
Τι θα αλλάξει αν χάσει ο Νετανιάχου
Η ακροδεξιά κυβέρνηση του Νετανιάχου έχει συνδέσει τη θητεία της με αιματηρές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και τον Λίβανο, με την κλιμάκωση της βίας των εποίκων στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη και τη θεαματική υποχώρηση του διεθνούς κύρους του Ισραήλ.
Οι αντίπαλοί του, με επικεφαλής τον πρώην αρχηγό του στρατού Γκάντι Αϊζενκοτ, υπόσχονται να αποκαταστήσουν τις σχέσεις της χώρας με τους συμμάχους της, εφόσον κερδίσουν τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Ωστόσο, διπλωμάτες και αναλυτές αμφιβάλλουν για το εύρος των αλλαγών που μπορούν πράγματι να επιφέρουν. Οπως επισημαίνουν οι Financial Times, το τραύμα που άφησε η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και η στροφή της ισραηλινής κοινωνίας προς σκληρότερες θέσεις σε θέματα ασφάλειας δεν πρόκειται να εξαφανιστούν με μια κυβερνητική αλλαγή.
Ενας πρώην υπουργός των Εργατικών στη Βρετανία χαρακτηρίζει αφελή την προσδοκία ότι οι σχέσεις Ισραήλ και Ηνωμένου Βασιλείου θα εξομαλυνθούν αυτομάτως εάν ηττηθεί ο Νετανιάχου. Η ανθρωπιστική κρίση και οι νεκροί στη Γάζα έχουν συμβάλει καθοριστικά στην αυστηρότερη στάση πολλών συμμάχων του Ισραήλ, αλλά και των αμερικανών Δημοκρατικών. Ακόμη και η σχέση με την κυβέρνηση Τραμπ έχει δοκιμαστεί, μετά την απόρριψη από τον Νετανιάχου αμερικανικής πρότασης για τη Γάζα και την αποτυχία του κοινού πολέμου κατά του Ιράν να ανατρέψει το καθεστώς της Τεχεράνης. Η Ελίσα Εβερς, αμερικανίδα πρώην ανώτερη αξιωματούχος, προειδοποιεί, μιλώντας στους FT, ότι οι προσδοκίες πρέπει να παραμείνουν χαμηλές: δεν αναμένεται συνολική και άμεση ανατροπή της ισραηλινής πολιτικής ασφάλειας, εξηγεί, αλλά πιθανότερα αλλαγές στον τόνο και επιμέρους διορθώσεις.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το αντιπολιτευόμενο μπλοκ οριακά μπροστά από τον κυβερνητικό συνασπισμό, χωρίς όμως καμία πλευρά να εξασφαλίζει καθαρή πλειοψηφία. Οι αντίπαλοι του Νετανιάχου δεν προτίθενται να εγκαταλείψουν τη στρατιωτική πίεση στις ένοπλες οργανώσεις της περιοχής. Αντιθέτως, τον κατηγορούν ότι απέτυχε να καταστρέψει τη Χαμάς και να εξαλείψει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, όπως είχε υποσχεθεί. Ο πρώην ισραηλινός πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έχει δεσμευθεί ότι το Ισραήλ θα πλήττει το Ιράν για κάθε πύραυλο που εκτοξεύεται εναντίον του από οποιαδήποτε ένοπλη οργάνωση της περιοχής. Μαζί με τον Γιαΐρ Λαπίντ, έχει επίσης προτείνει να χαρακτηριστεί το Κατάρ εχθρικό κράτος.
Η διαφοροποίηση, επομένως, δεν αφορά τόσο την εγκατάλειψη της στρατιωτικής ισχύος όσο τη μεγαλύτερη αξιοποίηση της διπλωματίας. Μετριοπαθέστερα στελέχη της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι το σημερινό κυβερνητικό σχήμα εγκατέλειψε όλα τα άλλα εργαλεία, επιλέγοντας σχεδόν αποκλειστικά τη στρατιωτική δράση. Χρειάζεται, λένε, μια στρατηγική που θα μετατρέπει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε διαρκή διπλωματικά και πολιτικά αποτελέσματα, ακόμη και μέσω συνομιλιών με χώρες με τις οποίες το Ισραήλ διαφωνεί. Οπως γράφουν οι FT, ένας σπό τους ηγέτες της ισραηλινής αντιπολίτευσης προειδοποίησε ξένους διπλωμάτες ότι πολλά θα αλλάξουν, αλλά πιθανότατα όχι τόσο γρήγορα ή σε τέτοιο βαθμό όσο θα επιθυμούσαν.
Ο Αϊζενκοτ θεωρείται ο πιθανότερος επικεφαλής μιας μελλοντικής κυβέρνησης της αντιπολίτευσης. Το κεντρώο κόμμα του, το Γιασάρ, προηγείται στις δημοσκοπήσεις του Λικούντ, χωρίς να έχει παρουσιάσει ακόμη ολοκληρωμένο πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει η σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού, στον οποίο θα μπορούσαν να συμμετέχουν δεξιοί πολιτικοί, όπως ο Μπένετ και ο πρώην υπουργός Αμυνας Αβιγκντορ Λίμπερμαν, αλλά και κεντρώοι ή αριστεροί, όπως ο Λαπίντ και ο Γιαΐρ Γκολάν.
