
Πετρέλαιο, το νέο γεωπολιτικό όπλο της Κίνας
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει προσφέρει πληθώρα μαθημάτων στην υφήλιο, αλλά υπάρχει και ένα που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι θα εμφανιστεί. Αφορά το γεγονός, όπως επισημαίνεται σε δημοσίευμα των New York Times, ότι η Κίνα, η οποία για πολλά χρόνια ήταν εξαιρετικά ευάλωτη σε διαταραχές του εφοδιασμού με πετρέλαιο, κατάφερε να μετατρέψει αυτή την αδυναμία σε μια απρόσμενη πηγή γεωπολιτικής ισχύος.
Το Πεκίνο πέτυχε αυτή τη μεταστροφή αποθηκεύοντας τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, δημιουργώντας πλεονάζουσα δυναμικότητα διύλισης και επενδύοντας στον άνθρακα αλλά και στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Και τους πρώτους μήνες του πολέμου έδειξε στην πράξη αυτή τη δύναμη, περιορίζοντας τις προμήθειες κηροζίνης, βενζίνης και ντίζελ προς γειτονικές χώρες.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν σημαντικές επιπτώσεις για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, όπου παραδοσιακά τον πρώτο λόγο είχαν οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ, και όχι οι μεγάλες εισαγωγείς όπως η Κίνα.
Η Κίνα έχει ήδη κυρίαρχη θέση στα φωτοβολταϊκά, στις μπαταρίες και στα ηλεκτρικά οχήματα. Τώρα φαίνεται να αποκτά μια μοναδική θέση σε ολόκληρο το ενεργειακό τοπίο. Ως αποτέλεσμα, η απειλή ότι μια ξένη δύναμη θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση της χώρας στο πετρέλαιο ίσως να μην λειτουργεί πλέον ως αποτρεπτικός παράγοντας για την ηγεσία του Πεκίνου, ακόμη και σε περίπτωση επιθετικών κινήσεων, όπως μια εισβολή ή ένας αποκλεισμός της Ταϊβάν, σύμφωνα με πρώην αξιωματούχους των ΗΠΑ.
«Αν αρχίσουν να θεωρούν ότι σε αυτόν τον τομέα είναι λιγότερο ευάλωτοι απ’ όσο οι ίδιοι και πολλοί άλλοι είχαν εκτιμήσει στο παρελθόν, πρόκειται για μια βαθιά και σημαντική αλλαγή σε μία από τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο η Κίνα διαμορφώνει τη διεθνή στρατηγική της», επεσήμανε στην αμερικανική εφημερίδα, ο Τζούλιαν Γουίρτζ, πρώην αξιωματούχος του Λευκού Οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο οποίος ασχολήθηκε με τα ζητήματα της Κίνας στην κυβέρνηση Μπάιντεν.
Τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και η δυναμικότητα διύλισης της Κίνας, σε συνδυασμό με την ικανότητά της να λειτουργεί την οικονομία της με ένα ευρύ φάσμα ενεργειακών πηγών, επέτρεψαν στη χώρα να μειώσει τις αγορές πετρελαίου κατά 23% το πρώτο εξάμηνο του πολέμου με το Ιράν σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τα τελωνειακά στοιχεία.
Αλλες χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αργό πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής δεν είχαν αντίστοιχα περιθώρια ελιγμών και αναγκάστηκαν είτε να περιορίσουν την κατανάλωση ενέργειας είτε να πληρώσουν πολύ υψηλότερες τιμές.
Η δυνατότητα της Κίνας να περιορίσει τόσο δραστικά τις εισαγωγές πετρελαίου αιφνιδίασε σχεδόν ολόκληρη την πετρελαϊκή βιομηχανία. Είναι επίσης ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι τιμές του αργού δεν αυξήθηκαν όσο πολύ ανέμεναν στελέχη και αναλυτές του κλάδου, μετά τον σοβαρό περιορισμό της διέλευσης πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ.
Στα τέλη Αυγούστου, το αργό πετρέλαιο κόστιζε περίπου 10 δολάρια το βαρέλι λιγότερο απ’ ό,τι θα κόστιζε εάν η Κίνα συνέχιζε να αγοράζει ποσότητες ανάλογες με αυτές που αποκτούσε πριν από την έναρξη του πολέμου, σύμφωνα με τον Νταν Στρούβεν, επικεφαλής της έρευνας για το πετρέλαιο στη Goldman Sachs.
«Αυτή είναι μια δύναμη που κανείς δεν πίστευε ότι διέθετε η Κίνα», τόνισε στους NYT, η Ερικα Ντάουνς, ερευνήτρια στο Center on Global Energy Policy του Columbia University. «Από εδώ και πέρα, θα έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δούμε τι θα κάνει η Κίνα με αυτή τη δύναμη που μόλις απέκτησε».
Οι κινήσεις του Πεκίνου, ακόμη και μόνο τους τελευταίους μήνες, δείχνουν ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως πολιτικό εργαλείο. Η Κίνα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εισαγόμενο αργό, είναι όμως μία από τις μεγαλύτερες χώρες διύλισης πετρελαίου στον κόσμο.
