
Η υπερ-πληροφόρηση στην Υγεία και το παράδοξο των λάθος επιλογών
Η σημερινή κοινωνία χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή διαθεσιμότητα πληροφοριών που σχετίζονται με την υγεία. Ωστόσο, παρατηρείται ένα σημαντικό παράδοξο…
Μαρία Καλίνογλου
Κοινωνική Λειτουργός, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας
Prof. Diploma Διοίκησης νθρώπινου Δυναμικού
Σε μια εποχή κατά την οποία η πληροφορία υγείας είναι περισσότερο διαθέσιμη από ποτέ, η πρόσβαση σε αυτήν δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε καλύτερη υγεία ή σε ισότιμη δυνατότητα αξιοποίησης των διαθέσιμων υπηρεσιών και γνώσεων.
Το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ψηφιακές εφαρμογές υγείας και τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης έχουν μετατρέψει την αναζήτηση πληροφοριών υγείας σε μια διαδικασία άμεσα προσβάσιμη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Αναζητούμε συμπτώματα στο διαδίκτυο, διαβάζουμε για θεραπείες, παρακολουθούμε ειδικούς στα κοινωνικά δίκτυα, ακούμε εμπειρίες άλλων ανθρώπων και πλέον μπορούμε να ζητήσουμε από την τεχνητή νοημοσύνη να μας εξηγήσει μια ιατρική πληροφορία.
Όμως, η ανεμπόδιστη πρόσβαση στην πληροφορία δεν συνεπάγεται αυτομάτως την κατανόηση, την ορθή αξιολόγηση και την ικανότητα αξιοποίησής της για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν την υγεία. Επιπλέον, η υπερπληθώρα πληροφοριών, η διαφορετική ποιότητά τους και η δυσκολία διάκρισης μεταξύ τεκμηριωμένης και παραπλανητικής πληροφορίας δημιουργούν ένα νέο και σύνθετο περιβάλλον υγείας.
Η φροντίδα υγείας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της
Σύμφωνα με τον Ματσαγγάνη (2002) η φροντίδα υγείας παρουσιάζει ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα αγαθά.
Η χρήση των υπηρεσιών υγείας δεν αποσκοπεί στην άμεση ικανοποίηση μιας ανάγκης ή μιας επιθυμίας, αλλά στην πρόληψη, τη διατήρηση ή τη βελτίωση της υγείας του ατόμου. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά του καταναλωτή στον τομέα της υγείας δεν χαρακτηρίζεται από πλήρη αυτονομία, καθώς επηρεάζεται σημαντικά από την κατάσταση της υγείας του, το διαθέσιμο εισόδημα και τις προσωπικές προτιμήσεις του.
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φροντίδας υγείας είναι η ασύμμετρη πληροφόρηση, δηλαδή η πληροφόρηση που λαμβάνει ο ασθενής προέρχεται από τους ίδιους του ιατρούς-εκπροσώπους χωρίς ο ίδιος ο ασθενής να έχει ίδια γνώση όχι μόνο της νόσου αλλά και της αποτελεσματικότητας της θεραπείας που προτείνει ο θεράπων ιατρός του.
Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φροντίδας υγείας είναι η προκλητή ζήτηση, δηλαδή οι γιατροί προτείνουν και αποφασίζουν την θεραπεία που θα ακολουθήσει ο ασθενής με υπαρκτό το ενδεχόμενο να προτείνεται θεραπεία υψηλότερου κόστους από αυτή που θα διάλεγε ο ασθενής σε περίπτωση που είχε τέλεια πληροφόρηση.
Σε μια κλασική αγορά ο καταναλωτής αποφασίζει τι χρειάζεται, αντίθετα στην φροντίδα υγείας ο ασθενής δεν μπορεί να δράσει ως κυρίαρχος και ορθολογικός καταναλωτής, καθώς δεν μπορεί να αντιληφθεί επακριβώς όλες τις προεκτάσεις της ασθένειάς του. Σύμφωνα με τους Liu et al., (2020) η γνώση για την υγεία παράγεται συνήθως από επαγγελματίες υγείας και οι καταναλωτές θεωρούνται «παθητικοί αποδέκτες της γνώσης». Επιπροσθέτως, η γλώσσα και οι όροι που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες υγείας είναι συχνά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να κατανοηθούν από τους καταναλωτές.
