Ελλάδα

ΣτΕ: «Φρένο» στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για χρέη στο Δημόσιο – Τι αλλάζει για τους οφειλέτες

Σημαντικά όρια στη δυνατότητα του Δημοσίου να προχωρά σε αναγκαστικό πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας οφειλετών θέτει απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αναδεικνύοντας τη συνταγματική προστασία της οικογενειακής στέγης και την υποχρέωση της διοίκησης να εξαντλεί προηγουμένως ηπιότερα μέτρα είσπραξης των οφειλών.

Σύμφωνα με το Στ΄ Τμήμα του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η κατοικία στην οποία διαμένει ο οφειλέτης με την οικογένειά του δεν μπορεί να οδηγείται σε πλειστηριασμό χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι το μέτρο είναι απολύτως αναγκαίο, ιδίως όταν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Δημοσίου.

Η απόφαση αφορά τις διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης οφειλών που υπάγονται στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), δηλαδή χρέη προς το Δημόσιο, τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ), τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), τα ασφαλιστικά ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και άλλους φορείς των οποίων οι απαιτήσεις εισπράττονται βάσει των συγκεκριμένων διατάξεων.

Το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι η επιλογή της οικογενειακής κατοικίας ως αντικειμένου αναγκαστικής εκτέλεσης δεν μπορεί να γίνεται χωρίς να εξετάζεται προηγουμένως αν η είσπραξη των οφειλών είναι εφικτή με άλλα, λιγότερο επαχθή μέτρα.


Η ύπαρξη άλλης περιουσίας που μπορεί να καλύψει την οφειλή αποκτά, επομένως, καθοριστική σημασία για τη νομιμότητα της διαδικασίας, καθώς η προστασία της οικογενειακής στέγης συνδέεται άμεσα με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης.

Πρόκειται, πάντως, για προστασία που προϋποθέτει την εξέταση των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης και της αναγκαιότητας του μέτρου, και όχι για γενική και ανεξαιρέτως ισχύουσα απαγόρευση πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.


Δυνατότητα ανακοπής σε κάθε στάδιο της διαδικασίας

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη δυνατότητα δικαστικής προσβολής των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Σύμφωνα με την απόφαση, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού, από την αρχική κοινοποίηση της κατασχετήριας έκθεσης του ακινήτου έως και την έκδοση του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού.


Η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς μέχρι τώρα είχε γίνει δεκτό ότι η ανακοπή μπορούσε να ασκηθεί μόνο κατά το αρχικό στάδιο, δηλαδή με την κοινοποίηση της κατασχετήριας έκθεσης.

Με τη νέα προσέγγιση, η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην αρχική πράξη κατάσχεσης, αλλά εκτείνεται και σε μεταγενέστερες πράξεις της διαδικασίας, εφόσον τίθεται ζήτημα νομιμότητας και τήρησης των συνταγματικών εγγυήσεων.

Η υπόθεση της μεζονέτας στο Μοσχάτο

Αφορμή για την απόφαση αποτέλεσε υπόθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού κατοικίας στο Μοσχάτο, η οποία ανήκε κατά 50% σε διευθύνοντα σύμβουλο Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας και κατά το υπόλοιπο 50% στη σύζυγό του.

Πρόκειται για μεζονέτα 162 τετραγωνικών μέτρων, στον πρώτο και δεύτερο όροφο κτιρίου, η οποία είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού με ενέργειες του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο.

Ο διευθύνων σύμβουλος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, ασκώντας ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοσή του ήταν αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης το ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία, ωστόσο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.

Το Εφετείο έλαβε υπόψη ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία στην οποία διέμενε ο οφειλέτης με την οικογένειά του, ενώ παράλληλα διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε ότι η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού παραβίαζε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, καθώς δεν αποτελούσε πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο.

Ειδικότερα, το δικαστήριο επισήμανε ότι η απαίτηση του Δημοσίου θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα, χωρίς να απαιτείται η αναγκαστική εκποίηση της οικογενειακής κατοικίας.

Τι υποστήριξε το Δημόσιο

Από την πλευρά του, το Δημόσιο υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ενήργησε εντός των αρμοδιοτήτων που του παρέχει ο Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, η επιλογή του συγκεκριμένου ακινήτου αντί άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη αποτελούσε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η φορολογική διοίκηση κατά την επιλογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Οπως υποστήριξε, ο προϊστάμενος της ΔΟΥ, αποφασίζοντας «να κατάσχει το συγκεκριμένο ακίνητο, αντί τυχόν άλλης περιουσίας του οφειλέτη, άσκησε την προβλεπόμενη από τον ΚΕΔΕ διακριτική του ευχέρεια, ως προς την επιλογή συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης».

Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν έγινε δεκτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη τήρησης των συνταγματικών περιορισμών κατά την επιβολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.

ΣτΕ: Η οικογενειακή κατοικία προστατεύεται από το Σύνταγμα

Το Στ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, θεμελίωσε την κρίση του στη συνταγματική προστασία της κατοικίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της οικογενειακής ζωής.

Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, σύμφωνα με το Σύνταγμα, «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας».

Το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι η κρατική μέριμνα για την πρώτη κατοικία συνδέεται με την προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία τελούν υπό την εγγύηση του κράτους.

Η προστασία αυτή, σύμφωνα με το ΣτΕ, πρέπει να διασφαλίζεται αποτελεσματικά από όλα τα κρατικά όργανα, όπως προβλέπει το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος.

Με το σκεπτικό αυτό, το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η επιδίωξη ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του οφειλέτη.

«Να έχει εξαντληθεί κάθε προσπάθεια για ηπιότερα μέτρα»

Κεντρικό στοιχείο του σκεπτικού της απόφασης αποτελεί η αρχή της αναλογικότητας, η οποία, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας, απορρέει ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου.

Σύμφωνα με το δικαστήριο, όταν η επιδίωξη ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος συνεπάγεται τη στέρηση της κατοικίας ενός προσώπου, η νομιμότητα του μέτρου εξαρτάται από την απόδειξη ότι αυτό ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η υποχρέωση αυτή αφορά κάθε κρατικό όργανο που εκδίδει σχετική πράξη και ισχύει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ειδικότερα, το ΣτΕ τονίζει ότι πρέπει «να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση», δηλαδή ότι είχε προηγουμένως «εξαντληθεί κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-15 18:42:00

Δείτε και αυτό !
Close
Back to top button