Οικονομία

Βαδίζουμε προς νέα παγκόσμια οικονομική κρίση;

Βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου φαύλου κύκλου που απειλεί τους προϋπολογισμούς των ανεπτυγμένων χωρών; Το ερώτημα αυτό, με την Ελλάδα ευτυχώς εκτός κάδρου (λόγω χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης), απασχολεί όλο και περισσότερους διεθνείς αναλυτές.

Οι βασικοί λόγοι είναι τα υψηλά χρέη, τα επίμονα ελλείμματα και η άνοδος των επιτοκίων, που έχουν αλληλοτροφοδοτούμενες συνέπειες για την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Καθώς τα παλαιά ομόλογα χαμηλού κόστους λήγουν και αντικαθίστανται από ακριβότερο δανεισμό, οι τόκοι απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών. Η δημοσιονομική πίεση αυξάνεται και μαζί της ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους, εκτιμά ο Economist σε μια ανάλυση των νέων συνθηκών και των ανέμων που πλήττουν ισχυρές οικονομίες.

Σε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο, οι επενδυτές απαιτούν πλέον υψηλότερο επιτόκιο για να δανείσουν τις κυβερνήσεις. Οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ιαπωνία. Στις 14 Σεπτεμβρίου, η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε το 5%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών. Η διάμεση απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων των πλούσιων χωρών έχει ανέλθει πάνω από το 4%, σύμφωνα με τη βρετανική επιθεώρηση. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια και περίπου πενταπλάσιο από τον μέσο όρο της περιόδου 2015-2021. Η Ελλάδα, ευτυχώς, βρίσκεται έξω από το πεδίο της ανησυχίας και, παρά το υψηλό χρέος της —το οποίο, πάντως, μειώθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια—, δανείζεται φθηνότερα από τη Γαλλία και την Ιταλία.

Δεν ζούμε όμως σε ένα απομονωμένο «νησί» και είναι προφανές πως, αν η ήδη δύσκολη γεωπολιτική και οικονομική συγκυρία επιδεινωθεί περαιτέρω, οι συνέπειες του πληθωριστικού κύματος θα είναι μεγαλύτερες και για τη χώρα μας.


Ο Economist υπογραμμίζει ότι οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις είναι ανησυχητικές, επειδή το κόστος δανεισμού αυξάνεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια χρέη έχουν φθάσει σε πρωτοφανή ύψη. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών βρίσκεται κοντά στο 110% του ΑΕΠ, από περίπου 70% στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει υπερδιπλασιαστεί, ενώ στη Βρετανία έχει σχεδόν τριπλασιαστεί. Την ίδια στιγμή, δεν διακρίνεται στην πολιτική ηγεσία κάποια διάθεση για περιορισμό των δαπανών. Οι ΗΠΑ αναμένεται να εμφανίσουν φέτος έλλειμμα περίπου 6% του ΑΕΠ και η Γαλλία πάνω από 5%.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2010, οι πολιτικοί των χωρών που δεν συγκαταλέγονταν στις υπερχρεωμένες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, μπορούσαν να παραμερίζουν τις προειδοποιήσεις για το χρέος χάρη στα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια. Αυτή η περίοδος έχει πλέον τελειώσει. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αύξησε, παρά τις αντίθετες πιέσεις του Τραμπ, το βασικό της επιτόκιο κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ μία εβδομάδα νωρίτερα είχε κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.


Η αγορά ομολόγων στέλνει το μήνυμα ότι η εποχή της φθηνής κρατικής χρηματοδότησης έχει παρέλθει. Το έγκυρο βρετανικό περιοδικό τονίζει ότι οι μεγάλοι δανειολήπτες καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν το πραγματικό κόστος των χρεών που συσσώρευσαν όταν τα επιτόκια θεωρούνταν σχεδόν αμελητέα. Βεβαίως, οι κυβερνήσεις έχουν βρεθεί και στο παρελθόν αντιμέτωπες με υψηλές αποδόσεις ή αυξημένες δανειακές ανάγκες —στην Ελλάδα το γνωρίζουμε καλά—, ωστόσο οι αναλυτές σημειώνουν ότι τις τελευταίες δεκαετίες δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα δύο προβλήματα: δημοσιονομικές ανισορροπίες και υψηλά επιτόκια.