Εγγραμματοσύνη υγείας: Από την πληροφορία στην αξιοποίηση της
Η εγγραμματοσύνη υγείας (health literacy) αναφέρεται στις δεξιότητες του ατόμου για την αναγνώριση της ανάγκης για πληροφορία, την εύρεση, την αξιολόγηση και χρήση των συγκεκριμένων πληροφοριών που ανακτήθηκαν για μία συγκεκριμένη κατάσταση υγείας και την κατάλληλη λήψη αποφάσεων που αφορούν στην υγεία και στην ευημερία του ίδιου και των οικείων του (Κωσταγιόλας, 2020; Nutbeam & Muscat, 2021). Η εγγραμματοσύνη υγείας δίνει στο άτομο την δυνατότητα να κατανοήσει τις διαθέσιμες θεραπείες και να αξιολογήσει κριτικά τις πληροφορίες που αντλεί από ένα ευρύ φάσμα πηγών.
Η δυνατότητα του ατόμου να αναζητάει πληροφορίες υγείας στον παγκόσμιο ιστό μέσω του διαδικτύου, η ανάπτυξη κριτικής σκέψης και η δημιουργία νέων γνώσεων έχει επηρεάσει θετικά την σχέση ιατρού-ασθενούς οδηγώντας τον ασθενή σε ευνοϊκότερη θέση στην διαδικασία λήψης αποφάσεων (Κωσταγιόλας και συν., 2023).
H βελτίωση της υγειονομικής εγγραμματοσύνης αποτελεί τη βάση όχι μόνο για τη βελτίωση της υγείας του ατόμου, αλλά και για την ενεργό συμμετοχή του σε κοινοτικές δράσεις για την υγεία, καθώς και για τη διεκδίκηση από τους αρμόδιους φορείς της εκπλήρωσης των ευθυνών τους για την προστασία της υγείας και την προαγωγή της ισότητας στην υγεία. (WHO, 2026).
Η υγειονομική εγγραμματοσύνη ως κοινωνικός παράγοντας
Σύμφωνα με το μοντέλο του Wilson (1997) η συμπεριφορά αναζήτησης πληροφοριών επηρεάζεται από μεταβλητές που εμποδίζουν ή/και υποστηρίζουν την αναζήτηση πληροφοριών, τις οποίες ονομάζει διαμεσολαβητικές μεταβλητές και τις κατηγοριοποιεί σε περιβαλλοντικής, διαπροσωπικής και προσωπικής φύσης.
Αναλυτικότερα, οι διαμεσολαβητικές μεταβλητές μπορεί να περιλαμβάνουν τα προσωπικά χαρακτηριστικά του ατόμου, τις συναισθηματικές, εκπαιδευτικές, δημογραφικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές μεταβλητές του ατόμου καθώς και τα χαρακτηριστικά των πηγών πληροφόρησης (Μπρίντεζης, 2018; Wilson, 1997).
Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας δούμε κάποιες μελέτες. Τα αποτελέσματά της τηλεφωνικής έρευνας διατομής των Viswanath & Ackerson (2011) που διενεργήθηκε σε 5.187 ενήλικες στις ΗΠΑ, συμπέραναν ότι ο συνδυασμός φυλής, εθνικότητας και γλώσσας επηρεάζει έντονα τις συμπεριφορές επικοινωνίας για θέματα υγείας.
Παράλληλα, στην ίδια έρευνα συνδέθηκε άμεσα το επίπεδο εκπαίδευσης με την έκφραση μεγάλης εμπιστοσύνης στις πληροφορίες για τον καρκίνο που προέρχονταν από γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας, ενώ το εισόδημα συνδέθηκε αντιστρόφως με την έκφραση μεγάλης εμπιστοσύνης στις πληροφορίες για τον καρκίνο που προέρχονταν από άτυπες πηγές, δηλαδή οικογένεια και φίλους. Στην έρευνα των Κωσταγιόλα και συν., (2023) προέκυψε ότι όσοι ζουν με τους γονείς τους, οι χήροι και οι διαζευγμένοι αναζητούν συχνότερα γενικές πληροφορίες υγείας και ατομικές πληροφορίες υγείας σε σχέση με τους παντρεμένους και όσους ζουν μόνοι τους.


Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας των Tang et al. (2019), τα άτομα χαμηλού εισοδήματος δυσκολεύτηκαν περισσότερο να κατανοήσουν τις πληροφορίες σχετικά με την υγεία σε σύγκριση με τον πληθυσμό υψηλού εισοδήματος ενώ και σε αυτή την μελέτη εμφανίστηκε η στενή σύνδεση της εγγραμματοσύνης υγείας με την εκπαίδευση.
Τα άτομα με αναπτυγμένες δεξιότητες γραμματισμού αναζητούν υγειονομικές πληροφορίες σε εφημερίδες, περιοδικά και στο διαδίκτυο ενώ αντίθετα τα άτομα με περιορισμένες δεξιότητες γραμματισμού τείνουν να βασίζονται περισσότερο σε παθητικές πηγές πληροφόρησης, όπως η τηλεόραση και το ραδιόφωνο (Gilbert et al., 2014). Στην έρευνα των Ellis et al. (2012) προέκυψε ότι τα άτομα με χαμηλότερο εκτιμώμενο επίπεδο υγειονομικής εγγραμματοσύνης βασίζονταν και αποδέχονταν τις πληροφορίες που λάμβαναν απευθείας από τους επαγγελματίες υγείας, χωρίς να διασταυρώνουν τις πληροφορίες αυτές μέσω άλλων πηγών. Παράλληλα, φαίνεται ότι διέθεταν λιγότερες πηγές ενημέρωσης και υποστήριξης μέσα από το κοινωνικό τους δίκτυο.
Το επίπεδο της εγγραμματοσύνης υγείας συνδέεται με την χρήση υπηρεσιών υγείας και τις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης. Σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία προκύπτει ότι ασθενείς με περιορισμένο γραμματισμό παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά νοσηλείας, αυξημένη χρήση πόρων και αύξηση της σοβαρότητας της νόσου (Nielsen-Bohlmanetal., 2004; Sheridanetal., 2011).
Επιπλέον, η μειωμένη εγγραμματοσύνη υγείας συνδέεται με δυσκολίες στην κατανόηση πληροφοριών υγείας, με μειωμένη συμμόρφωση στην φαρμακευτική αγωγή, με μειωμένη κατανόηση της νόσου και με ανικανότητα διάκρισης των παρενεργειών των φαρμάκων από τα συμπτώματα της νόσου, παράγοντες που συμβάλλουν στην κακή κατάσταση της υγείας, στον υψηλό κίνδυνο θνησιμότητας, στην ανεπαρκή και αναποτελεσματική χρήση των υπηρεσιών υγείας και στις ανισότητες στον τομέα της υγείας (Field et al., 2006; Liu et al., 2020).
Από την ατομική ευθύνη στη συστημική ευθύνη
Σύμφωνα με τον αναθεωρημένο ορισμό που εκδόθηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η εγγραμματοσύνη υγείας αφορά τόσο το άτομο μεμονωμένα (personal health literacy) όσο και τους οργανισμούς (organizational health literacy). Η οργανωσιακή εγγραμματοσύνη υγείας αφορά στον βαθμό στον οποίο οι οργανισμοί ισότιμα επιτρέπουν στα άτομα να βρίσκουν, να κατανοούν και να χρησιμοποιούν πληροφορίες και υπηρεσίες με στόχο να ενημερώνονται για αποφάσεις και ενέργειες που σχετίζονται με την υγεία τους και την υγεία των άλλων (CDC, 2024).
Ο στόχος της ανάπτυξης του οργανωσιακού εγγραμματισμού υγείας είναι η μείωση της πολυπλοκότητας που καλούνται να διαχειριστούν οι ασθενείς, η διευκόλυνση της κατανόησης, ο περιορισμός των ανισοτήτων, η βελτίωση της ποιότητας και της έκβασης της φροντίδας υγείας (Bremeretal., 2025; Pelizzarietal., 2025). Στην μελέτη των Triantafyllou et al. (2026) αναδεικνύεται ότι το ελληνικό σύστημα δημοσίας υγείας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις ως προς την κατανομή των πόρων, την επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού, τις ανισότητες στην πρόσβαση, τον θεσμικό συντονισμό και τη διαχείριση των δεδομένων.
