Οικονομία

Τρία εμπόδια φρενάρουν τις επενδύσεις στην Ελλάδα

Σε μια χρονιά που οι ξένες επενδύσεις υποχώρησαν στο σύνολο της Ευρώπης, η Ελλάδα ήταν μία από τις λίγες χώρες που κινήθηκαν αντίθετα. Παράλληλα, η πρόθεση των ξένων επιχειρήσεων να επενδύσουν στη χώρα έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της έρευνας EY Attractiveness Survey Ελλάδα, το 2019.

Η εικόνα, όμως, δεν είναι χωρίς σκιές. Οι ξένοι επενδυτές αναγνωρίζουν την πρόοδο της χώρας, αλλά εντοπίζουν τρία βασικά σημεία που χρειάζονται βελτίωση:

  • το ρυθμιστικό περιβάλλον
  • το επίπεδο καινοτομίας και έρευνας και ανάπτυξης
  • το κόστος της ενέργειας

 Η πρόοδος σε αριθμούς

Η βάση δεδομένων European Investment Monitor της EY κατέγραψε 47 greenfield επενδυτικά έργα στην Ελλάδα το 2025, έναντι 35 το 2024. Πρόκειται για αύξηση 34%. Η επίδοση ισοφαρίζει εκείνη του 2022 και είναι η δεύτερη καλύτερη από το 2000, πίσω μόνο από το 2023 (50 έργα). Η άνοδος, επομένως, σηματοδοτεί κυρίως επιστροφή στα επίπεδα του 2022, μετά από μια αδύναμη χρονιά.

Την ίδια περίοδο, τα αντίστοιχα έργα στην Ευρώπη μειώθηκαν κατά 7%, τρίτη συνεχόμενη χρονιά πτώσης. Η υποχώρηση ήταν έντονη στις μεγάλες οικονομίες: Γαλλία -17%, Ηνωμένο Βασίλειο -14% και Γερμανία -10%. Άνοδο κατέγραψαν, εκτός από την Ελλάδα, η Τουρκία (+20%), η Ρουμανία (+16%), η Πολωνία (+10%) και η Ισπανία (+7%). Η Ελλάδα κατέλαβε τη 19η θέση μεταξύ 47 χωρών, όπως και το 2022 και το 2023.

Διαφορετική εικόνα δίνουν τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το σύνολο των καθαρών εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ). Αυτές αυξήθηκαν το 2025 κατά περίπου 90% και έφτασαν τα €11,9 δισ., δηλαδή το 4,8% του ΑΕΠ. Σημαντικό μέρος του ποσού οφείλεται σε μεγάλες μεμονωμένες συναλλαγές, ενώ το 36% αφορά την ενέργεια. Ακόμη και χωρίς αυτές τις συναλλαγές, πάντως, οι εισροές ξεπερνούν τα επίπεδα του 2024.

 

Οι προθέσεις

Ενθαρρυντικές είναι οι προθέσεις των επενδυτών. Το 55% των 250 στελεχών ξένων επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει δραστηριότητες στην Ελλάδα μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Είναι το υψηλότερο ποσοστό από το 2019, όταν βρισκόταν στο 30%. Το επίπεδο είναι παρόμοιο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (54%), η τάση όμως είναι αντίθετη: στην Ευρώπη το ποσοστό υποχωρεί από 72% το 2024, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνει. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η μεταβολή στις επιχειρήσεις που δεν έχουν ακόμη παρουσία στη χώρα: το 51% δηλώνει πρόθεση ανάπτυξης δραστηριοτήτων στην Ελλάδα, έναντι 22% στην περσινή έρευνα.

Παράλληλα:

  • Μόλις το 22% ανέβαλε, ακύρωσε ή περιόρισε επενδυτικά σχέδια, έναντι 34% στο σύνολο της Ευρώπης.
  • Το 68% αναμένει βελτίωση της ελκυστικότητας της χώρας την επόμενη τριετία, από 63% πέρυσι.
  • Το 82% κρίνει αποτελεσματική την πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων. Το ποσοστό είναι ίδιο με πέρυσι και το υψηλότερο που έχει καταγράψει η έρευνα, αν και μόλις το 23% τη χαρακτηρίζει «πολύ αποτελεσματική».

Υπάρχουν, ωστόσο, και ενδείξεις κόπωσης. Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι η εικόνα τους για την Ελλάδα επιδεινώθηκε τον τελευταίο χρόνο ανέβηκε στο 20%, από 13% πέρυσι.

