
Τι κάνει η Ευρώπη απέναντι σε Τραμπ – Πούτιν;
«Στη νέα Γιάλτα που λάνσαραν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν για να μοιράσουν σφαίρες επιρροής, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει θέση στο τραπέζι», γράφει ο Αλεσάντρο Τρότσινο στην Corriere della Sera, σχολιάζοντας τις ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων ημερών στο μέτωπο της Ουκρανίας.
Οι Βρυξέλλες παραμένουν, προφανώς, αλληλέγγυες προς το Κίεβο. Προς το παρόν οι διαφορετικές στάσεις των κρατών-μελών, τόσο απέναντι στην Ουκρανία όσο και απέναντι στην πορεία που έχουν πάρει οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, δεν έχουν διαρρήξει αυτή την ενότητα. Μόλις τον περασμένο Απρίλιο η ΕΕ ενέκρινε δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ για τη στήριξη της Ουκρανίας έως το 2028.
Πλέον, όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην, καθώς η νέα μεταστροφή του Τραμπ (η τρίτη, μετά από την ταπείνωση του Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, τον Φεβρουάριο του 2025, και την σχεδόν συμφωνία στην Αλάσκα, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, περί παραχώρησης ολόκληρου του Ντονμπάς στη Μόσχα) θα μπορούσε να επισπεύσει το τέλος του πολέμου, οδηγώντας την Ουκρανία ακόμη και στην ήττα. Η θέση της ΕΕ αναμένεται να αποσαφηνιστεί στη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης και της Παρασκευής (15 και 16 Οκτωβρίου). Ενόψει, όμως, αυτής της αποσαφήνισης απευθύνονται ήδη προειδοποιήσεις.
Υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν πως η Ευρώπη αδρανεί επικίνδυνα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο, άποψη που επαναφέρει στο προσκήνιο τα περί «υπνοβασίας» προς την καταστροφή: «Οι Ευρωπαίοι υπνοβατούν. Οπως και το 1913 [πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου] αδυνατούν να φανταστούν ότι μπορεί να ξεσπάσει μια παγκόσμια κρίση. Ζούμε με την ίδια αμεριμνησία», δήλωσε ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, πρώην πρόεδρος της Κομισιόν, στο Il Mattinale Europeo έχοντας, προφανώς, διαβάσει τους «Υπνοβάτες» του Κρίστοφερ Κλαρκ.
Είναι προφανές ότι μια παθητική ευρωπαϊκή στάση και μια πιθανή επακόλουθη ήττα του Κιέβου, θα επιβεβαίωναν την αδυναμία -στρατιωτική, πολιτική και στρατηγική- της Ευρώπης για την οποία γίνεται λόγος εδώ και πολύ καιρό, ενθαρρύνοντας, έτσι, εξαιρετικά επικίνδυνα τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Σε ανάλυσή της η Ιζαμπέλ Λασέρ της Le Figarο κρίνει πως «εν τέλει η Ευρώπη θα κριθεί από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Αν η Ουκρανία νικήσει, θα ειπωθεί ότι η Ευρώπη στάθηκε στο ύψος των ευθυνών της, στηρίζοντάς την με συνέπεια και διάρκεια. Αν η Ουκρανία αναγκαστεί να υποχωρήσει μπροστά σε μια οικονομικά εξαντλημένη Ρωσία, η οποία, όμως, υποστηρίζεται από τον Ντόναλντ Τραμπ, θα ειπωθεί ότι η Ευρώπη δεν ανταποκρίθηκε στην ιστορική πρόκληση. Και αυτή η εγκατάλειψη των ευθυνών της θα μπορούσε να αποβεί μοιραία».
Σε αυτήν την περίπτωση σίγουρα δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Πούτιν να στραφεί κατά κάποιας από τις δημοκρατίες της Βαλτικής, ακόμη και εναντίον της Πολωνίας. Εδώ, όμως, έγκειται η ουσία της δεύτερης προειδοποίησης, όσον αφορά αυτό που ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ντομινίκ ντε Βιλπέν αποκαλεί «πειρασμό της εμμονής και της υπερβολικής αντίδρασης». Ο ιταλός πολιτικός επιστήμονας Μάριο Τζίρο γράφει σχετικά στην εφημερίδα Domani: «Αν η Ευρώπη αποδεχθεί την ιδέα ότι μόνο η ισχύς μετράει, καταδικάζει τον εαυτό της σε ήττα, γιατί δεν μπορεί να κερδίσει σε μια αναμέτρηση ωμής βίας με τις αναθεωρητικές αυτοκρατορίες».
Συχνά αυτές οι δύο θέσεις ανάγονται, με τρόπο ισοπεδωτικό, σε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στον «ειρηνισμό» -που μπορεί να εκλαμβάνεται ως παραίτηση- και στη «φιλοπόλεμη στάση» -που μπορεί να μοιάζει απερίσκεπτη και καταστροφική. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για απλουστευτικές ταμπέλες που χρησιμεύουν κυρίως στην κατάρριψη της αντίπαλης θέσης. Oπως εξηγεί στην ανάλυσή του ο ιταλός ειδικός, «η αντίληψη ότι το δίκαιο είναι άχρηστο και μόνο η ισχύς έχει βαρύτητα μας εγκλωβίζει σε ένα ψευδές δίλημμα. Χρειάζονται και τα δύο: και το δίκαιο και η αποτρεπτική ικανότητα».
