Πολιτική

Ο Μαζωνάκης, η κατάργηση των Ελεγκτών Υγείας και οι ευθύνες της κυβέρνησης

Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη. Η έρευνα γύρω από τις συνθήκες της υπόθεσης έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο την ανεξέλεγκτη δράση αμφιλεγόμενων ιατρικών δομών, αλλά και σοβαρά πολιτικά ερωτήματα για τις επαφές υπουργών και κυβερνητικών στελεχών με πρόσωπα του χώρου που βρίσκονται πλέον στο μικροσκόπιο των αρχών. Πίσω από το σοκ μιας ανθρώπινης τραγωδίας άρχισε να ξετυλίγεται ένα πολύ ευρύτερο νήμα. Ποιος ήλεγχε την ιδιωτική αγορά Υγείας και γιατί ο ειδικός κρατικός μηχανισμός επιθεώρησης είχε καταργηθεί από το 2019;

Οι αποκαλύψεις έστρεψαν αναπόφευκτα τους προβολείς σε μια από τις πρώτες και πιο εμβληματικές επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Με τον νόμο 4622/2019 για το «επιτελικό κράτος» καταργήθηκε το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, το εξειδικευμένο σώμα που πραγματοποιούσε ελέγχους σε ιατρεία, ιδιωτικές κλινικές, νοσοκομεία, διαγνωστικά κέντρα και προνοιακές δομές. Οι αρμοδιότητες και το προσωπικό του μεταφέρθηκαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας.

Επτά χρόνια αργότερα, η εικόνα που αναδύεται είναι εκείνη μιας αγοράς στην οποία ο εξειδικευμένος κρατικός έλεγχος υποχώρησε, την ώρα που αναπτύσσονταν δραστηριότητες υψηλού κινδύνου, αμφιλεγόμενες «θεραπείες» και δίκτυα με ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές προσβάσεις.

Οι επαφές κυβερνητικών προσώπων με γιατρούς ή δομές που ερευνώνται δεν αποδεικνύουν από μόνες τους εμπλοκή σε παράνομες πράξεις. Απαιτούν, όμως, πλήρη διαφάνεια. Ποιοι γνώριζαν ποιους, ποια ήταν η φύση των σχέσεων, εάν υπήρξαν παρεμβάσεις ή διευκολύνσεις και εάν οι συγκεκριμένες δομές είχαν ελεγχθεί ποτέ από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Το ζήτημα παύει να είναι ιδιωτικό όταν εκείνοι που εμφανίζονται ως πελάτες, συνομιλητές ή πολιτικοί προστάτες ενός χώρου είναι τα ίδια πρόσωπα που είχαν την ευθύνη της κρατικής εποπτείας.

Τη μεγάλη τρύπα που άφησε πίσω της η κατάργηση του ΣΕΥΥΠ φέρνουν τώρα στο προσκήνιο, με δύο συντονισμένες παρεμβάσεις, οι Τομείς Υγείας και Δημόσιας Διοίκησης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης. Η ΕΛ.Α.Σ. συνδέει την απουσία συστηματικού, εξειδικευμένου ελέγχου με τον πυρήνα του κυβερνητικού μοντέλου και τη συγκέντρωση κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε έναν ενιαίο μηχανισμό, ο οποίος αποδείχθηκε ανεπαρκής να παρακολουθήσει ένα σύνθετο και επικίνδυνο πεδίο.

Και κάπου εδώ η υπόθεση μετατρέπεται από αστυνομικό και υγειονομικό θρίλερ σε μείζον πολιτικό σκάνδαλο. Διότι η κυβέρνηση που κατάργησε το ΣΕΥΥΠ το 2019 επιχείρησε, το καλοκαίρι του 2025, να το επανιδρύσει. Χωρίς δημόσιο απολογισμό. Χωρίς εξήγηση για όσα μεσολάβησαν. Και, κυρίως, χωρίς να παραδεχθεί ότι πίσω από τη νομοθετική αναδίπλωση κρυβόταν η χρεοκοπία μιας κεντρικής επιλογής του «επιτελικού κράτους».

