
Πώς η ενεργειακή κρίση διχάζει τη Σύνοδο Κορυφής – Οι αντιδράσεις και τα «βέτο»
Σε πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων εξελίσσεται η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ με τους ευρωπαίους ηγέτες να εμφανίζονται διχασμένοι γύρω από τα μέτρα στήριξης για την ενεργειακή κρίση και την άνοδο των τιμών. Στην ουσία το δίλημμα που καλείται να απαντηθεί στις Βρυξέλλες είναι το πώς μπορούν ταυτόχρονα να χρηματοδοτηθούν οι αυξανόμενες γεωπολιτικές και οικονομικές φιλοδοξίες, όταν αρκετές κυβερνήσεις αρνούνται να διαθέσουν περισσότερους πόρους.
Στην πράξη η ΕΕ έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα», καθώς το μέτωπο του Νότου και οι υποστηρικτές των μέτρων, με χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, έχουν την στήριξη χωρών όπως η Ιταλία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία.
Η Αθήνα πιέζει για στοχευμένη δημοσιονομική ευελιξία προκειμένου να χρηματοδοτηθούν προσωρινά μέτρα ανακούφισης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια.
Μάλιστα, η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει δημοσιονομικό περιθώριο περίπου 700 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2026–2027, αλλά επιδιώκει μεγαλύτερη ευχέρεια αξιοποίησής του, χωρίς να ανοίξει συνολικά η συζήτηση αναθεώρησης των ευρωπαϊκών κανόνων. Προσερχόμενος στη Σύνοδο, ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προειδοποίησε ότι η ενεργειακή ακρίβεια τροφοδοτεί νέο κύμα πληθωρισμού και ζήτησε συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση.
Μητσοτάκης: «Το προσχέδιο συμπερασμάτων δεν ανταποκρίνεται στην επείγουσα κατάσταση με τις τιμές ενέργειας»
Έντονες πιέσεις στους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συμμετέχουν στη Σύνοδο Κορυφής για μέτρα κατά της ενεργειακής κρίσης, άσκησε κατά την τοποθέτησή του στο Συμβούλιο ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Σύμφωνα με Έλληνα αξιωματούχο που μίλησε στο Politico και μετέφερε όσα ανέφερε ο πρωθυπουργός στη συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών, ο κ. Μητσοτάκης προειδοποίησε ότι η διατήρηση του υφιστάμενου συστήματος χωρίς ουσιαστικές αλλαγές ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Ο πρωθυπουργός φέρεται να τόνισε ότι «τα συμπεράσματα δεν ανταποκρίνονται στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης που δημιουργούν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ευελιξία εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου, προκειμένου να προσφέρουμε στοχευμένα, προσαρμοσμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης σε ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν από εκείνο το μέρος της αύξησης των δημόσιων εσόδων που προκύπτουν λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού, με παράλληλη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας».
Και πρόσθεσε ενδεικτικά: «Πρέπει να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στην ανάγκη να δράσουμε και στη δυνατότητά μας να το πράξουμε».
Υπογράμμισε επίσης την επείγουσα ανάγκη επανεξέτασης βασικών χαρακτηριστικών του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS).
«Παρ’ ότι το ETS θα πρέπει να παραμείνει βασικός πυλώνας της στρατηγικής της ΕΕ για την απανθρακοποίηση, δεν μπορεί να λειτουργεί σαν να μην έχουν αλλάξει οι συνθήκες από την χρονική στιγμή υιοθέτησή του», τόνισε.
Από την άλλη πλευρά, βρίσκονται χώρες του Βορρά που συναντήθηκαν πριν από τη Σύνοδο και απέρριψαν περαιτέρω περικοπές στην αγροτική πολιτική και τη συνοχή. Είναι οι δημοσιονομικά πιο «σφιχτές» χώρες που επιμένουν στην τήρηση αυστηρών περιορισμών.
