
Σε γηροκομείο βρισκόταν ο «εξαφανισμένος» Ράνουλφ Φάινς
Εδώ και δύο χρόνια, ο σημαντικότερος εν ζωή βρετανός εξερευνητής, σερ Ράνουλφ Φάινς, ήταν αποκομμένος από τον έξω κόσμο και την ευρύτερη οικογένειά του. Μάλιστα, η Telegraph, στο πλαίσιο μιας μεγάλης έρευνας που δημοσιεύθηκε και στο ., διαπίστωσε ότι ο Φάινς «στερήθηκε παράνομα την ελευθερία του» όταν η δεύτερη σύζυγός του, Λουίζ Μίλινγκτον-Κόουτς, τον έβαλε σε γηροκομείο. Προχώρησε μάλιστα σε διαδοχικές εισαγωγές του σε οίκους ευγηρίας δηλώνοντας ψεύτικο όνομα, ενώ έθετε αυστηρούς όρους για τη φροντίδα του.
Η βρετανική εφημερίδα κατέγραψε επίσης τις αγωνιώδεις πλην ανεπιτυχείς προσπάθειες συγγενών, στενών φίλων και παλαιών συνεργατών του να επικοινωνήσουν μαζί του, καθώς η Μίλινγκτον-Κόουτς δεν το επέτρεπε. Η ιστορία του βετεράνου εξερευνητή συνεχίζεται, καθώς αποκαλύπτονται ακόμη πιο άσχημες πλευρές της, υπάρχει ωστόσο ελπίδα ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί, αφού την υπόθεση έχουν πλέον αναλάβει οι αρμόδιες βρετανικές αρχές.
Οπως περιγράφει σε νέο δημοσίευμά της η εφημερίδα Telegraph, τώρα αποκαλύφθηκε ότι ο ιδιοκτήτης ενός από τα γηροκομεία όπου διέμεινε ο 82χρονος Ρανούλφ Φάινς ανέφερε στις αρμόδιες αρχές μια σειρά από ανησυχίες για την ευημερία του, ενώ επικοινώνησε και με την αστυνομία. Εγραψε επίσης στο Γραφείο του Δημόσιου Κηδεμόνα (OPG) για να εκφράσει τις ανησυχίες του σχετικά με ανορθόδοξες ιατρικές οδηγίες που έδινε η σύζυγος του Φάινς και την εγκυρότητα ενός εγγράφου «μη ανάνηψης» που είχε προσκομίσει.
Μια υπηρεσία ελέγχου οίκων ευγηρίας κατέληξε στις αρχές του τρέχοντος έτους ότι ο σερ Ράνουλφ Φάινς στερείτο της ελευθερίας του παράνομα επειδή η 59χρονη Μίλινγκτον-Κόουτς δεν είχε προσκομίσει τα σχετικά νομικά πρωτόκολλα. Αυτή, δε, είναι η τελευταία τροπή σε μια διαμάχη για τη φροντίδα του παλαίμαχου εξερευνητή μεταξύ της δεύτερης συζύγου του και αρκετών φίλων και συγγενών εξ αίματος, μερικοί από τους οποίους σκέφτονται να αμφισβητήσουν νομικά την κηδεμονία της.
Οι φίλοι του εξερευνητή ανησυχούν για την έλλειψη δράσης εκ μέρους των επίσημων αρχών, σημειώνει η Telegraph. Προσθέτει ότι η υπόθεση έχει επίσης αναδείξει μακροχρόνια ζητήματα σχετικά με τις μόνιμες εξουσιοδοτήσεις που χορηγούνται στους κηδεμόνες ατόμων που υποτίθεται ότι δεν έχουν επαρκή νοητική ικανότητα, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις άνοιας. Οσοι, δε, επιδιώκουν την αναθεώρηση της διαδικασίας ισχυρίζονται ότι είναι ανοιχτή σε καταχρήσεις.
Οι επτά εβδομάδες στο γηροκομείο στην Ουαλία
Σύμφωνα με την Telegraph, στις αρχές του τρέχοντος έτους ο Ράνουλφ Φάινς πέρασε επτά εβδομάδες σε ένα γηροκομείο στην Ουαλία, προτού μεταφερθεί σε ένα άλλο, στο Τσέσαϊρ. Η Μίλινγκτον-Κόουτς προσέλαβε έναν ιδιωτικό φροντιστή για να του παρέχει ατομική φροντίδα και έδωσε στο προσωπικό του γηροκομείου στην Ουαλία αυστηρές οδηγίες για τις καθημερινές του δραστηριότητες. Επίσης, παρείχε η ίδια όλα του τα φάρμακα, αντί να απευθυνθεί σε έναν τοπικό γενικό ιατρό για να το κάνει.