Ποιος έλεγχε τα «μαϊμού» ιατρεία;

Το ΣΕΥΥΠ δεν ήταν μια περιττή υπηρεσιακή σφραγίδα. Ήταν ο ειδικός μηχανισμός που πραγματοποιούσε ελέγχους σε δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές, ιατρεία, διαγνωστικά κέντρα, ινστιτούτα και προνοιακές δομές. Οι επιθεωρητές του αναζητούσαν παρατυπίες, ερευνούσαν καταγγελίες και εντόπιζαν ακόμη και παράνομα «μαϊμού» ιατρεία.

Η δουλειά τους απαιτούσε γνώση της υγειονομικής νομοθεσίας, των αδειοδοτήσεων και της καθημερινής λειτουργίας των μονάδων Υγείας. Αυτή ακριβώς η εξειδίκευση, σύμφωνα με τον Τομέα Υγείας της ΕΛ.Α.Σ., χάθηκε μέσα σε έναν οριζόντιο μηχανισμό που κλήθηκε να ελέγχει τα πάντα. Από δημόσια έργα και μεταφορές μέχρι νοσοκομεία και ιδιωτικές δομές περίθαλψης.

Η καταγγελία δεν είναι ότι μετά το 2019 δεν έγινε κυριολεκτικά κανένας έλεγχος. Το πολιτικό και διοικητικό ζήτημα είναι εάν οι έλεγχοι συνεχίστηκαν με την αναγκαία συχνότητα, έκταση, στελέχωση και επιστημονική επάρκεια. Και σε αυτό η κυβέρνηση δεν έχει απαντήσει με συγκρίσιμα στοιχεία.

Πόσοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν ανά έτος πριν και μετά την κατάργηση του ΣΕΥΥΠ; Πόσοι αφορούσαν ιδιωτικές δομές; Πόσες καταγγελίες έμειναν σε εκκρεμότητα; Πόσα πορίσματα εκδόθηκαν και πόσα διαβιβάστηκαν στις εισαγγελικές ή πειθαρχικές αρχές; Πόσοι εξειδικευμένοι επιθεωρητές υπηρετούσαν πραγματικά στον Τομέα Υγείας και Πρόνοιας της ΕΑΔ;

Η ομολογία κρύφτηκε σε ένα άρθρο

Η πιο ισχυρή επιβεβαίωση ότι το μοντέλο του 2019 δεν λειτούργησε όπως διαφημίστηκε δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση. Προέρχεται από το ίδιο το υπουργείο Υγείας. Σε νομοθετική ρύθμιση που προωθήθηκε το καλοκαίρι του 2025 προβλεπόταν η επανίδρυση του ΣΕΥΥΠ και η μεταφορά σε αυτό του προσωπικού που υπηρετούσε στον Τομέα Υγείας και Πρόνοιας της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Προβλεπόταν ακόμη η λήξη των τοποθετήσεων στις θέσεις ευθύνης του αντίστοιχου τομέα της ΕΑΔ. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση επιχείρησε να ξαναστήσει τον ειδικό μηχανισμό που η ίδια είχε καταργήσει.

Η ΕΛ.Α.Σ. χαρακτηρίζει τη ρύθμιση «σιωπηλή παραδοχή ενός λάθους». Η αντίφαση είναι πράγματι δύσκολο να κρυφτεί πίσω από νομοτεχνικές διατυπώσεις καθώς το 2019 το αυτοτελές σώμα θεωρήθηκε μέρος ενός προβλήματος «αλληλοεπικαλύψεων» και το 2025 η επανίδρυσή του εμφανίστηκε ως αναγκαία λύση. Στο μεταξύ, όμως, μεσολάβησαν έξι χρόνια. Και η κυβέρνηση δεν έχει εξηγήσει ούτε πότε διαπίστωσε το πρόβλημα ούτε ποια αξιολόγηση την οδήγησε στην αλλαγή πορείας.