Η οπτική του Ferreira-Alfaya (2025) θα λέγαμε ότι πηγαίνει λίγο πιο βαθιά στην ανάδειξη των εμποδίων που υπάρχουν στην προσπάθεια ανάπτυξης της οργανωσιακής εγγραμματοσύνης υγείας. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η οργανωσιακή εγγραμματοσύνη υγείας δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα πολιτικής ευθύνης παρόλο που οι κυβερνήσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτήν. Τονίζει ότι για να καταστεί η οργανωσιακή εγγραμματοσύνη υγείας θεμέλιο των συστημάτων δημόσιας υγείας και των συστημάτων εκπαίδευσης, απαιτείται συντονισμένη και διατομεακή συνεργασία, προσαρμοσμένα εθνικά στρατηγικά σχέδια και ανάπτυξη δομημένης συνεργασίας ανάμεσα στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαιδευτική κοινότητα.
Όλα τα παραπάνω καθιστούν σαφές ότι η ενίσχυση της υγειονομικής εγγραμματοσύνης δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη, αλλά προϋποθέτει τη δημιουργία ενός οργανωμένου, προσβάσιμου και κατανοητού συστήματος υγείας, για το οποίο οι κρατικοί φορείς φέρουν σημαντική ευθύνη.
Συμπέρασμα
Η σύγχρονη βιβλιογραφία αναδεικνύει ότι η υγειονομική εγγραμματοσύνη δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομικό χαρακτηριστικό. Επηρεάζεται από τους κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας, συνδέεται με τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται μέσα στο περιβάλλον και στους οργανισμούς στους οποίους το άτομο καλείται να αναζητήσει και να χρησιμοποιήσει υπηρεσίες υγείας.
Υπό αυτή την έννοια, η ευθύνη για την υγεία δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στο άτομο. Η ατομική γνώση, οι δεξιότητες και οι επιλογές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, όμως η δυνατότητα ενός ανθρώπου να αξιοποιήσει αυτές τις δεξιότητες επηρεάζεται και από τη διαθεσιμότητα των πόρων καθώς και την πολυπλοκότητα του ίδιου του συστήματος υγείας.
Ως εκ τούτου, η ενίσχυση της υγειονομικής εγγραμματοσύνης δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εκπαίδευση του ατόμου. Απαιτείται παράλληλα η δημιουργία περισσότερο κατανοητών, προσβάσιμων και υποστηρικτικών υπηρεσιών υγείας. Παράλληλα, απαιτείται συστημική προσέγγιση και διατομεακή συνεργασία των υπηρεσιών και των φορέων.
Επομένως, η αναγνώριση της ατομικής ευθύνης δεν χρειάζεται να οδηγεί στην αποσιώπηση της συλλογικής και συστημικής ευθύνης. Αντίθετα, μια ουσιαστική προσέγγιση της υγείας οφείλει να αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι κάνουν επιλογές μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και ότι η δυνατότητα να επιλέξουν, να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν τις διαθέσιμες υπηρεσίες δεν είναι ίδια για όλους. Συνεπώς η προαγωγή της υγείας και η μείωση των ανισοτήτων απαιτούν τόσο την ενδυνάμωση του ατόμου όσο και τη βελτίωση των κοινωνικών και υγειονομικών συστημάτων μέσα στα οποία το άτομο καλείται να ζήσει και να φροντίσει την υγεία του.
Βιβλιογραφία:
Κωσταγιόλας Π. (2020). Πληροφοριακή συμπεριφορά στις υπηρεσίες υγείας: Οπτικές και επιπτώσεις στις σχέσεις ιατρού-ασθενούς στο Σαράφης, Π., & Μπαμίδης, Π. (επ.εκδ), Υπηρεσίες Υγείας, Συστήματα & Πολιτικές. (σ. 611-622). Κύπρος, Broken Hill Publishers LTD
Κωσταγιόλας, Π., Γουρζουλίδου, Ε., Αλεξιάς, Γ., Θεοδώρου, Π. (2023). Πληροφοριακή συμπεριφορά και ψηφιακή υγειονομική πληροφοριακή παιδεία των χρηστών πρωτοβάθμιας δομής παροχής υπηρεσιών υγείας. Νοσηλευτική. 62(2): 55-74
Ματσαγγάνης, Μ., (2002). Η δημόσια παρέμβαση στον τομέα της υγείας στο Αλετράς και συν., Οικονομική και Χρηματοδοτική Διαχείριση Υπηρεσιών Υγείας. Τόμος, Α (σ. 15 – 39). Πάτρα, Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο
Μπρίντεζη, Χ. (2018). Διερεύνηση της πληροφοριακής συμπεριφοράς των ελλήνων αστρονόμων: προτάσεις εφαρμογής των αποτελεσμάτων σε προγράμματα πληροφοριακής παιδείας. Διδακτορική Διατριβή. Ανακτήθηκε στις 16/01/2024 από https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=44609&lang=el#p=76
CDC (2024). What Is Health Literacy? Ανακτήθηκε στις 15/9/2026 από https://www.cdc.gov/health-literacy/php/about/index.html
Ellis, J., Mullan, J., Worsley, A., Pai, N. (2012). The role of health literacy and social networks in arthritis patients’ health information-seeking behavior: a qualitative study. Int J Family Med. doi: 10.1155/2012/397039.
