
Ο Τραμπ έχει έναν κανόνα πολιτικής συμπεριφοράς: τις βρισιές
Την τελευταία δεκαετία, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του επαναπροσδιορισμού των δημόσιων προτύπων σχετικά με το τι συνιστά αποδεκτή γλώσσα. Επικρίθηκε για την υποβάθμιση και τη χυδαιοποίηση του δημόσιου διαλόγου κατά την πρώτη του προεδρία – όταν, όπως είχε γίνει χαρακτηριστικά γνωστό, είχε διαμαρτυρηθεί ότι οι ΗΠΑ δέχονταν μετανάστες από «χώρες-βόθρους».
Αλλά συνεχίζει να βωμολοχεί απτόητος και στη δεύτερη θητεία του.
Οπως παρατηρεί ο Guardian, χρησιμοποιεί επανειλημμένα και φαίνεται να έχει κανονικοποιήσει λέξεις που δεν είχαν ακουστεί ποτέ προηγουμένως δημόσια από πρόεδρο των ΗΠΑ, τουλάχιστον όχι σκόπιμα.
Tον Ιούνιο του 2025 ο Τραμπ καταδίκασε με βωμολοχίες το Ισραήλ και το Ιράν επειδή συνέχιζαν τις εχθροπραξίες και μετά τον πόλεμο 12 ημερών. «Δεν ξέρουν τι στο διάολο κάνουν», είχε πει στους δημοσιογράφους.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2025, όταν ρωτήθηκε για τον τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, είπε: «Τα δίνει όλα, επειδή δεν θέλει να κάνει μ@@@κίες (fuck around ήταν η έκφραση) με τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Οι αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι συχνά διανθισμένες με τέτοιες εκφράσεις, ειδικά σε ό,τι αφορά τον συνεχιζόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή «Ανοίξτε τα γ@@@μένα τα Στενά, τρελοί μπάσταρδοι, αλλιώς θα ζείτε στην Κόλαση», έγραψε τον Απρίλιο απευθυνόμενος στο Ιράν.
«Ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει ιδιαίτερα ισχυρή αίσθηση του πρέποντος», είπε στον Guardian ο Μάικλ Ανταμς, καθηγητής αγγλικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα και συγγραφέας του «In Praise of Profanity», μιας μελέτης για τη θέση των βωμολοχιών στην κοινωνία. «Οι βωμολοχίες καλύπτουν ένα ολόκληρο φάσμα. Κάποιες από αυτές αφορούν αυτή την εμφατική διπλωματική περσόνα και κάποιες αφορούν την πεποίθηση ότι ο πρόεδρος είναι απρόβλεπτος, καθώς και τη γενικότερη αίσθησή του ότι δεν ενδιαφέρεται».
Ο Τραμπ δεν είναι βέβαια ο πρώτος πρόεδρος που ρέπει προς τη βωμολοχία, αλλά είναι ο μόνος που την… εξασκεί δημόσια και αφειδώς. Ο Guardian θυμίζει ότι ο Λίντον Τζόνσον και ο Ρίτσαρντ Νίξον ήταν και οι δύο γνωστοί για την εκτεταμένη χρήση ωμής γλώσσας, αλλά κατ’ ιδίαν. Η άσεμνη φρασεολογία τους ήρθε στο φως μόνο όταν δημοσιοποιήθηκαν ηχογραφήσεις των συνομιλιών τους, μετά την αποχώρησή τους από τον Λευκό Οίκο.
Στην περίπτωση του Νίξον, οι βωμολοχίες του έγιναν ζήτημα την περίοδο του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, όταν ο Λευκός Οίκος έδωσε στη δημοσιότητα απομαγνητοφωνήσεις των ηχογραφημένων συνομιλιών του, με εκτεταμένες διαγραφές – και με επανειλημμένη χρήση της χαρακτηριστικής φράσης «η βωμολοχία διαγράφηκε».
Ο λόγος του Τραμπ απέχει πολύ από την αμήχανη αντίδραση του Τζορτζ Μπους του νεότερου όταν ήταν υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ, τον Σεπτέμβριο του 2000. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ένα ανοιχτό μικρόφωνο «έπιασε» τον Μπους να χαρακτηρίζει δημοσιογράφο των New York Times «μεγάλο μ@@άκα». Ο ίδιος είχε σπεύσει να απολογηθεί.
Σήμερα, αντίθετα, οι πολιτικοί είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να αφήσουν τους ψηφοφόρους να ακούσουν αυτά που κάποτε θα θεωρούνταν απρέπειες, σύμφωνα με αναλυτές. Και αφού ο Τραμπ έκανε την αρχή, άλλοι αξιωματούχοι και υποψήφιοι – Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί – τον ακολούθησαν.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «σκ@τά», σε ομιλίες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να προκαλεί πολιτικούς αντιπάλους και επικριτές.