Ο ιδιοκτήτης του γηροκομείου την ενημέρωσε ότι ως νόμιμη κηδεμόνας του με διαρκές πληρεξούσιο, το οποίο της είχε χορηγηθεί το 2024, ήταν υποχρεωμένη να εξασφαλίσει εντολή στέρησης της ελευθερίας (DoLS) του συζύγου της, Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες υπενθυμίσεις ότι η εντολή ήταν απαραίτητη, εκείνη δεν το έπραξε.
Τότε αυτός απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Φροντίδας της Ουαλίας, η οποία επιβεβαίωσε με email της τον Ιανουάριο ότι «προς το παρόν [ο σερ Ράνουλφ Φάινς] στερείται της ελευθερίας του παράνομα, καθώς δεν υπάρχει καμία εξουσιοδοτημένη εντολή στέρησης που να δικαιολογεί την τρέχουσα διαμονή του και τους περιορισμούς που ισχύουν. Βρίσκεται υπό συνεχή επίβλεψη και έλεγχο, δεν είναι ελεύθερος να φύγει και δεν είναι σε θέση να συναινέσει στη φροντίδα, στη θεραπεία και στη στέγασή του. Ως εκ τούτου, ο πάροχος υποχρεούται να υποβάλει επείγουσα και τυποποιημένη αίτηση βάσει των εγγυήσεων στέρησης της ελευθερίας το συντομότερο δυνατό».
Με email του, ο υπεύθυνος του γηροκομείου ενημέρωσε τη Μίλινγκτον-Κόουτς για τον επείγον και την παράνομη φύση της κατάστασης, αλλά αυτό, όπως δήλωσε στην Telegraph, οδήγησε «σε διαφωνία μαζί της, επειδή δεν ήθελε να υποβάλουμε αίτηση για DoLS». Οταν ο σερ Ράνουλφ μετακινήθηκε, επτά εβδομάδες μετά την άφιξή του, δεν είχε ακόμη ληφθεί DoLS.
Προβλήματα σχετικά με τη φροντίδα του προέκυψαν επίσης λόγω των ακραίων μέτρων που λάμβανε η Μίλινγκτον-Κόουτς προκειμένου να αποτρέψει την αποκάλυψη της ταυτότητας του συζύγου της στο προσωπικό, στους ενοίκους και στους επισκέπτες του οίκου ευγηρίας. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη, ισχυριζόταν ότι ο σύζυγός της ήταν «πρώην μέλος των ειδικών δυνάμεων SAS και η ζωή του μπορεί να κινδύνευε από εξτρεμιστές», και ότι το προσωπικό σε προηγούμενο οίκο ευγηρίας είχε επιχειρήσει να τον δολοφονήσει…
Επέμενε να τον καταχωρήσει με ψευδώνυμο και, όταν ο προσωπικός φροντιστής του τον έβγαζε βόλτα, δύο φορές την ημέρα, εκείνη απαιτούσε να του φοράει καπέλο, γυαλιά ηλίου και γάντια, ώστε να μην αναγνωρίσει κανείς το πρόσωπο ή τα δάχτυλά του, τα οποία είχαν υποστεί βλάβες από κρυοπαγήματα.
Πώς αντέδρασε ο ιδιοκτήτης του οίκου ευγηρίας
Η μυστικότητα που απαιτούσε η Μίλινγκτον-Κόουτς προκάλεσε ανησυχίες και τον Μάρτιο ο ιδιοκτήτης του οίκου ευγηρίας απέστειλε επιστολή στο Γραφείο του Δημόσιου Κηδεμόνα (OPG) «εκφράζοντας ανησυχίες για την ασφάλεια και την προστασία» του σερ Ράνουλφ Φάινς. Ανέφερε ότι η Μίλινγκτον-Κόουτς προμήθευε η ίδια όλα τα φάρμακά του, καθώς δεν ήταν εγγεγραμμένος σε τοπικό γενικό ιατρό, και ότι ορισμένα από τα φάρμακα που του έδινε ήταν συνταγογραφημένα στο δικό της όνομα, και όχι στο δικό του.
Στην επιστολή αναφερόταν ότι η κυρία Μίλινγκτον-Κόουτς «αρνήθηκε να παράσχει τον πλήρη κατάλογο των φαρμάκων και επιβεβαίωση των τρεχουσών συνταγών του», καθώς και ότι «σε αρκετές περιπτώσεις έδωσε προφορικές οδηγίες στον διευθυντή του οίκου ευγηρίας… να χορηγήσει φάρμακα με τρόπο που διέφερε από τις οδηγίες στη συσκευασία του φαρμάκου», κάτι που το προσωπικό αρνήθηκε να κάνει.
