολίτες να έχουν πληρέστερη εικόνα για τη γονιμότητα και τους παράγοντες που επηρεάζουν τον οικογενειακό προγραμματισμό.
Στην ανάγκη για μια ολοκληρωμένη και διεπιστημονική προσέγγιση της γονιμότητας αναφέρθηκε ο Νικόλαος Δ. Πετρογιάννης, MD, PhD, MSc, Γυναικολόγος-Μαιευτήρας, Ειδικός Αναπαραγωγής, Διευθυντής της Μονάδας Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής του Ν.Ν.Α. και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Μαιευτικής και Γυναικολογικής Εταιρείας (Ε.Μ.Γ.Ε.). Ο ίδιος παρουσίασε το έργο της Μονάδας, τονίζοντας ότι καταβάλλεται εντατική διεπιστημονική προσπάθεια για τη λειτουργία μιας ολοκληρωμένης διακλαδικής δομής, με στόχο την ολιστική αντιμετώπιση των ζητημάτων γονιμότητας.
Όπως ανέφερε, βασικοί άξονες της λειτουργίας της Μονάδας είναι η ποιότητα και η ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών, η απλοποίηση των διαδικασιών, η προετοιμασία των πολιτών για τη γονεϊκότητα μέσω ειδικών μαθημάτων, η ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και της επιστημονικής εξέλιξης, καθώς και η παραγωγή εθνικού και κοινωνικού έργου. Παράλληλα, σημείωσε την ανάγκη ενίσχυσης της επιστημονικής ομάδας με την παρουσία γενετιστή, προκειμένου να καλύπτονται πληρέστερα οι ανάγκες μιας σύγχρονης μονάδας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η Ισμήνη Κριάρη, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου και Πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ΕΑΙΥΑ), αναφέρθηκε στη θέση της Ελλάδας στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επισημαίνοντας ότι η χώρα βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και προσελκύει ενδιαφερόμενους από πολλές περιοχές του κόσμου. Όπως ανέφερε, το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα 1.700 παιδιά από αλλοδαπούς, ενώ σημαντικός αριθμός ανθρώπων από το εξωτερικό επιλέγει τη χώρα για υπηρεσίες ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η κ. Κριάρη έθεσε, επίσης, ζητήματα που αφορούν την ανάγκη χρήσης γεννητικού υλικού από το εξωτερικό, όπως σπέρμα και ωάρια, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διερεύνησης των λόγων για τους οποίους καταγράφεται αυξημένη ζήτηση ξένου σπέρματος. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη να αποσαφηνιστούν τα επιστημονικά και θεσμικά όρια καταλληλότητας του γεννητικού υλικού, καθώς και να υπάρξει συστηματική ενημέρωση και διάχυση της γνώσης γύρω από τα ζητήματα αυτά.
Στο πλαίσιο της παρέμβασής της, ανέδειξε τη σημασία της συμμετοχής της Βουλής στη διαμόρφωση πολιτικών για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και το δημογραφικό, επισημαίνοντας ότι τα συγκεκριμένα θέματα δεν αφορούν αποκλειστικά την εκάστοτε κυβέρνηση. Όπως υποστήριξε, το δημογραφικό αποτελεί πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί ευρύτερη θεσμική αντιμετώπιση και κομματική συναίνεση, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.
Τέλος, η δικηγόρος κ. Σοκάρδου, μέσα από τη δική της μαρτυρία, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η γενιά της σε σχέση με την απόκτηση παιδιού. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, πρόκειται για μια γενιά που έχει βιώσει αποτρεπτικές εμπειρίες, οι οποίες συνδέονται με την καθυστέρηση της τεκνοποίησης. Η προσωπική αυτή διάσταση ανέδειξε τη σημασία της κατανόησης των κοινωνικών και πρακτικών εμποδίων που επηρεάζουν τις αποφάσεις των ανθρώπων για τη δημιουργία οικογένειας.
Οι τοποθετήσεις των ομιλητών ανέδειξαν τις πολλαπλές διαστάσεις του δημογραφικού ζητήματος, από την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έως την ενημέρωση, την επιστημονική έρευνα και τις κοινωνικές υποδομές.
Η ενίσχυση της οικογένειας και η αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας προϋποθέτουν συνδυασμό πολιτικών και δράσεων, με συμμετοχή της Πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας, καθώς και έναν ευρύτερο διάλογο για τις συνθήκες υπό τις οποίες οι πολίτες επιλέγουν να αποκτήσουν παιδιά.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-21 19:35:00