Πόσο ποιοτικές είναι οι επενδύσεις

Η αύξηση του αριθμού των έργων δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει την ποιότητα των επενδύσεων. Σύμφωνα με την EY, τα greenfield έργα του 2025 κατανέμονται ως εξής:

  • υποστηρικτικές υπηρεσίες: 36%,
  • πωλήσεις και μάρκετινγκ: 28%, διπλάσιο από τον μέσο όρο της προηγούμενης τριετίας (14%),
  • βιομηχανική παραγωγή: 15%,
  • έρευνα και ανάπτυξη: 11%.

Οι πωλήσεις και το μάρκετινγκ έχουν, κατά την ίδια την EY, πιο περιορισμένο αποτύπωμα στην τοπική οικονομία. Η βιομηχανική παραγωγή, αν και αυξημένη, παραμένει πολύ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (28%). Επιπλέον, το 79% των έργων συγκεντρώθηκε στην Αττική, από 57% κατά μέσο όρο την τριετία 2022-2024.

 

Πρώτο «αγκάθι»: Γραφειοκρατία και κανονισμοί

Το ρυθμιστικό περιβάλλον αναδεικνύεται στο σημαντικότερο σημείο προς βελτίωση, και η ανησυχία εντείνεται. Ο μεγάλος αριθμός και η πολυπλοκότητα των κανονισμών αναφέρονται ως κίνδυνος για την ελκυστικότητα της χώρας από το 24% των επενδυτών, έναντι 15% πέρυσι. Την εικόνα επιβεβαιώνει και το φετινό Entrepreneurship Barometer της EY: το 78% των Ελλήνων επιχειρηματιών αναφέρει τη γραφειοκρατία και την πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού πλαισίου ως βασικό εμπόδιο.

Η EY προτείνει:

  • λιγότερες άδειες και εγκρίσεις,
  • ταχύτερες αδειοδοτήσεις,
  • κατάργηση των επικαλύψεων μεταξύ αρχών,
  • σαφείς κανόνες συμμόρφωσης.

Στη φορολογία, οι επενδυτές ζητούν κυρίως σταθερότητα και όχι χαμηλότερους συντελεστές. Το 41% θέτει ως βασική προτεραιότητα την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια δικαίου, ενώ τη μείωση του εταιρικού φόρου επιλέγει το 34%.

Δεύτερο «αγκάθι»: Καινοτομία και έρευνα

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της έρευνας όπου το επίπεδο καινοτομίας και έρευνας και ανάπτυξης συγκαταλέγεται στα τρία κύρια μειονεκτήματα. Οι δαπάνες για Ε&Α ως ποσοστό του ΑΕΠ σχεδόν διπλασιάστηκαν μέσα σε μία δεκαετία και έφτασαν στο 1,54% το 2024. Παραμένουν, όμως, χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 2,24%.

 Τρίτο «αγκάθι»: Το κόστος της ενέργειας

Η χώρα έχει ενισχύσει το αποτύπωμά της στην πράσινη μετάβαση: περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής το 2025 προήλθε από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, το ενεργειακό κόστος παραμένει βασική πρόκληση για την ανταγωνιστικότητα.

  • Το 24% των επενδυτών το κατατάσσει μεταξύ των σημείων που χρειάζονται βελτίωση.
  • Σε διαφορετική, αλλά συμπληρωματική, ερώτηση, το 26% θεωρεί τα αυξανόμενα κόστη δραστηριοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας, βασικό κίνδυνο για την ελκυστικότητα της χώρας.
  • Η μείωση των τιμών ενέργειας ως προτεραιότητα ανέβηκε στο 22%, από 17%.

Μεταξύ των προτάσεων της EY περιλαμβάνονται:

  • η ανάπτυξη μακροχρόνιων συμβολαίων ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs),
  • η μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο,
  • η θέσπιση ενιαίου πλαισίου ταχείας αδειοδότησης για έργα αποθήκευσης.

Τα ατού της χώρας

Στον αντίποδα, οι επενδυτές αναγνωρίζουν ως βασικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας:

  • τη γεωγραφική θέση (31%), με την Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα της έρευνας όπου ο παράγοντας αυτός συγκαταλέγεται στα τρία σημαντικότερα πλεονεκτήματα,
  • την ποιότητα ζωής, την ασφάλεια, τη διαφορετικότητα και τον πολιτισμό (26%),
  • την πολιτική σταθερότητα (25%, από μόλις 10% πέρυσι).




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-15 07:26:00

Back to top button