Προτεραιότητά τους θα είναι η ανάσχεση των ενεργειών των ακροδεξιών υπουργών Μπεζαλέλ Σμότριτς και Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, κυρίως στη Δυτική Οχθη. Ο Αϊζενκοτ έχει χαρακτηρίσει τις επιθέσεις εξτρεμιστών εποίκων κατά Παλαιστινίων σκόπιμη και επικίνδυνη πολιτική, την οποία ενθαρρύνει η σημερινή κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση θα επιδιώξει να περιορίσει την επέκταση παράνομων φυλακίων και αγροτικών εγκαταστάσεων, ακόμη και να απομακρύνει ορισμένους οικισμούς κοντά σε παλαιστινιακά χωριά. Παράλληλα, αναμένεται να αποκατασταθούν λειτουργικές σχέσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή και να επαναληφθεί σταδιακά η μεταβίβαση φορολογικών εσόδων που σήμερα παρακρατούνται. Η Σίρα Εφρόν, του αμερικανικού ινστιτούτου Ραντ, λέει στους FT ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα θελήσει τουλάχιστον να στείλει σαφές μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι κάτι έχει αλλάξει.
Οι δυνατότητες, ωστόσο, θα είναι περιορισμένες. Ο Λίμπερμαν έχει υποσχεθεί να διαλύσει την Παλαιστινιακή Αρχή και να ακυρώσει τις Συμφωνίες του Οσλο του 1993, ενώ η αντιπολίτευση δεν έχει δεσμευθεί ότι θα ανατρέψει τις εγκρίσεις για νέους εποικισμούς που έδωσε η σημερινή κυβέρνηση. Στη Γάζα και στον Λίβανο, εξάλλου, δεν θεωρείται πιθανή η πλήρης αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από τις λεγόμενες «ζώνες ασφαλείας», όσο η Χαμάς και η Χεζμπολάχ δεν αφοπλίζονται. Θα μπορούσε, όμως, να υπάρξει μεγαλύτερη συνεργασία με τις αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες και μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή των συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός. Στελέχη της αντιπολίτευσης αντιπαραβάλλουν τις δικές τους προθέσεις με τις συζητήσεις κυβερνητικών υπουργών για μαζική «μετανάστευση» Παλαιστινίων από τη Γάζα και δημιουργία νέων οικισμών στην περιοχή.
Ενα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι το ενδεχόμενο δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους. Εδώ, σύμφωνα με τους FT, η αντιπολίτευση εμφανίζεται εντυπωσιακά ενωμένη: κανείς από τους βασικούς της εκπροσώπους δεν υπόσχεται την ίδρυσή του. Ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν αντιτίθενται διαχρονικά στην προοπτική αυτή και έχουν υποστηρίξει την προσάρτηση μεγάλου μέρους της Δυτικής Οχθης. Ο Λαπίντ και ο Γκολάν θεωρούν ότι δεν υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για πρόοδο. Ο Αϊζενκότ έχει προειδοποιήσει στο παρελθόν ότι η προσάρτηση 2,8 εκατομμυρίων Παλαιστινίων θα απειλούσε το σιωνιστικό εγχείρημα, υποστηρίζοντας τον διαχωρισμό των δύο λαών. Η στάση αυτή, πάντως, απέχει από εκείνη παραδοσιακών συμμάχων του Ισραήλ, όπως η Βρετανία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, που αναγνώρισαν την Παλαιστίνη το 2025.
Μια πιθανή διπλωματική επιτυχία θα μπορούσε να σημειωθεί στη νοτιοδυτική Συρία, όπου ισραηλινές δυνάμεις ελέγχουν εκτεταμένη περιοχή την οποία ο στρατός χαρακτηρίζει ζώνη ασφαλείας. Δεν έχει ακόμη επιτευχθεί κάποια συγκεκριμένη συμφωνία με τη νέα συριακή κυβέρνηση, παρά τη μεσολάβηση των ΗΠΑ. Ο Αϊζενκοτ έχει εκφράσει γενικά θετική στάση απέναντι σε μια τέτοια συμφωνία, κατηγορώντας τον Νετανιάχου ότι διευρύνει επικίνδυνα την απόσταση ανάμεσα στα ισραηλινά και τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο Γιαΐρ Λαπίντ υποστηρίζει ότι ο κόσμος μπορεί να διαχωρίσει το Ισραήλ από την «επικίνδυνη, αλαζονική, αμελή και βίαιη» σημερινή κυβέρνηση. Ωστόσο, όπως καταλήγουν οι FT, η αποκατάσταση της διεθνούς εικόνας του Ισραήλ δεν θα είναι εύκολη, ούτε θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Μια νέα κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει γρήγορα συγκεκριμένες αποφάσεις, να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας και να ανακόψει την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων του Ισραήλ με τους συμμάχους του. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν θα υπάρξουν αλλαγές, αλλά αν θα είναι αρκετές για να χαράξουν μια διαφορετική πορεία.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-13 15:23:00