Το 2007, όταν η μέση απόδοση των ομολόγων των πλούσιων χωρών βρισκόταν περίπου στα σημερινά επίπεδα, οι κυβερνήσεις χρειάστηκε να δανειστούν ποσά που ισοδυναμούσαν με περίπου το 11% του ΑΕΠ τους. Εφέτος θα πρέπει να δανειστούν ένα υπερδιπλάσιο ποσό, χρηματοδοτώντας τα μεγάλα ελλείμματα και αντικαθιστώντας ομόλογα που είχαν εκδοθεί με πολύ χαμηλότερα επιτόκια.


Οι πληρωμές τόκων απορροφούν ήδη πάνω από το 3% του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και σχεδόν το 5% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεγάλο μέρος του υφιστάμενου χρέους εξακολουθεί να φέρει τα χαμηλά επιτόκια της προηγούμενης περιόδου. Καθώς αυτό λήγει, ο λογαριασμός θα μεγαλώνει. Εάν το κόστος δανεισμού παραμείνει κοντά στα σημερινά επίπεδα, οι ετήσιες πληρωμές τόκων των ΗΠΑ μπορεί σχεδόν να τριπλασιαστούν και να φθάσουν τα 2,7 τρισ. δολάρια έως το τέλος της δεκαετίας, σύμφωνα με την ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης της Ουάσιγκτον, Committee for a Responsible Federal Budget. Το ποσό αυτό θα υπερβαίνει τις δαπάνες της αμερικανικής κυβέρνησης είτε για το πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης Medicare είτε για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων.

Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερα επιτόκια

Τι γίνεται όμως στην αγορά; Οι αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων αντανακλούν κυρίως τις προσδοκίες των επενδυτών για τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών. Οταν, όμως, οι επενδυτές καλούνται να δανείσουν ένα κράτος για δεκαετίες, υπολογίζουν πολύ πιο αυστηρά τον κίνδυνο του πληθωρισμού και την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών. Παράλληλα, ορισμένοι από τους παραδοσιακούς αγοραστές κρατικών τίτλων αποσύρονται. Το 2025 οι κυβερνήσεις χρειάστηκε να προσφέρουν περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη απόδοση για τα δεκαετή ομόλογά τους σε σύγκριση με εκείνα που αντικαθιστούσαν. Με τις αποδόσεις να έχουν αυξηθεί περαιτέρω εφέτος, το επόμενο κύμα αναχρηματοδότησης θα είναι ακόμη ακριβότερο.

Η ασφαλέστερη «λύση» θα ήταν ο περιορισμός του νέου δανεισμού. Οι κυβερνήσεις, ωστόσο, εξακολουθούν να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο εκτεταμένος φορολογικός και δημοσιονομικός νόμος του Ντόναλντ Τραμπ μονιμοποίησε το 2025 τις περισσότερες προηγούμενες φορολογικές μειώσεις και πρόσθεσε νέες ελαφρύνσεις. Το αποτέλεσμα, κατά τον Economist, θα είναι η διεύρυνση του ελλείμματος κατά τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Παράλληλα, η Ιαπωνία κινητοποιεί το κράτος για ένα ευρύ επενδυτικό πρόγραμμα στους ημιαγωγούς και στην τεχνητή νοημοσύνη, μειώνοντας τον φόρο κατανάλωσης. Η Γαλλία δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις δημόσιες δαπάνες, καθώς ο πληθυσμός γερνά και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται.