Σε αυτό το πλαίσιο δεν πείθει η επωδός όσων απορρίπτουν κατηγορηματικά κάθε επανεξοπλισμό, εθνικό και ευρωπαϊκό, πιστεύοντας αφελώς ότι το διεθνές δίκαιο στηρίζεται αποκλειστικά στον διάλογο και στη συνεργασία. Οι θιασώτες αυτής της άποψης παραβλέπουν το γεγονός πως μια αδύναμη και ανυπεράσπιστη Ευρώπη δημιουργεί η ίδια τις προϋποθέσεις όχι μόνο για απειλές κατά των εδαφών της αλλά και για την πολιτική και στρατηγική υποταγή της.
Από την άλλη μεριά, όμως, ένας επανεξοπλισμός που στηρίζεται σε εθνικές προτεραιότητες και βλέψεις, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ακραίους εθνικισμούς, σε μια περίοδο, μάλιστα, που η Ακροδεξιά, ενθαρρυμένη τόσο από τη Μόσχα όσο και από την Ουάσιγκτον, ενισχύεται διαρκώς, απειλώντας την ευρωπαϊκή συνοχή. Μια ενδεχόμενη διάλυση της Ευρώπης θα άφηνε πίσω της κράτη με ανανεωμένα οπλοστάσια, χωρίς κοινό έλεγχο. Η Ευρώπη έχει, άλλωστε, μια ιστορική παρακαταθήκη να υπερασπιστεί: ιδρύθηκε για να εδραιώσει την ειρήνη μετά από την καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (για αυτήν ακριβώς τη συμβολή της η ΕΕ τιμήθηκε το 2012 με το Νομπέλ Ειρήνης).
Η στάση αναμονής των Βρυξελλών εν μέρει οφείλεται επίσης στις αδυναμίες στο εσωτερικό πολλών κρατών-μελών του μπλοκ: κατά τους επόμενους πολλούς μήνες θα διεξαχθούν εκλογές στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Πολωνία, με ακροδεξιές δυνάμεις να φιλοδοξούν είτε να κατακτήσουν την εξουσία είτε να μετέχουν σε αυτήν. Το μεγάλο ερώτημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ποια στάση θα κρατήσουν, εάν αναλάβουν κυβερνητικές ευθύνες. Οπως γράφει στο Internazionale ο γνωστός βούλγαρος πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ, «η Ενωση μπορεί να συνυπάρξει με έναν ηγέτη που θέλει αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική ή επιβράδυνση της πράσινης μετάβασης. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργήσει με έναν ηγέτη που τάσσεται ανοιχτά στο πλευρό της Μόσχας ή μετατρέπει την Ευρώπη σε αποικία των Ηνωμένων Πολιτειών του Τραμπ».
Ομως οι Βρυξέλλες αδρανούν σίγουρα -και, μάλιστα, επικίνδυνα, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς- στην αντιμετώπιση του υβριδικού πολέμου που διεξάγεται ήδη κατά της Γηραιάς Ηπείρου. Εως σήμερα η Ευρώπη αρκείται στο να κατονομάζει ευθέως τη Ρωσία ως υπεύθυνη για τις επιθέσεις, να ενισχύει την προστασία ευαίσθητων στόχων και να απειλεί τη Μόσχα με αντίποινα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει συμφωνηθεί μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση σε επιθέσεις των οποίων ούτε η μορφή ούτε οι στόχοι μπορούν να προβλεφθούν.
Δεν υπάρχει προηγμένη αντιαεροπορική άμυνα για την αντιμετώπιση των drones, όπως ζητεί ο πολωνός υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι, όπως δεν υπάρχει ούτε ένας κοινός μηχανισμός συλλογής πληροφοριών που να καθιστά δυνατό και τον εντοπισμό των δραστών και την ανάληψη δράσης εναντίον τους. Ορισμένοι αναλυτές, με τους οποίους συνομίλησε ο Στίβεν Ερλάνγκερ των New York Times, υποστηρίζουν ότι «θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν δυνατότητες κυβερνοπολέμου για να παραλύσει μια ρωσική πόλη ή το μετρό της Μόσχας, ως προειδοποίηση».
Η αναλογικότητα πρέπει πάντοτε να αποτελεί τη βασική αρχή, δεδομένου του κινδύνου κλιμάκωσης ή λανθασμένων υπολογισμών. Ομως αναλογικότητα δεν σημαίνει αδράνεια και πάνω σε αυτή τη λεπτή διαχωριστική γραμμή, οι 27 της ΕΕ θα κληθούν την Πέμπτη και την Παρασκευή να αποφασίσουν ποια Ευρώπη θέλουν.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-14 15:09:00