Το επιχείρημά τους είναι ότι τα περιθώρια των κρατικών προϋπολογισμών έχουν στενέψει, καθιστώντας δύσκολες τις εκτεταμένες παρεμβάσεις ή τις νέες κοινές επιδοτήσεις.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να μειωθεί «σημαντικά», ενώ ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον χαρακτήρισε την πρόταση «εντελώς απαράδεκτη».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξέφρασε την αντίθεσή του στην ιρλανδική πρόταση, επισημαίνοντας την αναντιστοιχία ανάμεσα στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες και στους διαθέσιμους πόρους. Ανάλογη στάση κράτησε ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, χαρακτηρίζοντας την πρόταση «μη αποδεκτή».
Οι δύο βασικές αιτίες του «διχασμού»
Οι βασικές αιτίες του διχασμού είναι δύο: Η πρώτη έχει να κάνει με το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (2028-2034). Η συζήτηση για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ, ύψους 1,6 τρισ. ευρώ, περιπλέκει την κατάσταση, καθώς οι χώρες διαφωνούν για το πού πρέπει να κατευθυνθούν οι πόροι (άμυνα, πράσινη μετάβαση, ενέργεια ή Ουκρανία).
Ο δεύτερος λόγος περιστρέφεται γύρω από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Με τις εξελίξεις στις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας και τις αλλαγές στην παγκόσμια αγορά καυσίμων να ασκούν επιπλέον πίεση, η ΕΕ δυσκολεύεται να χαράξει μια ενιαία εξωτερική ενεργειακή πολιτική. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλείται να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στις πιεστικές ανάγκες των καταναλωτών για μειώσεις στις τιμές και στους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες που ζητούν ορισμένα μέλη.
Έτσι μετά από αρκετές ώρες διαβουλεύσεων με μακροσκελείς συνομιλίες για το υψηλό κόστος ενέργειας, οι ηγέτες μοιάζουν να μην μπορούν να βρουν την κοινή συνισταμένη και είναι ενδεικτικό ότι δεν σχεδόν δεν κατάφεραν να κάνουν το καθιερωμένο διάλειμμά για το μεσημεριανό τους, όπως ανέφεραν διπλωμάτες στο Politico.
Μετά το… γεύμα η απόφαση για το «ETS2»
Διαφωνίες υπήρξαν, πάντως, και γύρω από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών που θα ξεκινήσει το 2028 και θα επιβάλει τιμή άνθρακα στα κτήρια και τα καύσιμα, καθώς όπως δήλωσαν τέσσερις διπλωμάτες της ΕΕ στο POLITICO, η Γερμανία τάχθηκε επίσης κατά της κατάργησης του συστήματος.
Οι ηγέτες της ΕΕ δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε κοινή θέση για την ανταγωνιστικότητα, αφού η ομάδα του Βίσεγκραντ (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία και της Ουγγαρία), με την υποστήριξη της Ιταλίας και της Ελλάδας, άσκησε πιέσεις κατά των σχεδίων της ΕΕ για μια δεύτερη αγορά άνθρακα που θα στοχεύει στις μεταφορές και τα νοικοκυριά, σύμφωνα με τρεις διπλωμάτες που γνωρίζουν το θέμα και μίλησαν στο Politico.
Παράλληλα, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης ζήτησε νέα αναβολή της εφαρμογής του ETS2, ενώ άλλες κυβερνήσεις προειδοποίησαν κατά παρεμβάσεων που θα υπονόμευαν την πράσινη μετάβαση.
Κάποιος σχολίασε ότι οι 6 χώρες που ζήτησαν την αναβολή σπαταλούσαν τον χρόνο των ηγετών της ΕΕ σε μια προσπάθεια να αποσπάσουν την προσοχή τους από την ενέργεια για πάνω από δύο ώρες, η οποία επικεντρώθηκε στο ΣΕΔΕ.
Άλλοι δήλωσαν ότι επρόκειτο για νομοθεσία που είχε παγιωθεί και δεν θα άλλαζε ξανά, αφού η ΕΕ είχε ήδη συμφωνήσει να αναβάλει το ETS2 από το 2027 στο 2028. Ένας άλλος διπλωμάτης δήλωσε ότι η καθυστέρηση του ETS2 ήταν απαράδεκτη και πολλές χώρες συμφώνησαν.
Έτσι, η συζήτηση για την «ανταγωνιστικότητα» έμεινε ημιτελές και ανοιχτή για περαιτέρω διαπραγματεύσεις μετά το γεύμα εργασίας..
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-15 16:45:00