Από τη μία εξάρτηση στην άλλη

Η ΕΛ.Α.Σ. ζητά η επανίδρυση να μη μετατραπεί σε απλή αλλαγή ταμπέλας ή σε μεταφορά των επιθεωρητών από το ένα διοικητικό γραφείο στο άλλο. Θέτει ως προϋποθέσεις την πλήρη στελέχωση, τη θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία, την επιστημονική επάρκεια και τη σαφή αρμοδιότητα ελέγχου τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα.

Ο Τομέας Δημόσιας Διοίκησης της ΕΛ.Α.Σ. εντάσσει την υπόθεση σε μια συνολικότερη επίθεση κατά του κυβερνητικού μοντέλου εξουσίας. Καταγγέλλει ότι η ενοποίηση των ειδικών σωμάτων στην ΕΑΔ έγινε χωρίς σοβαρό επιχειρησιακό σχεδιασμό, αποδυνάμωσε την ελεγκτική ετοιμότητα και εγκλώβισε την κρατική εποπτεία στη γραφειοκρατία και την υποστελέχωση.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανακοίνωση, ήταν ένας μηχανισμός ισχυρός στη θεσμική βιτρίνα αλλά αδύναμος απέναντι στις μεγάλες υποθέσεις κακοδιοίκησης, στις δημόσιες συμβάσεις και στις απευθείας αναθέσεις.

Πρόκειται για βαριά πολιτική καταγγελία, η οποία υποχρεώνει την κυβέρνηση και την ΕΑΔ να απαντήσουν με συγκεκριμένα δεδομένα: ποιες μεγάλες υποθέσεις αποκάλυψαν αυτεπαγγέλτως, πόσους ελέγχους ολοκλήρωσαν, ποιες κυρώσεις προκάλεσαν τα πορίσματά τους και πόσες υποθέσεις παρέμειναν στα συρτάρια.

Η διαφθορά, επισημαίνει η ΕΛ.Α.Σ., δεν είναι απλώς ένα ζήτημα «καλής διακυβέρνησης». Κάθε ευρώ που χάνεται μέσα σε αδιαφανείς συμβάσεις και ανεξέλεγκτες αναθέσεις αφαιρείται από το δημόσιο νοσοκομείο, το σχολείο και την κοινωνική προστασία. Στην Υγεία, μάλιστα, ο ανεπαρκής έλεγχος δεν μετριέται μόνο σε οικονομική ζημιά. Μπορεί να μεταφραστεί σε άμεσο κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή.

Τρία αιτήματα και ένας λογαριασμός

Η ΕΛ.Α.Σ. θέτει τρία συγκεκριμένα αιτήματα:

Πρώτον, την άμεση δημιουργία ενός αυτοτελούς και πλήρως στελεχωμένου σώματος επιθεώρησης Υγείας και Πρόνοιας, με εγγυήσεις ανεξαρτησίας και πραγματική δυνατότητα ελέγχου δημόσιων και ιδιωτικών δομών.

Δεύτερον, την πλήρη δημοσιοποίηση των στοιχείων για την περίοδο 2019-2026: αριθμός ελέγχων, αντικείμενο, πορίσματα, κυρώσεις, εκκρεμείς καταγγελίες και στελέχωση του ελεγκτικού τομέα.

Τρίτον, την επανίδρυση όλων των κρίσιμων ελεγκτικών μηχανισμών σε νέα βάση, με ψηφιακές διασταυρώσεις, αντικειμενικούς δείκτες κινδύνου, προστασία των επιθεωρητών και υποχρεωτική δημόσια λογοδοσία.

Πίσω από τα αιτήματα βρίσκεται ένας πολιτικός λογαριασμός που το Μαξίμου αποφεύγει αφού η κυβέρνηση πρώτα διέλυσε έναν εξειδικευμένο μηχανισμό, ύστερα άφησε να περάσουν χρόνια χωρίς δημόσια αξιολόγηση των συνεπειών και, τέλος, επιχείρησε να τον επαναφέρει χωρίς να παραδεχθεί ότι η αρχική επιλογή είχε αποτύχει.


Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-16 08:11:00

Back to top button