Κόσμος

Το στοίχημα του Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν

Ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να επαναλάβει τις αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν, συνδυάζοντας τη στρατιωτική κλιμάκωση με την οικονομική ασφυξία της Τεχεράνης. Οπως γράφει το Atlantic, ο αμερικανός πρόεδρος δέχεται εισηγήσεις από δύο έμπιστους συνομιλητές του, οι οποίοι προτείνουν διαφορετικούς δρόμους προς τη λήξη του πολέμου.

Ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υποστηρίζει ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται κοντά στην κατάρρευση και ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις, θα αναγκάσει το καθεστώς να υποχωρήσει στις διαπραγματεύσεις. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, προκρίνει μια διαφορετική λύση: έναν ακόμη γύρο καταστροφικών αμερικανικών και ισραηλινών πληγμάτων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας.

Η κυβέρνηση Τραμπ, σύμφωνα με το Atlantic, εξετάζει έναν συνδυασμό των δύο στρατηγικών, εκτιμώντας ότι η οικονομία του Ιράν βρίσκεται ήδη στο χείλος της καταστροφής και ότι λίγες ακόμη ισχυρές επιθέσεις θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν πολιτικές ανατροπές. Σύμφωνα με αξιωματούχους που μίλησαν στο Atlantic, ο αμερικανός πρόεδρος εξετάζει μια νέα εκστρατεία βομβαρδισμών διάρκειας αρκετών ημερών, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Στους πιθανούς στόχους περιλαμβάνονται το οπλοστάσιο πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών του Ιράν, οι ενεργειακές υποδομές και οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του.

Μια από τις πηγές του Atlantic υποστήριξε ότι «η οικονομική πίεση αποδίδει» και ότι το Ιράν πλησιάζει στο σημείο καμπής. Τα νέα πλήγματα, πρόσθεσε, θα μπορούσαν να το σπρώξουν πέρα από αυτό.


Η ιστορική εμπειρία, ωστόσο, δεν δικαιολογεί τέτοια βεβαιότητα. Η οικονομική πίεση έχει αποδυναμώσει σοβαρά το Ιράν, αλλά δεν φαίνεται να έχει μεταβάλει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική στάση του. Ο Τραμπ έχει θεωρήσει και στο παρελθόν ότι η Τεχεράνη βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, για να διαπιστώσει στη συνέχεια ότι είχε υπολογίσει λάθος. Μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε, αντί να οδηγήσει στην παράδοση του καθεστώτος, να προκαλέσει ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση.

Την περασμένη εβδομάδα, ο εκπρόσωπος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, ταξίαρχος Χοσεΐν Μοχεμπί, προειδοποίησε ότι επτά μεγάλα καλώδια οπτικών ινών κάτω από τα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσαν να αποτελέσουν «νέους στόχους», προαναγγέλλοντας παράλληλα τη χρήση «νέων όπλων». Αν η αμερικανική επιχείρηση αποτύχει να κάμψει την Τεχεράνη, επισημαίνει το Atlantic, το Ιράν ενδέχεται να βγει από τη σύγκρουση ακόμη λιγότερο πρόθυμο να κάνει παραχωρήσεις.


Ο πρώην αξιωματικός των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών Ντάνι Τσιτρινόβιτς, ειδικός σε θέματα Ιράν, προειδοποιεί ότι ο Τραμπ αναζητά απεγνωσμένα διέξοδο από μια δύσκολη κατάσταση. «Δεν μπορείς να σχεδιάζεις έναν πόλεμο τριών ημερών, γιατί δεν είναι μονομερής απόφαση. Δεν μπορείς να ελέγξεις πώς θα απαντήσει το Ιράν», λέει στο Atlantic. Ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος, πάντως, προανήγγειλε ότι «κάτι θα συμβεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αρκετά σύντομα».

Η ανυπομονησία του Τραμπ εξηγείται εν μέρει από το πολιτικό κόστος του πολέμου. Σύμφωνα με το Atlantic, ο αμερικανός πρόεδρος ήλπιζε ότι η Τεχεράνη θα επέστρεφε στις διαπραγματεύσεις πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, κάτι που δεν συνέβη. Οι υψηλές τιμές της ενέργειας επιβαρύνουν το πολιτικό κλίμα για τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ η απογοήτευσή του εκδηλώνεται κατά καιρούς με οργισμένες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.


Ο Τραμπ είχε εξετάσει το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων πριν από τις εκλογές, επιδιώκοντας ενδεχομένως μια εντυπωσιακή στρατιωτική επιτυχία. Ωστόσο, οι αντιδράσεις στους κόλπους του ίδιου του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ήταν τόσο έντονες, ώστε αναγκάστηκε να δηλώσει ότι δεν θα χτυπήσει ξανά πριν από την κάλπη. Ο Νετανιάχου, από την πλευρά του, φέρεται να πίεζε για νέα πλήγματα πριν από τις ισραηλινές εκλογές.

Οπως σημειώνει το Atlantic, δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για την επανέναρξη των επιθέσεων μετά τις αμερικανικές εκλογές, αν και υπάρχουν ενδείξεις προετοιμασίας. Ο αμερικανός υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ επισκέφθηκε πρόσφατα το Ισραήλ για συνομιλίες με τον Νετανιάχου, ενώ το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την απομάκρυνση μη απαραίτητου προσωπικού από τη Σαουδική Αραβία, εξαιτίας της κλιμάκωσης των επιθέσεων των Χούθι.

Παράλληλα, παραμένουν ερωτήματα για το αν τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών επαρκούν για την προστασία των συμφερόντων των ΗΠΑ στην περιοχή. Η απλή πιθανότητα επανέναρξης του πολέμου έχει ήδη προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές, με άνοδο της τιμής του πετρελαίου και πτώση των μετοχών.

Ο ναυτικός αποκλεισμός και οι κυρώσεις έχουν πλήξει σοβαρά την ιρανική οικονομία. Ο επικεφαλής της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, δήλωσε ότι ο αποκλεισμός εμπόδισε εξαγωγές πετρελαίου αξίας τουλάχιστον 25 δισ. δολαρίων. Ο πληθωρισμός καλπάζει, τα αγαθά σπανίζουν και το ριάλ έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το Atlantic επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις επικείμενης οικονομικής κατάρρευσης. Οι σκληροπυρηνικοί της Τεχεράνης έχουν επί δεκαετίες δείξει ότι είναι διατεθειμένοι να υπομένουν το κόστος.

Το βασικό πρόβλημα, καταλήγει το Atlantic, είναι ότι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου μπορεί να επιθυμούν ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο, αλλά δεν ελέγχουν τις αποφάσεις της ιρανικής ηγεσίας ούτε την αντίδρασή της. Η έκβαση του πολέμου, όπως και ο χρόνος που θα χρειαστεί για να τελειώσει, δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τους δύο ηγέτες.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-25 00:02:00

Back to top button