
DBRS: Αναβάθμισε σε «θετικές» τις προοπτικές για την οικονομία
Η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει αφήσει οριστικά πίσω της το κεφάλαιο της δημοσιονομικής εκτροπής. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα πίσω από την απόφαση του DBRS να αναβαθμίσει σε «θετικές», από «σταθερές», τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου το οποίο διατήρησε αμετάβλητο στο «BBB».
Η αναβάθμιση δεν αφορά μόνο έναν αριθμό σε έναν πίνακα αξιολόγησης: αποτυπώνει την εμπιστοσύνη ότι η αποκλιμάκωση του χρέους μπορεί να συνεχιστεί.
Ο καναδικός οίκος εκτιμά ότι η σχέση χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Με βάση τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 αναμένεται να φτάσει στο 134,4% στο τέλος του 2027. Η μείωση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα: στηρίζεται στην ανάπτυξη, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στη βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων.
Η Κομισιόν προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να παραμείνει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στο 4% του ΑΕΠ το 2026 και 3,7% το 2027.
Μέχρι στιγμής, λέει ο DBRS, η οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική απέναντι στο ενεργειακό σοκ, ενώ ο τουρισμός συνεχίζει να δίνει ισχυρή ώθηση. Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών έχουν αρχίσει να αποδίδουν και στο μέτωπο των εσόδων, με τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης να διευρύνει τη φορολογική βάση.
Η εικόνα αυτή έχει αλλάξει αισθητά το ελληνικό πιστωτικό προφίλ. Ο τραπεζικός τομέας είναι πλέον σε πολύ καλύτερη κατάσταση, το οικονομικό πλαίσιο θεωρείται αξιόπιστο και η συμμετοχή στην ΕΕ και την ευρωζώνη λειτουργεί ως σημαντικό θεσμικό και οικονομικό στήριγμα.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι η Ελλάδα έπαψε να έχει προβλήματα. Το αντίθετο. Ο DBRS καταγράφει με σαφήνεια τις αδυναμίες που εξακολουθούν να βαραίνουν την αξιολόγηση: υψηλό δημόσιο χρέος, χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας, μικρό μέγεθος οικονομίας και επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Το τελευταίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια οικονομία που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις υπηρεσίες και στον τουρισμό. Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν το 2025 στο 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών, έναντι 73% το 2019. Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί ένα προφανές πλεονέκτημα σε περιόδους ισχυρής τουριστικής ζήτησης, αλλά και μια ευπάθεια όταν το διεθνές περιβάλλον γίνεται δυσμενέστερο.
Το μεγαλύτερο ίσως στοίχημα βρίσκεται αλλού: στην παραγωγικότητα. Παρά τη βελτίωσή της, παραμένει πολύ χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τη Eurostat, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε το 2025 μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ-27, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.
Στο μέτωπο του χρέους, πάντως, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα σημαντικό πλεονέκτημα που δεν είχε στο παρελθόν: χρόνο. Η μέση σταθμισμένη διάρκεια του δημόσιου χρέους έφτασε τα 18,3 χρόνια τον Ιούνιο του 2026, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ, ή 12,4% του ΑΕΠ. Επιπλέον, μετά την αντιστάθμιση κινδύνου, το σύνολο του χρέους είναι σε σταθερά επιτόκια.
Αυτό περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο μιας απότομης αύξησης του κόστους εξυπηρέτησης. Δεν τον εξαφανίζει. Καθώς το δημόσιο χρέος θα αντικαθίσταται σταδιακά από νέο δανεισμό μέσω των αγορών, η Ελλάδα θα εκτίθεται περισσότερο στις διαθέσεις των επενδυτών και στις διεθνείς μεταβολές του κόστους χρήματος.
Γι’ αυτό και η δημοσιονομική πειθαρχία παραμένει κρίσιμη. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους θα κριθεί από το κατά πόσο η χώρα μπορεί να συνεχίσει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ ταυτόχρονα θα διατηρεί επαρκώς ισχυρούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης.
Ο DBRS εμφανίζεται, πάντως, σχετικά καθησυχαστικός και στο πολιτικό μέτωπο. Παρότι οι σημερινές δημοσκοπήσεις προμηνύουν πιθανώς δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές του επόμενου έτους, ο οίκος θεωρεί περιορισμένο τον πολιτικό κίνδυνο, επικαλούμενος τη συναίνεση των βασικών πολιτικών δυνάμεων σε κρίσιμες κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής.
Η αναβάθμιση των προοπτικών είναι, επομένως, μια ψήφος εμπιστοσύνης στην πορεία που έχει διανύσει η Ελλάδα. Αλλά και μια υπενθύμιση για το επόμενο κεφάλαιο: δεν αρκεί πλέον να μειώνεται το χρέος. Η οικονομία πρέπει να γίνει πιο παραγωγική, λιγότερο εξαρτημένη από τον τουρισμό και πιο ανθεκτική στους εξωτερικούς κραδασμούς. Εκεί θα κριθεί η επόμενη αναβάθμιση.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-05 10:25:00