Αντί να περιορίσουν τον δανεισμό, οι κυβερνήσεις αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο δανείζονται. Για να αποφύγουν το υψηλό κόστος των ομολόγων μεγάλης διάρκειας, εκδίδουν ολοένα και περισσότερα ομόλογα που λήγουν συντομότερα. Το ποσοστό των νέων τίτλων με διάρκεια άνω των δέκα ετών βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009.

Οι κυβερνήσεις στηρίζονται επίσης περισσότερο σε έντοκα γραμμάτια διάρκειας μικρότερης του ενός έτους. Κατά τη δεκαετία του 2010, οι πλούσιες χώρες εξέδιδαν περίπου 60% περισσότερα ομόλογα σταθερού επιτοκίου από έντοκα γραμμάτια. Από το 2023 και μετά, τα γραμμάτια κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο, τονίζει το έγκυρο βρετανικό περιοδικό. Σχεδόν το ένα τέταρτο του αμερικανικού χρέους αποτελείται πλέον από έντοκα γραμμάτια, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Η μέση διάρκεια του συνολικού χρέους των ΗΠΑ έχει πέσει κάτω από τα έξι χρόνια και είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από την αντίστοιχη διάρκεια μιας τυπικής αναδυόμενης οικονομίας.

Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην λανθασμένη επιλογή, αναφέρει η ανάλυση του Economist. Εάν οι σημερινές υψηλές μακροπρόθεσμες αποδόσεις αποδειχθούν προσωρινές, η δέσμευση σε αυτές για δεκαετίες θα ήταν ασύμφορη. Εάν πάλι παραμείνουν υψηλές, επειδή η ζήτηση για μακροχρόνια ομόλογα έχει υποχωρήσει μόνιμα, οι κυβερνήσεις έχουν λόγο να μεταφέρουν μέρος των εκδόσεών τους σε μικρότερες διάρκειες. Η επιλογή αυτή δημιουργεί, όμως, αυξημένες ανάγκες αναχρηματοδότησης. Το ένα τρίτο του χρέους σταθερού επιτοκίου των κυβερνήσεων του ΟΟΣΑ λήγει έως το 2028 και σχεδόν το μισό έως το 2030. Η ανάγνωση της συγκυρίας δείχνει ότι τα επιτόκια μπορεί να αυξηθούν περαιτέρω.

Πού βρισκόμαστε σήμερα; Οι τιμές του πετρελαίου έχουν επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν παρατείνεται. Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή του ντίζελ, που κινεί φορτηγά, εκσκαφείς και γεωργικά μηχανήματα, βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό. Ο δομικός πληθωρισμός, εξαιρουμένων των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, παραμένει επίμονα υψηλός σε πολλές χώρες.

Η αριθμητική του χρέους

Με τον πληθωρισμό να ανεβαίνει ξανά και έχοντας δεχθεί έντονη κριτική για την καθυστερημένη αντίδρασή τους στις αυξήσεις των τιμών μετά την πανδημία, οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν εμφανίζονται διατεθειμένοι να περιμένουν. Η ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα αυξήσει ξανά τα επιτόκια μέσα στους επόμενους έξι μήνες, ενώ οι αγορές αναμένουν τουλάχιστον δύο ακόμη αυξήσεις κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες από τη Fed έως τον Μάρτιο του 2027.

Καθώς οι χώρες δανείζονται περισσότερο και για μικρότερα χρονικά διαστήματα, πολλές μπορεί να βρεθούν σε μια κατάσταση όπου το επιτόκιο δανεισμού θα υπερβαίνει τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Σε αυτή την περίπτωση το βάρος του χρέους αυξάνεται, ακόμη και αν το πρωτογενές ισοζύγιο του προϋπολογισμού —πριν από την πληρωμή των τόκων— είναι ισοσκελισμένο.

Για να υπολογίσει το μέγεθος του κινδύνου, η βρετανική επιθεώρηση εξέτασε τι θα συνέβαινε εάν οι πλούσιες χώρες έπρεπε να αναχρηματοδοτήσουν ολόκληρο το χρέος τους με τις σημερινές αποδόσεις των πενταετών ομολόγων. Για τον υπολογισμό χρησιμοποιήθηκαν οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ονομαστική ανάπτυξη (που περιλαμβάνει την επίδραση του πληθωρισμού).