Στην αρχή του πολέμου στο Ιράν, το Πεκίνο επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων, όπως η βενζίνη και το ντίζελ, τόσο για να διατηρήσει επαρκή αποθέματα στο εσωτερικό όσο και για να ασκήσει πίεση σε χώρες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με την κινεζική εξωτερική πολιτική.
Οσες ποσότητες καυσίμων εξήγαγε η Κίνα την άνοιξη, όταν η προσφορά ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, κατευθύνθηκαν κυρίως σε χώρες που διατηρούν στενές σχέσεις με το Πεκίνο, όπως το Βιετνάμ και η Ταϊλάνδη. Αντίθετα, η Αυστραλία και οι Φιλιππίνες, που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με την Κίνα λόγω των εδαφικών διεκδικήσεών της στη Νότια Σινική Θάλασσα, ήταν μεταξύ των χωρών που έχασαν την πρόσβαση σε αυτές τις προμήθειες.
Οι κινήσεις αυτές θυμίζουν τους περιορισμούς που έχει επιβάλει η Κίνα στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, οι οποίες χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων σε μαγνήτες και μικροτσίπ. Το Πεκίνο επανέφερε τις εξαγωγές κηροζίνης, βενζίνης και ντίζελ στις αρχές Ιουλίου. Ωστόσο, οι τελευταίες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου που φορτώθηκαν πριν από την επιβολή του αμερικανικού αποκλεισμού φαίνεται ότι κατέληξαν σε μικρά κινεζικά διυλιστήρια, τα οποία λειτουργούν ανεξάρτητα από τους κρατικούς πετρελαϊκούς κολοσσούς, σύμφωνα με τον Τομ Ριντ, επί χρόνια ειδικό στην κινεζική πετρελαϊκή βιομηχανία στην Argus Media, εταιρεία τιμολόγησης εμπορευμάτων με έδρα το Λονδίνο.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η Κίνα ενδέχεται σύντομα να επαναφέρει την απαγόρευση εξαγωγών καυσίμων. Μια νέα αφαίρεση ποσοτήτων ντίζελ από τη διεθνή αγορά θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω άνοδο των τιμών, οι οποίες στις ΗΠΑ έχουν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ, στα 6,40 δολάρια το γαλόνι.
Η επιρροή της Κίνας στην αγορά αργού διαφέρει από εκείνη των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, καθώς η Κίνα εισάγει περισσότερο πετρέλαιο απ’ όσο παράγει. Η χώρα τείνει να περιορίζει τις διακυμάνσεις των τιμών: τις ανεβάζει όταν αυξάνει τα αποθέματά της, όπως συνέβη πέρυσι, και τις πιέζει προς τα κάτω όταν δεν αγοράζει αντίστοιχες ποσότητες, όπως συμβαίνει μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, υπογράμμισε σε πρόσφατη ανάλυσή της η Goldman Sachs.
Η Κίνα έχει ιδιαίτερη επιρροή επειδή αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αγοραστές πετρελαίου παγκοσμίως, ενώ το αυταρχικό πολιτικό της σύστημα επιτρέπει στο Πεκίνο να ασκεί έναν βαθμό ελέγχου που δεν διαθέτουν οι κυβερνήσεις δημοκρατικών χωρών.
Η έκταση αυτής της δύναμης γίνεται ακόμη πιο εμφανής καθώς εμφανίζονται ρήγματα στον ΟΠΕΚ, τον συνασπισμό των πετρελαιοπαραγωγών χωρών που επί δεκαετίες αποτελεί την ισχυρότερη δύναμη στην αγορά πετρελαίου. «Εχουν πάρει πλήρως τον έλεγχο; Οχι», ξεκαθάρισε η Ντάουνς για την Κίνα. «Αποτελούν όμως δύναμη που ο ΟΠΕΚ πρέπει να υπολογίζει; Ναι».
Η μεγάλη πτώση των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου φέτος οφείλεται σε δύο βασικές αλλαγές. Η χώρα δεν αυξάνει πλέον τα αποθέματά της και έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί μέρος των στρατηγικών της αποθεμάτων. Παράλληλα, τα διυλιστήρια έχουν περιορίσει σημαντικά την επεξεργασία αργού για την παραγωγή βενζίνης, ντίζελ και άλλων καυσίμων.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στη μεγάλη υποχώρηση της κινεζικής ζήτησης για πετρέλαιο. Η κατανάλωση πιθανότατα κορυφώθηκε πέρυσι, νωρίτερα απ’ ό,τι αναμενόταν, σύμφωνα με τη Sinopec, τη μεγαλύτερη εταιρεία διύλισης της χώρας.
Τα ηλεκτρικά οχήματα αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 14% των επιβατικών αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στην Κίνα. Το ποσοστό αυτό είναι αρκετό ώστε η χώρα να καταναλώσει το β’ τρίμηνο 1,5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου λιγότερα την ημέρα σε σχέση με ένα υποθετικό σενάριο όπου όλα τα αυτοκίνητα, φορτηγά και λεωφορεία θα κινούνταν αποκλειστικά με βενζίνη ή ντίζελ, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Αυτό μείωσε περισσότερο από 1% την παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου.