Ο Πιτ Χέγκσεθ, υπουργός Αμυνας, έχει χρησιμοποιήσει… σκατολογικούς όρους για να χλευάσει προηγούμενες πρακτικές στις ένοπλες δυνάμεις, τις οποίες θεωρεί woke.
Και οι Δημοκρατικοί όμως δεν μένουν πίσω. Ο δήμαρχος της Μινεάπολης, Τζέικομπ Φρέι, είπε σε πράκτορες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE) να «σηκωθούν να φύγουν από την πόλη» (get the fuck out) μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό της μητέρας τριών παιδιών Ρενέ Νικόλ Γκουντ, μέσα στο όχημά της από έναν πράκτορα τον Ιανουάριο.
Ο Τζόζεφ Φίλιπς, καθηγητής αμερικανικής πολιτικής στο Trinity College του Δουβλίνου, εξηγεί στον Guardian πως αυτές οι συμπεριφορές εντάσσονται ίσως στις προσπάθειες που κάνουν οι πολιτικοί να ξανακερδίζουν τη χαμένη εκτίμηση του κοινού. «Σε μια προσπάθεια να μην φαίνονται αποκομμένοι από την πραγματικότητα, κάνουν κάτι πολύ εύκολο που μπορούμε όλοι να κάνουμε, δηλαδή χρησιμοποιούν γλώσσα πιο χαρακτηριστική των απλών ανθρώπων, η οποία θα περιλάμβανε και τις βρισιές».
Την περασμένη εβδομάδα, η Δημοκρατική γερουσιαστής του Ιλινόι, Τάμι Ντάκγουορθ, δήλωσε σε δεξαμενή σκέψης της Ουάσιγκτον ότι «έχει βαρεθεί να διορθώνει τις μ@@λακίες που κάνουν οι Ρεπουμπλικάνοι».
Παρότι η χυδαιολογία ενδέχεται να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε περαιτέρω μείωση του σεβασμού της κοινής γνώμης προς την πολιτική, είναι απίθανο να απασχολεί ιδιαίτερα όσους διεκδικούν κάποιο κυβερνητικό αξίωμα. «Το μόνιμο κίνητρο των πολιτικών είναι η επανεκλογή τους – και κάνουν ότι θεωρούν ότι αρμόζει στους καιρούς μας για να την επιτύχουν», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φίλιπς στον Guardian.
Ο Ανταμς, από την πλευρά του, ισχυρίζεται ότι οι πολιτικοί επιδιώκουν ένα είδος «έμμεσου κύρους» όταν καταφεύγουν σε χυδαιολογίες, προβάλλοντας «μια στάση αδιαφορίας για τις συμβάσεις, που ελκύει τον κόσμο». Λέει στον Guardian ότι «ο κόσμος βρίζει πλέον πολύ, οπότε αν δεν το κάνει και ο πολιτικός, πολλοί αναρωτιόνται αν τους μοιάζει αρκετά ώστε να του εμπιστευθούν την ψήφο τους».
Ο Μπέντζαμιν Μπέργκεν, καθηγητής Γνωσιακής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο και συγγραφέας βιβλίου για τις ύβρεις στον δημόσιο λόγο, υποστηρίζει ότι το κλίμα ακραίας πόλωσης στην αμερικανική πολιτική σκηνή οδηγεί στη χρήση έντονης και οξείας γλώσσας. «Οι γλωσσικοί κανόνες αλλάζουν, και ύβρεις που θεωρούνταν αδιανόητες, είναι ζήτημα χρόνου να ειπωθούν ακόμα και σε επίσημες ομιλίες», εξηγεί στον Guardian.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η τάση αυτή μπορεί και να «ξεφουσκώσει». «Αν οι πολιτικοί μιας γενιάς των ΗΠΑ κριθούν ως κατά συρροή υβριστές, η επόμενη γενιά ενδέχεται να απορρίψει πλήρως αυτή τη συμπεριφορά», λέει ο Μπέργκεν στον Guardian.
Το γεγονός ότι αυτή η ροπή προς τη χυδαιολογία δεν έχει μεταφερθεί και σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού, παρότι και οι ψηφοφόροι του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας επιδεικνύουν παρόμοια απώλεια εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς τους, έχει να κάνει την οικοδόμηση των προσωπικών τους προφίλ, σύμφωνα με τους αναλυτές. «Η πολιτική πορεία των προσώπων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη των κομμάτων τους στην Ευρώπη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φίλιπς στον Guardian.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-18 19:40:00