Μεταξύ 22 χωρών, η Βρετανία θα χρειαζόταν το μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα, περίπου 1,5% του ΑΕΠ, μόνο και μόνο για να διατηρήσει σταθερή την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ. Ακολουθούν η Ιταλία, με απαιτούμενο πλεόνασμα 1,4%, και η Γαλλία, με 1,2%. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρειάζονταν πλεόνασμα 1%.

Ορισμένες άλλες χώρες θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να εμφανίζουν μικρά πρωτογενή ελλείμματα χωρίς αύξηση του χρέους τους. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να διατηρήσει έλλειμμα 0,8% του ΑΕΠ, επειδή ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξής της εκτιμάται ότι θα υπερβαίνει το επιτόκιο του χρέους.

Οι περισσότερες κυβερνήσεις απέχουν σήμερα σημαντικά από τα πλεονάσματα που θα απαιτούνταν. Οι ΗΠΑ εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα σχεδόν 4% του ΑΕΠ. Για να σταθεροποιήσουν το χρέος τους με το σημερινό κόστος δανεισμού, θα χρειάζονταν δημοσιονομική προσαρμογή σχεδόν πέντε ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ.

Η Γαλλία έχει πρωτογενές έλλειμμα κοντά στο 3% και θα χρειαζόταν προσαρμογή περίπου τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων. Η Βρετανία έχει μειώσει φέτος το έλλειμμά της και έχει εντάξει μεγάλο μέρος της αναγκαίας προσαρμογής στα δημοσιονομικά της σχέδια. Η Γαλλία δεν διαθέτει αντίστοιχο σχέδιο, ενώ τα κόμματα δεν δείχνουν ιδιαίτερη διάθεση να εκπονήσουν κάτι τέτοιο πριν από τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους. Οι προοπτικές των ΗΠΑ είναι ακόμη δυσμενέστερες.

Ο Economist προειδοποιεί, λοιπόν, ότι η κατάσταση επιδεινώνεται γρήγορα λόγω των επίμονων ελλειμμάτων και της ανόδου των αποδόσεων. Μόλις πριν από έναν χρόνο, η δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτούνταν από τις ΗΠΑ ήταν μικρότερη κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες. Στη Γαλλία, το αναγκαίο μέγεθος έχει αυξηθεί σχεδόν κατά μία μονάδα.

Για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, το πρόβλημα επιτείνεται από το ήδη υψηλό φορολογικό βάρος, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα άντλησης πρόσθετων εσόδων χωρίς ζημιά στην οικονομία. Στη Γαλλία, όπου τα κρατικά έσοδα υπερβαίνουν το 50% του ΑΕΠ, τα περιθώρια ελιγμών είναι ελάχιστα.

Εάν τα επιτόκια δεν υποχωρήσουν και οι κυβερνήσεις αρνηθούν να προχωρήσουν στις απαιτούμενες προσαρμογές, η έκδοση βραχυπρόθεσμου χρέους θα μεταθέσει απλώς το πρόβλημα. Καθώς λήγουν τα φθηνά ομόλογα, οι δαπάνες για τόκους θα αυξάνονται, τα ελλείμματα θα διευρύνονται και η μελλοντική λιτότητα που θα απαιτείται για τη σταθεροποίηση του χρέους θα γίνεται αυστηρότερη.

Σύμφωνα με τον Economist, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει τις αποδόσεις ακόμη υψηλότερα και να επιβαρύνει ξανά τη δημοσιονομική εξίσωση. Και όσο περισσότερο καθυστερούν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, τόσο πιο επώδυνη θα γίνεται η τελική προσαρμογή με όρους λιτότητας. Να ένα σπιράλ που πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγει η Ελλάδα.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-18 12:45:00

Back to top button