Η Κίνα διαθέτει επίσης ένα εκτεταμένο δίκτυο τρένων υψηλής ταχύτητας και μια δυνατότητα που δεν έχουν πολλές άλλες χώρες: να χρησιμοποιεί άνθρακα αντί για πετρέλαιο στην παραγωγή χημικών προϊόντων.
Το ακριβές μείγμα εργαλείων που χρησιμοποίησε το Πεκίνο για να περιορίσει τις εισαγωγές πετρελαίου αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης, καθώς η κινεζική κυβέρνηση δημοσιοποιεί ελάχιστα στοιχεία. «Προσπαθώ να παρακολουθώ κάθε μικρό κομμάτι δεδομένων που δημοσιοποιούν. Ομως είναι ιδιαίτερα αντιφατικά και φυσικά στο τέλος εκνευρίζομαι», παραδέχθηκε στους NYT, ο Ρόρι Τζόνστον, ερευνητής της αγοράς πετρελαίου.
Η Κίνα αναγνώρισε σχετικά αργά την αξία της δημιουργίας κρατικών αποθεμάτων πετρελαίου, αφού το 1993 έγινε καθαρός εισαγωγέας. Οι ΗΠΑ και άλλες χώρες είχαν δημιουργήσει μεγάλα στρατηγικά αποθέματα μετά τις ενεργειακές κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Το Πεκίνο, ωστόσο, κάλυψε γρήγορα την απόσταση.
«Πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για την εξοικονόμηση και την υποκατάσταση του πετρελαίου, να επιταχυνθεί η εξερεύνηση και η ανάπτυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου, να αξιοποιηθούν ενεργά οι πηγές του εξωτερικού και να δημιουργηθεί ένα σύστημα αποθεμάτων πετρελαίου», είχε δηλώσει το 2001 στη νομοθετική συνέλευση της χώρας ο τότε πρωθυπουργός της Κίνας, Ζου Ρονγκτζί.
Η στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας υπαγορευόταν εν μέρει από τον φόβο ότι το αμερικανικό ή το ινδικό πολεμικό ναυτικό θα μπορούσε να εμποδίσει τις αποστολές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Κίνα μέσω των Στενών της Μαλάκα, ενός στενού θαλάσσιου περάσματος ανάμεσα στην Ινδονησία και τη Μαλαισία.
Ο Σι Τζινπίνγκ διατήρησε αυτές τις προτεραιότητες, επιβλέποντας την αύξηση των αποθεμάτων, τα οποία σήμερα αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο των γνωστών παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου.
Η πτώση των επιτοκίων που ακολούθησε τη σοβαρή κρίση στην αγορά ακινήτων της Κίνας από το 2021 διευκόλυνε το πρόσφατο κύμα αγορών από το Πεκίνο και τις κρατικά υποστηριζόμενες πετρελαϊκές εταιρείες.
Οταν τα επιτόκια είναι υψηλά, το κόστος αγοράς και αποθήκευσης πετρελαίου αυξάνεται. Σε αντίθεση με τα ομόλογα ή τις μετοχές που αποδίδουν μέρισμα, το πετρέλαιο δεν παράγει εισόδημα αν δεν πουληθεί. Οταν όμως τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά, για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις η διαφορά ανάμεσα στη διακράτηση μετρητών και εμπορευμάτων όπως το πετρέλαιο περιορίζεται.
Ενα από τα βασικά ερωτήματα τώρα, με τη διεθνή τιμή του πετρελαίου να κινείται γύρω στα 103 δολάρια το βαρέλι, είναι πόσο πετρέλαιο θα αγοράσει η Κίνα τους επόμενους μήνες και πόσο από αυτό το αργό θα μετατρέψει σε ντίζελ και άλλα καύσιμα προς πώληση.
Οι εισαγωγές πετρελαίου αυξήθηκαν κατά 6% τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο, παρέμειναν όμως αρκετά χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. «Σκεφτείτε πόση γεωπολιτική επιρροή έχει ασκήσει η Σαουδική Αραβία επί δεκαετίες χάρη στη δυνατότητά της να ρυθμίζει την παραγωγή», τόνισε στην αμερικανική εφημερίδα, η Μέγκαν Ο’Σάλιβαν, αναπληρώτρια σύμβουλος εθνικής ασφάλειας για το Ιράκ και το Αφγανιστάν επί προεδρίας Τζορτζ Μπους. «Αν η Κίνα διαθέτει αυτή τη δυνατότητα από την πλευρά της ζήτησης, τότε γίνεται ένας παράγοντας στον οποίο οι ΗΠΑ και άλλες χώρες θα απευθύνονται ζητώντας της να κινηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, ενδεχομένως προσφέροντας κάτι άλλο ως αντάλλαγμα».
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-18 20:35:00
