Κόσμος

Τι δεν καταλαβαίνει ο Τραμπ για τον Σι Τζινπίνγκ

Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στο Λευκό Οίκο χαρακτηρίζεται από μια σειρά εντυπωσιακών και απρόσμενων αλλαγών στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ – μεταξύ των οποίων η έναρξη μιας μορφής «Ψυχρού Πολέμου» με τον Καναδά, και μια φιλική σχέση με το καθεστώς Τσάβες στη Βενεζουέλα.

Αλλά η πιο εντυπωσιακή μεταστροφή του προέδρου των ΗΠΑ είναι η μετάβασή του από σκληροπυρηνικός επικριτής της Κίνας σε υποστηρικτή της συνεννόησης μαζί της, όπως επισημαίνει ανάλυση της Washington Post. Η αλλαγή αυτής της πολιτικής αναδείχθηκε αυτή την εβδομάδα, καθώς ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ θα γίνει την Παρασκευή 25/9 (03:00, ώρα Ελλάδος) μόλις ο δεύτερος αρχηγός κράτους μετά τον βασιλιά Κάρολο που θα παρακαθίσει σε επίσημο δείπνο κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ.

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο ηγετών έχουν αλλάξει δραματικά την τελευταία δεκαετία. Το 2016 ο Τραμπ κατηγορούσε την Κίνα ότι «βιάζει» τις ΗΠΑ, ενώ τον 2024 ανέφερε ότι η Κίνα «μας εξοντώνει». Τον Απρίλιο του 2025 επέβαλε βαρείς δασμούς έως και 145% στην ασιατική υπερδύναμη. Το Πεκίνο απάντησε με περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, που απειλούσαν να παραλύσουν την αμερικανική μεταποίηση – με τον Τραμπ να υπαναχωρεί γρήγορα.

Ο πρόεδρος δεν μείωσε απλά τους δασμούς προς την Κίνα σε συντελεστή 23%, αλλά χαλάρωσε και τους περιορισμούς στις εξαγωγές αμερικανικής τεχνολογίας προς το Πεκίνο. Τον Δεκέμβριο του 2025, όπως επισημαίνει η Washington Post, ενέκρινε και την πώληση του δεύτερου ισχυρότερου τσιπ Τεχνητής Νοημοσύνης της Nvidia – γεγονός που βοήθησε την Κίνα να καλύψει μέρος της απόστασης που την χωρίζει από την Ουάσινγκτον στην κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης.


Αυτή η εμπορική εκεχειρία του περασμένου Μαΐου άνοιξε το δρόμο για τη φιλική συνάντηση κορυφής μεταξύ Τραμπ και Σι στο Πεκίνο, όπου ο αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε με ενθουσιασμό στον Σι τη βεβαιότητα ότι «θα έχουμε ένα φανταστικό μέλλον μαζί», δηλώνοντας, παράλληλα: «Είναι τιμή μου να σε αποκαλώ φίλο μου». Πρόκειται για μια στάση αντίστοιχη εκείνης που ακολουθεί στη σχέση του με τον δικτάτορα της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν.

Αλλά και οι δύο αυτές σχέσεις φιλίας είναι επί της ουσίας μονόπλευρες, όπως τονίζει η Washington Post. Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε τον Μάιο ότι αναστέλλει την πώληση οπλικών συστημάτων ύψους 14 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν, χαρακτηρίζοντας την κίνηση ως «διαπραγματευτικό χαρτί» έναντι της Κίνας. Με αυτό τον τρόπο, όμως, έβαλε για πρώτη φορά το Πεκίνο στην εξίσωση της βοήθειας των ΗΠΑ προς την πιεζόμενη δημοκρατική Ταϊβάν.