Ενα άλλο πρόβλημα ήταν ότι τα φάρμακα του Φάινς εκδίδονταν με το πραγματικό του όνομα, και όχι με το ψευδώνυμό του. Ο ιδιοκτήτης δήλωσε ότι εξήγησε στη Μίλινγκτον-Κόουτς πως ο σύζυγός της έπρεπε να καταχωρηθεί στα αρχεία του οίκου ευγηρίας με το πραγματικό του όνομα, ώστε να επιτρέπεται στο προσωπικό να του χορηγεί συνταγογραφούμενα φάρμακα που έφεραν το συγκεκριμένο όνομα. «Ηρθαμε σε ρήξη εξαιτίας αυτού», δήλωσε στην Telegraph ο ιδιοκτήτης. Eπιπλέον, η Μίλινγκτον- Κόουτς είχε προσκομίσει στη ουαλική μονάδα φροντίδας ένα έγγραφο με την ένδειξη «να μην επιχειρηθεί καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση» (ΚΑΡΠΑ).
Η επιστολή προς το Γραφείο του Δημόσιου Επιτρόπου (OPG) ανέφερε: «Το έγγραφο φαινόταν ελλιπές και αρκετά πεδία, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας λήψης της απόφασης και του αριθμού μητρώου του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS), δεν ήταν συμπληρωμένα στο αντίγραφο που δόθηκε στη μονάδα. Ως εκ τούτου, το προσωπικό δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει πλήρως την εγκυρότητα του εγγράφου κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του».
Η επιστολή ανέφερε επίσης ότι η Μίλινγκτον-Κόουτς είχε τοποθετήσει μια συσκευή οξυγόνου στο υπνοδωμάτιο του συζύγου της, την οποία «δεν φαινόταν να έχει προμηθευτεί από επίσημο πάροχο οξυγόνου», ενώ το προσωπικό δεν είχε λάβει κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι είχε συνταγογραφηθεί οξυγονοθεραπεία, και την απομάκρυνε.
Ο ιδιοκτήτης ανέφερε ότι οι πληροφορίες που τους δόθηκαν σχετικά με αρκετές προηγούμενες φιλοξενίες σε μονάδες φροντίδας «συνέβαλαν στην ανησυχία μας ότι το καθιερωμένο πρόγραμμα φροντίδας του διαμένοντος ενδέχεται να είχε αναστατωθεί κατ’ επανάληψη». Μιλώντας στην Telegraph υπό τον όρο της ανωνυμίας, δήλωσε ακόμη: «Δεν έχω γράψει ποτέ στο [Γραφείο του Δημόσιου Επιτρόπου] για κανέναν άλλον εδώ και οκτώ χρόνια».
Τον «αποκάλυψε» το δημοσίευμα της Telegraph
Μετά από επτά εβδομάδες διαμονής στη συγκεκριμένη μονάδα, ο σερ Ράνουλφ μεταφέρθηκε σε άλλη μονάδα φροντίδας, σε απόσταση περίπου 150 χλμ., ο ιδιοκτήτης της οποίας κάλεσε την αστυνομία του Τσέσαϊρ μόλις διάβασε στην Telegraph ότι η Μίλινγκτον-Κόουτς αρνούνταν να αποκαλύψει στους φίλους και στην οικογένειά του πού βρισκόταν ο σερ Ράνουλφ Φάινς. Ζήτησε επίσης να ελέγξουν την κατάσταση της υγείας και της ευημερίας του.
Δήλωσε στην βρετανική εφημερίδα ότι αστυνομικοί επισκέφθηκαν πράγματι τη μονάδα φροντίδας στις 18 Σεπτεμβρίου, αλλά «αρνήθηκαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν ότι βρισκόταν εκεί ή αν είχε βρεθεί ποτέ εκεί».
Τέλος, ο Αλεξάντερ Μίλινγκτον-Κόουτς, θετός γιος του Ράνουλφ Φάινς και γιος της συζύγου του (με την οποία δεν έχουν πλέον επαφή), επισκέφθηκε τη μονάδα φροντίδας την περασμένη εβδομάδα και ενημερώθηκε από το προσωπικό ότι ο πατριός του δεν βρισκόταν εκεί. Πλέον συγκεντρώνει πόρους μέσω διαδικτύου για να αμφισβητήσει δικαστικά το πληρεξούσιο διαρκούς ισχύος της μητέρας του.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-26 10:31:00
