
Οι αυτονομιστές σε Σκωτία, Ουαλία και Ιρλανδία ζητούν την ανεξαρτησία τους
Μια νέα πολιτική δυναμική που θέτει στο επίκεντρο το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου επιχειρούν να διαμορφώσουν τα εθνικιστικά κόμματα της Σκωτίας (SNP), της Ουαλίας (Plaid Cymru) και της Ιρλανδίας (Sinn Féin).
Οι πολιτικές δυνάμεις υπέγραψαν στο Κάρντιφ κοινό μνημόνιο συνεργασίας, μέσω του οποίου καλούν τη βρετανική κυβέρνηση να ανοίξει τον δρόμο για συνταγματικές αλλαγές και να προετοιμαστεί για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων αυτοδιάθεσης. Στη συνάντηση έδωσαν το «παρών» ο ηγέτης του SNP, Τζον Σουίνι, ο επικεφαλής του Plaid Cymru, Ριν απ Γιόρουερθ, η αντιπρόεδρος του Sinn Féin, Μισέλ Ο’Νιλ, καθώς και η πρόεδρος του ιρλανδικού κόμματος, Μαίρη Λου Μακντόναλντ.
Αξίζει να σημειωθεί πως η συγκεκριμένη συμφωνία δεν έχει διακυβερνητικό χαρακτήρα, καθώς οι συμμετέχοντες υπέγραψαν υπό την κομματική τους ιδιότητα ως ηγέτες και όχι ως εκπρόσωποι των αντίστοιχων κυβερνήσεων των εθνών τους.
Οι υπογράφοντες δεσμεύτηκαν για στενότερη συνεργασία σε τομείς όπως η ενέργεια, η οικονομία, οι διεθνείς σχέσεις και η μελλοντική τους σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, στο κοινό κείμενο που εξέδωσαν, τονίζουν ότι η τάση υπέρ των συνταγματικών αλλαγών μεγαλώνει, υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά πως «η εποχή του Γουέστμινστερ φτάνει στο τέλος της».
Κοινοί στόχοι, διαφορετικές επιδιώξεις
Αν και τα τρία κόμματα ασκούν συντονισμένη πίεση ζητώντας από το Λονδίνο «να προετοιμαστεί, να σχεδιάσει και να διευκολύνει» τις αλλαγές, οι τελικοί τους στόχοι διαφέρουν. Το SNP και το Plaid Cymru διεκδικούν την πλήρη ανεξαρτησία της Σκωτίας και της Ουαλίας αντίστοιχα. Το Sinn Féin επιθυμεί την ένωση της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Αυτή η διαφοροποίηση αναγνωρίζεται και στο ίδιο το μνημόνιο, το οποίο ξεκαθαρίζει πως κάθε περιοχή θα χαράξει τη δική της πορεία «με τον δικό της τρόπο και στον δικό της χρόνο».
Το νομικό πλαίσιο, άλλωστε, δεν είναι ενιαίο. Στη Βόρεια Ιρλανδία, η συμφωνία του 1998 (Northern Ireland Act) επιτρέπει τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο ή την ένωση με την Ιρλανδία, εφόσον ο αρμόδιος Βρετανός υπουργός εκτιμήσει ότι συγκεντρώνεται πλειοψηφία υπέρ της αλλαγής.
Το πολιτικό σκηνικό και οι αντιδράσεις
Η πρωτοβουλία στο Κάρντιφ καταγράφεται σε μια περίοδο που το Λονδίνο έχει ήδη βρεθεί προ εκπλήξεως από τις πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μέσα στο Σαββατοκύριακο τάχθηκε ανοιχτά υπέρ μιας «ενοποίησης» της Ιρλανδίας.
Την ίδια στιγμή, στη Σκωτία αναζωπυρώνεται η συζήτηση για τη διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος, πυροδοτώντας ένα νέο «μπρα ντε φερ» με τη βρετανική κυβέρνηση. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Άντι Μπέρναμ, είχε δηλώσει αρχικά στη Βουλή των Κοινοτήτων πως ένα νέο δημοψήφισμα θα μπορούσε να τεθεί στο τραπέζι εάν καταγραφόταν «σαφής συναίνεση» στη Σκωτία. Παρ’ όλα αυτά, μετέπειτα επιστολή του προς τον Τζον Σουίνι απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο νέας κάλπης, με τον ηγέτη του SNP να συνεχίζει να πιέζει για τη θέσπιση ενός καθαρού νομικού μηχανισμού.
Αναταράξεις υπήρξαν και στο εσωτερικό της Βόρειας Ιρλανδίας. Η συμμετοχή της Μισέλ Ο’Νιλ στη σύνοδο προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ενωτικού κόμματος DUP. Η αναπληρώτρια επικεφαλής της κυβέρνησης, Έμα Λιτλ-Πένγκελι, της άσκησε κριτική, δηλώνοντας πως η κα Ο’Νιλ ταξίδεψε στο Κάρντιφ και υπέγραψε το κείμενο δίχως τη συναίνεσή της. Η εν λόγω διαφωνία ενέχει σημαντική θεσμική βαρύτητα, καθώς, βάσει του συστήματος κατανομής εξουσίας στη Βόρεια Ιρλανδία, οι δύο κορυφαίες θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας λειτουργούν ως κοινός και αδιαίρετος θεσμός.
Αν και το νέο αυτό μέτωπο δεν προμηνύει την άμεση διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθιστά σαφές πως τα εθνικιστικά κόμματα περνούν σε φάση στενού συντονισμού, κλιμακώνοντας την πίεση προς το Γουέστμινστερ για την εκκίνηση δημοκρατικών διαδικασιών.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-14 16:48:00
