Οικονομία

Απειλούνται με κραχ τα μεγάλα χρηματιστήρια;

Στο τέλος του φετινού καλοκαιριού, η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) οδηγούσε τη Wall Street σε διαδοχικά ρεκόρ και καλλιεργούσε προσδοκίες για μια νέα περίοδο υψηλής παραγωγικότητας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η εικόνα έχει αλλάξει. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται, το πετρέλαιο ακριβαίνει, οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια και οι κυβερνήσεις δανείζονται ακριβότερα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδυτές αναρωτιούνται αν η μεγάλη άνοδος των μετοχών πλησιάζει στο τέλος της.

Σύμφωνα με τον Guardian, οι προειδοποιητικές ενδείξεις άρχισαν να πυκνώνουν καθώς οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή εντείνονται χωρίς να διαφαίνεται διέξοδος. Παράλληλα, η κούρσα των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη δείχνει να επιβραδύνεται, ενώ η αγορά κρατικού χρέους βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης έντασης.

Την τελευταία εβδομάδα, το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης ανήλθε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Οι συνέπειες αυτές μεταφέρονται στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις και στις κυβερνήσεις άλλων χωρών. Οι επενδυτές φοβούνται ότι ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ θα προκαλέσει νέο πληθωριστικό κύμα. Η τιμή του πετρελαίου Brent έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενισχύοντας τις πωλήσεις ομολόγων. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η πίεση θα περάσει και στις μετοχές.

Ο αμερικανικός δείκτης S&P 500 βρίσκεται μόλις 3% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του. Την ίδια στιγμή, η συνολική αξία των επτά μεγάλων τεχνολογικών ομίλων –Nvidia, Apple, Google, Microsoft, Meta, Amazon και Tesla– υπερβαίνει τα 20 τρισ. δολάρια. Η βρετανική εφημερίδα επισημαίνει ότι η αγορά εμφανίζεται υπερτιμημένη την ώρα που οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας επιδεινώνονται.


«Ζούμε σε ταραχώδεις καιρούς», ανέφερε ο Αλμπερτ Εντουαρντς, ανώτερος αναλυτής της γαλλικής επενδυτικής τράπεζας Société Générale, σε σημείωμα προς τους πελάτες του ομίλου. «Η βασική ανησυχία τόσο για τους επενδυτές όσο και για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι ο βαθμός στον οποίο το τρέχον σοκ  των τιμών του πετρελαίου θα επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία και αν αυτό θα επιβάλει απότομη αύξηση των επιτοκίων, η οποία θα οδηγήσει σε ύφεση» πρόσθεσε.

Ο Εντουαρντς, που όπως επισημαίνει ο Guardian είναι γνωστός για τις απαισιόδοξες προβλέψεις του, πιστεύει ότι ενδέχεται να συγκεντρώνονται τα συστατικά για μια χρηματοπιστωτική κρίση.


Αυξήσεις επιτοκίων

Η ανησυχία ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα ενισχύσει τον πληθωρισμό οδήγησε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να αψηφήσει τις πιέσεις του Τραμπ και να προχωρήσει στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023. Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις βρίσκονται ήδη αντιμέτωπα με ακριβότερη ενέργεια και καύσιμα, ενώ ανάλογες κινήσεις ετοιμάζουν ή έχουν πραγματοποιήσει και άλλες κεντρικές τράπεζες.

Οι αγορές, γράφει ο Guardian, προβλέπουν τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας μέχρι το τέλος του 2027, μολονότι αυτή την εβδομάδα διατήρησε αμετάβλητο το κόστος δανεισμού. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αύξησε τα επιτόκια την προηγούμενη εβδομάδα, επικαλούμενη τις επιπτώσεις της κλιμάκωσης του πολέμου στην Ευρωζώνη. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας ανέβασε την Παρασκευή το βασικό της επιτόκιο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών.


Οπως είναι γνωστό, η αύξηση του κόστους του χρήματος έχει ως στόχο να αποτρέψει την υπερθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας και να εμποδίσει την παγίωση των πληθωριστικών πιέσεων. Εκτιμάται ωστόσο ότι θα επιβαρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που δοκιμάζονται από την κρίση του κόστους ζωής. Η βρετανική εφημερίδα σημειώνει ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας πιθανότατα θα αυξηθούν, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο τη θέση κυβερνήσεων που είναι ήδη φορτωμένες με χρέος.

Ο Guardian αναφέρεται ακόμη στους υπολογισμούς του Τζίμι Ριντ της Deutsche Bank, ο οποίος υπολόγισε ότι ιστορικά η ύφεση στις ΗΠΑ ακολουθεί κατά μέσο όρο κατά τρία έως τρεισήμισι χρόνια την πρώτη αύξηση των επιτοκίων. Παράλληλα, οι αγορές έχουν την τάση να υποχωρούν, ή ακόμη και να καταρρέουν, πριν από την έναρξη μιας ύφεσης, και συχνά αρχίζουν να ανακάμπτουν πριν από την οικονομία.

Ωστόσο, η μεγάλη ανησυχία των επενδυτών είναι ότι η κύρια ελπίδα για οικονομική ανάκαμψη –η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) – θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί φενάκη, εν μέσω φόβων ότι έχει τροφοδοτήσει μια τεράστια φούσκα στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά.