Τα δώρα του Τραμπ προς την Κίνα συνεχίστηκαν φέτος με τον αχρείαστο πόλεμο που κήρυξε στο Ιράν, ο οποίος διανύει πλέον τον έβδομο μήνα του, και έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντλήσει τα οπλικά συστήματα που θα χρειάζονταν οι ΗΠΑ για μια σύγκρουση με την Κίνα. Σύμφωνα με την Washington Post, τα αποθέματα των βλημάτων πυραυλικής άμυνας εξαντλούνται, ενώ ο αποκλεισμός του Ιράν δεσμεύει πάνω από το 30% των πολεμικών πλοίων του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Πολλά από αυτά τα πλοία προέρχονται από τον 7ο Στόλο. Η μεταστάθμευση του USS George Washington στη Μέση Ανατολή αφήνει τον Ειρηνικό χωρίς ούτε ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο. Ο Τραμπ ουσιαστικά αναστρέφει την στρατηγική στροφή των ΗΠΑ προς την Ασία, που είχε δρομολογήσει ο πρόεδρος Ομπάμα.


Παράλληλα, αποφεύγει να ασκήσει κριτική στον πρόεδρο Σι, παρά τις πρόσφατες αναφορές ότι η Κίνα –μαζί με τη Ρωσία– παρείχε δορυφορικές εικόνες που επέτρεψαν στο Ιράν να στοχεύσει αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. «Κάνουν ότι κι εμείς, μας κατασκοπεύουν, όπως τους κατασκοπεύουμε», δήλωσε ο Τραμπ την περασμένη εβδομάδα – χωρίς, βέβαια, να επισημάνει ότι οι κατασκοπευτικές κινήσεις του Πεκίνου συμβάλλουν στο θάνατο αμερικανών στρατιωτών.

Η αδιαφορία του Τραμπ απέναντι στην κινεζική απειλή αντικατοπτρίζεται και στα έγγραφα στρατηγικής των ΗΠΑ. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2017 χαρακτήριζε Κίνα και Ρωσία ως κύριες απειλές, αλλά, σύμφωνα με την Washington Post, ο Τραμπ παρενέβη προσωπικά ώστε να απαλειφθεί η διατύπωση από τη Στρατηγική Εθνικής Αμυνας. Το νέο κείμενο αναφέρει ότι «ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει σταθερή ειρήνη, δίκαιο εμπόριο, και σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού με την Κίνα».

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 αναγνωρίζει ότι θα ήταν «επιζήμιο» για τα συμφέροντα των ΗΠΑ εάν μια «δυνητικά εχθρική δύναμη» αποκτούσε τον έλεγχο της Νότιας Σινικής Θάλασσας – αλλά δεν κατονομάζει την Κίνα ως τη συγκεκριμένη δύναμη. Στο ίδιο πνεύμα, τα ηγετικά στελέχη του υπουργείου Αμυνας αναφέρονται ελάχιστα στην Κίνα και την Ταϊβάν στις φετινές τους ομιλίες στην Ασία.

Η αλλαγή πολιτικής του Τραμπ προς την Κίνα είναι χαρακτηριστική της απρόβλεπτης φύσης του, όπως επισημαίνει η Washington Post, αλλά ίσως οφείλεται στην αντικατάσταση των σκληροπυρηνικών ιδεολόγων της πρώτης του κυβέρνησης με αξιωματούχους που θέτουν την οικονομία πάνω από τον δογματισμό, όπως ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ ​​Μπέσεντ. Απ’ την άλλη, και οι μεγιστάνες φίλοι του Τραμπ, όπως ο Ελον Μασκ, δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στην Κίνα.

Μια άλλη πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με την Washington Post, ίσως είναι ότι κατά τη διάρκεια των περσινών εμπορικών πολέμων, ο Τραμπ διαπίστωσε το υψηλό κόστος της αντιπαράθεσης με την Κίνα και, όπως συνήθως κάνουν οι νταήδες, επέλεξε να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση γιατί φοβάται ότι θα βγει χαμένος. Και, φυσικά, ο πρόεδρος δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για την Ταϊβάν, καθώς, όπως λέει χαρακτηριστικά, «μας έκλεψαν τη βιομηχανία μικροτσίπ».

Σε κάθε περίπτωση, η στροφή της πολιτικής του Τραμπ απέναντι στην Κίνα, έχει και τις θετικές παραμέτρους της, όπως επισημαίνει η Washington Post. Οι σταθερές και ειρηνικές σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου ίσως οδηγήσουν σε συνεργασία τους σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων – όπως ένα κανονιστικό πλαίσιο ρυθμίσεων στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-24 19:35:00

Back to top button