Ferreira-Alfaya, F., J. (2025). Perspective. The state of organizational health literacy: addressing gapsand future directions. Health Promotion International, 2025, 40, daaf075 https://doi.org/10.1093/heapro/daaf075
Field, K., Ziebland, S., McPherson, A., Lehman, R. (2006). ‘Can I come off the tablets now?’ A qualitative analysis of heart failure patients’ understanding of their medication.Family Practice. 23(6) pp., 624-630. DOI:10.1093/fampra/cml036
Gilbert, M., Dulai, J., Wexel, D., Ferlatte, O. (2014). Health literacy, sexual health and gay men.Current perspectives. Report from a meeting of researchers, policy-makers, service providers and community members funded by the Canadian Institutes of Health Research. Vancouver, Canada: Self Published, 2014.
Liu, C., Wang, D., Liu, C., Jiang, J., Wang, X., Chen, H., Ju, X., Zhang, X. (2020). What is the meaning of health literacy? A systematic review and qualitative synthesis. Fam Med Com Health.8:e000351. doi:10.1136/fmch-2020-000351
Nielsen-Bohlman, L., Panzer, A., Kindig, D. (2004) Health literacy: a prescription to end confusion. National Academies Press (US).
Nutbeam, D., Muscat, D. M. (2021). Health Promotion Glossary 2021. Health Promotion International. doi:10.1093/heapro/daaa157
Pelizzari, N., Covolo, L., Ceretti, E., Fiammenghi, C., Gelatti, U. (2025). Defining, assessing, and implementing organizational health literacy: barriers, facilitators, and tools – a systematic review. BMC Health ServRes.25(1):599. doi: 10.1186/s12913-025-12775-w.
Ratzan, S. C., Parker, R. M. (2000). Introduction in: National Library of Medicine Current Bibliographies in Medicine: Health Literacy. Selden CR, editor, Zorn M., editor, Ratzan SC, editor, Parker RM, editor, Editors. NLM Pub. No. CBM 2000-1. Bethesda, MD: National Institutes of Health, U.S. Department of Health and Human Services.
Sheridan, S., L., Halpern, D.,J., Viera, A.,J., Berkman, N., D., Donahue, K., E., Crotty, K. (2011). Interventions for individuals with low health literacy: a systematic review. J Health Commun. 16 Suppl 3:30-54. doi: 10.1080/10810730.2011.604391.
Tang, C., Wu, X., Chen, X. et al. (2019). Examining income-related inequality in health literacy and health-information seeking among urban population in China.BMC Public Health 19, 221.https://doi.org/10.1186/s12889-019-6538-2
Triantafyllou, C., Ntikoudi, A., Papachristou, A., Psiakis, V., Fonseca, V., R., Breda, J. (2026) Mapping the Public Health Landscape in Greece: Governance, Stakeholders, Data Systems, and Policy Frameworks. Int J Environ Res Public Health. 23(8):1059. doi: 10.3390/ijerph23081059.
Viswanath, K. & Ackerson, L., K. (2011). Race, ethnicity, language, social class, and health communication inequalities: a nationally-representative cross-sectional study. PLoSOne.6(1).doi: 10.1371/journal.pone.0014550.
WHO (2026).Improving health literacy. Ανακτήθηκε στις 15/9/2026 από https://www.who.int/activities/improving-health-literacy
Wilson, T. D. (1997). Information behavior: An interdisciplinary perspective. InformationProcessing&Management, 33(4), 551-572. doi:10.1016/s0306-4573(97)00028-9
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-21 12:32:00
