
Πανεπιστήμια: Το «κρυφό όπλο» της ελληνικής οικονομίας – Έως 12,7% υψηλότερο ΑΕΠ και 1 δισ. ευρώ τον χρόνο
Τα ελληνικά πανεπιστήμια μπορούν να δώσουν σημαντική ώθηση στην ελληνική οικονομία, εφόσον βελτιωθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης και της έρευνας και ενισχυθεί η σύνδεσή τους με την αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη της Μονάδας Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank, η αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα μπορούσε να αυξήσει μακροπρόθεσμα το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά 10,8% έως 12,7%.
Η μελέτη με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη» εξετάζει την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και υπολογίζει τι θα μπορούσε να κερδίσει η ελληνική οικονομία από μια βελτίωση της παρεχόμενης γνώσης και της ερευνητικής δραστηριότητας.
Με βάση τα στοιχεία του 2025, η εκτιμώμενη αύξηση του ΑΕΠ αντιστοιχεί σε 6.200 έως 7.300 ευρώ επιπλέον ΑΕΠ ανά απασχολούμενο. Περίπου το μισό από αυτό το όφελος, σύμφωνα με τη μελέτη, θα μπορούσε να προκύψει μέσα σε τρία έως πέντε χρόνια.

Η επίδραση στην οικονομία δεν αφορά μόνο την εκπαίδευση αυτή καθαυτή. Η καλύτερη ποιότητα των πανεπιστημίων μπορεί να ενισχύσει τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, την παραγωγικότητα, την έρευνα και την καινοτομία, ενώ η μεγαλύτερη διάχυση της γνώσης προς τις επιχειρήσεις μπορεί να αυξήσει την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
Προσέλκυση πολλών φοιτητών
Το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει ήδη μεγάλη ζήτηση. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο μέσο ποσοστό συμμετοχής των 20χρονων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ. Την περίοδο 2013-2024 το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 55,7%, έναντι 33,1% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Μεταξύ 2001 και 2023, περισσότερα από 75.000 άτομα τον χρόνο εισέρχονταν ως πρωτοετείς στα ιδρύματα του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα. Οι προπτυχιακοί φοιτητές που βρίσκονταν στα κανονικά εξάμηνα σπουδών έφτασαν τους 296.800 το 2023.


Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές υπερ-οκταπλασιάστηκαν από το 2001 έως το 2023, φτάνοντας τους 106.800, ενώ οι διδακτορικοί σχεδόν τριπλασιάστηκαν και έφτασαν τους 33.700.
Ο αριθμός των πτυχιούχων αυξήθηκε κατά 56,1%, στους 57.300 το 2023, ενώ συνολικά περισσότεροι από 1 εκατ. φοιτητές αποφοίτησαν την περίοδο 2001-2023.
Το πρόβλημα είναι ότι η μεγάλη αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύτηκε στον ίδιο βαθμό από αντίστοιχη βελτίωση των δεξιοτήτων. Η μελέτη αναφέρεται στα αποτελέσματα της έρευνας PISA του ΟΟΣΑ και σημειώνει ότι, ενώ σε άλλες χώρες οι βασικές δεξιότητες του πληθυσμού βελτιώθηκαν κατά περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του ’50, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση ήταν μόλις 5%.
Παράλληλα, οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών εμφανίζουν περίπου τις ίδιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με τις ηλικίες 55-65 ετών, παρά τη μεγάλη αύξηση του ποσοστού των πτυχιούχων. Η Eurobank θέτει έτσι το ερώτημα αν η αύξηση του αριθμού των πτυχίων συνοδεύτηκε από χαλάρωση των κριτηρίων εισαγωγής και αποφοίτησης και, κατά συνέπεια, από χαμηλότερη ποιότητα γνώσεων και δεξιοτήτων.
Έλλειψη θέσεων
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις δεξιότητες, αφού η Ελλάδα είχε την περίοδο 2008-2025 το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό υπερ-ειδίκευσης στην ΕΕ ενώ το 2025 βρέθηκε στη δεύτερη θέση.
Την ίδια ώρα, το διδακτικό προσωπικό των ελληνικών πανεπιστημίων μειώθηκε κατά 12,5% μεταξύ 2001 και 2023. Μόνο την περίοδο 2009-2014, η μείωση έφτασε το 40%, κυρίως λόγω των περικοπών στο προσωπικό ορισμένου χρόνου.