Ερευνα της Fathom Consulting, την οποία επικαλείται η βρετανική εφημερίδα, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να αποδώσουν οι επενδύσεις τρισεκατομμυρίων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Για να καταστούν κερδοφόρες, οι πωλήσεις των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών των τεχνολογικών εταιρειών θα πρέπει να αυξηθούν κατά 600 έως 800 δισ. δολάρια μέσα σε δύο χρόνια. Η εταιρεία συμβούλων αποδίδει πιθανότητα 30% στο ενδεχόμενο να σκάσει η φούσκα της ΑΙ μέσα στο 2027. «Παρά τις εντυπωσιακές εξελίξεις στις τεχνολογίες AI τα τελευταία χρόνια, τα οικονομικά δεδομένα πίσω από τη σημερινή έκρηξη των επενδύσεων δεν βγαίνουν», ανέφερε στον Guardian ο οικονομολόγος της Fathom Consulting, Μπράιαν Ντέιβιντσον.

«Οι πρόσφατες εξελίξεις θα μπορούσαν πράγματι να οδηγήσουν σε τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, οι πωλήσεις μοντέλων ΑΙ πρέπει να αυξάνονται κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, ώστε να δικαιολογηθούν οι σημερινές δαπάνες. Μια τέτοια ανάπτυξη φαίνεται απίθανη», πρόσθεσε.

Τα ομόλογα

Παράλληλα με τις ανησυχίες για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις τελευταίες εβδομάδες έχουν εκδηλωθεί μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων. Η πτώση της τιμής των κρατικών τίτλων οδηγεί σε άνοδο της απoδόσεων. Με τη σειρά τους, γράφει ο Guardian, οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων καθιστούν λιγότερο ελκυστική την κατοχή μετοχών, καθώς οι επενδυτές έχουν μικρότερο κίνητρο να αγοράσουν μετοχές, οι οποίες ενέχουν υψηλότερο κίνδυνο, όταν μπορούν να τοποθετηθούν σε ομόλογα που θεωρούνται ασφαλέστερα.

Στις ΗΠΑ, η αύξηση του κόστους δανεισμού συνοδεύτηκε την περασμένη εβδομάδα από την άνοδο της απόδοσης των δεκαετών κρατικών ομολόγων πάνω από το ψυχολογικά κρίσιμο όριο του 5%. Το επίπεδο αυτό «θεωρείται από ορισμένους το όριο πάνω από το οποίο οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε κατάρρευση», ανέφερε ο επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Capital Economics, Τζον Χίγκινς. «Παρότι δεν είμαστε πεπεισμένοι ότι το 5% αποτελεί αυτόν τον “μαγικό” αριθμό, οι υψηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων θα έθεταν ασφαλώς σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών των ΗΠΑ και θα απειλούσαν παράλληλα τις μετοχές», σημείωσε ο Χίγκινς σε ενημερωτικό σημείωμα προς τους πελάτες της εταιρείας.

Η βρετανική εφημερίδα παραπέμπει ακόμα σε όσα γράφει ο αναλυτής μακροοικονομικής στρατηγικής του Bloomberg, Σάιμον Γουάιτ, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα σοβαρά προβλήματα θα άρχιζαν εάν η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπερνούσε το 5,25%. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, αυτό είναι το «σημείο καμπής» πέρα από το οποίο, ιστορικά, οι απώλειες στις μετοχές και στα ομόλογα αρχίζουν να αλληλοτροφοδοτούνται.

Το θετικό σενάριο

Παρά τις «μαύρες» προβλέψεις είναι σαφές ότι απέχουμε ακόμη από μια γενικευμένη αρνητική στροφή στην παγκόσμια οικονομία και υπάρχουν ως εκ τούτου ελπίδες ότι «μπορεί να αποφευχθεί ένα κραχ», όπως το τοποθετεί ο Guardian, με το βλέμμα στα μεγάλα διεθνή χρηματιστήρια. Μεταξύ άλλων, εκφράζεται η ελπίδα ότι οι αγορές υπερεκτιμούν τον πληθωριστικό κίνδυνο που απορρέει από τον πόλεμο στο Ιράν.

«Μια μεγάλη πτώση (στα χρηματιστήρια) θα χρειαζόταν κάποιον καταλύτη. Η περαιτέρω γεωπολιτική αστάθεια θα μπορούσε να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο, όμως εδώ και καιρό υποστηρίζουμε ότι οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών σοκ στην οικονομική δραστηριότητα υπερεκτιμώνται», ανέφεραν για παράδειγμα αναλυτές της Oxford Economics σε σημείωμά τους προς τους πελάτες της εταιρείας.

«Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού και οι αυξήσεις των βασικών επιτοκίων από τη Fed και τις άλλες κεντρικές τράπεζες αποτελούν έναν ακόμη πιθανό καταλύτη. Ωστόσο, η δική μας εκτίμηση για τον πληθωρισμό είναι λιγότερο ανησυχητική. Πιστεύουμε ότι οι προσδοκίες των αγορών υπερεκτιμούν τον κίνδυνο περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής» πρόσθεσαν.

Ο Guardian σημειώνει ακόμη ότι για πολλούς επενδυτές, μια επιβράδυνση του πυρετώδους ρυθμού επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο δημιουργίας φούσκας, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι η AI έχει αρχίσει να ενισχύει την οικονομική ανάπτυξη. Η οικονομία των ΗΠΑ έχει καταγράψει επιτάχυνση της αύξησης της παραγωγικότητας, ενώ η AI συγκαταλέγεται στους λόγους για τους οποίους η βρετανική οικονομία ξεπέρασε τις προβλέψεις και αναπτύχθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό μεταξύ των χωρών της G7 κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

 Ας ελπίσουμε ότι αυτές οι πιο αισιόδοξες αναγνώσεις βρίσκονται τελικά πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-21 20:15:00

Back to top button