Παράλληλα, χιλιάδες νέοι συνεχίζουν να φεύγουν στο εξωτερικό για σπουδές. Το 2023 ο αριθμός των Ελλήνων που σπούδαζαν εκτός χώρας έφτασε τους 37.658, υψηλότερα από το 2008, παρά την αύξηση των διαθέσιμων θέσεων στα ελληνικά ιδρύματα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, αυτό έχει οικονομικό κόστος για τα νοικοκυριά και την εθνική οικονομία, ενώ όσοι παραμένουν στο εξωτερικό μετά τις σπουδές τους στερούν από την Ελλάδα εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.
Θετικά βήματα στην έρευνα
Στον τομέα της έρευνας, πάντως, η εικόνα δείχνει καλύτερη, καθώς οι επιστημονικές δημοσιεύσεις των ελληνικών πανεπιστημίων υπερτετραπλασιάστηκαν μεταξύ 2000 και 2021, ενώ οι αναφορές σε αυτές αυξήθηκαν κατά 10,4 φορές.
Ο δείκτης απήχησης των ελληνικών δημοσιεύσεων έχει πλέον ξεπεράσει τον παγκόσμιο μέσο όρο, με καλύτερες επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες, την Ιατρική και τις Επιστήμες Υγείας.
Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης των πανεπιστημίων έχουν επίσης αυξηθεί, τόσο σε απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, το μερίδιό τους στις συνολικές δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης της χώρας μειώθηκε από 44,9% το 2001 σε 25,4% το 2024, καθώς αυξήθηκε η συμμετοχή των επιχειρήσεων.
Το 1 δισ. ευρώ από τους ξένους φοιτητές
Υπάρχει όμως και η προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό και Ελλήνων που επιστρέφουν για σπουδές.
Σήμερα, περίπου 25.000 ξένοι φοιτητές σπουδάζουν στην Ελλάδα, ενώ το 2024 αποτελούσαν μόλις το 2,6% του συνολικού φοιτητικού πληθυσμού, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ ήταν 9,1% και στην Κύπρο 21,6%.
Η Eurobank εκτιμά ότι ένας στόχος της τάξης των 100.000 ξένων και επαναπατριζόμενων Ελλήνων φοιτητών θα μπορούσε να είναι εφικτός με τις κατάλληλες αλλαγές και η επίτευξή του θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 1 δισ. ευρώ τον χρόνο στο ελληνικό ΑΕΠ.
Η προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό δεν αφορά μόνο τα πανεπιστήμια. Τα χρήματα που δαπανούν για σπουδές και διαμονή δημιουργούν οικονομική δραστηριότητα και εκτός των ιδρυμάτων, ενώ η παραμονή τους στην Ελλάδα μπορεί να αυξήσει και το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας.
Τι χρειάζεται να αλλάξει
Για να αυξηθεί ο αριθμός των ξένων φοιτητών, η μελέτη προτείνει μεταξύ άλλων περισσότερα αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών, διεθνείς συνεργασίες και πιστοποιήσεις, στοχευμένες υποτροφίες, διαφανείς όρους εισαγωγής και καλύτερες υποδομές και υπηρεσίες.
Παράλληλα, προτείνεται να συνδεθεί περισσότερο ο αριθμός των εισακτέων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου υπάρχουν μικρότερες επαγγελματικές προοπτικές. Η μελέτη δίνει επίσης έμφαση στην ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, στην καλύτερη σύνδεση των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις και στην αύξηση της δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης της έρευνας.
Στην περίπτωση των μη κρατικών πανεπιστημίων, η Eurobank σημειώνει ότι η οικονομική τους συνεισφορά θα είναι περιορισμένη εάν λειτουργήσουν μόνο ως εναλλακτική επιλογή για όσους δεν εισάγονται στη σχολή που επιθυμούν, ενώ το όφελος για την οικονομία θα είναι μεγαλύτερο εφόσον καταφέρουν να προσελκύσουν φοιτητές και καθηγητές από το εξωτερικό, να φέρουν νέα κεφάλαια και να συνδεθούν με την έρευνα και τις επιχειρήσεις.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-06 18:57:00
