Περιβάλλον

Μυστικά μακροβιότητας από έναν υπεραιωνόβιο καρχαρία

Πτώματα θαλάσσιων πλασμάτων του ωκεανού ξεβράζονται συχνά στις πληγείσες από τις καταιγίδες δυτικές ακτές της Ιρλανδίας. Αλλά τον Απρίλιο του 2026, μια ομάδα ερευνητών και εθελοντών θαύμασε το θέαμα ενός νεκρού καρχαρία της Γροιλανδίας που ξεβράστηκε για πρώτη φορά στις συννεφιασμένες ακτές της κομητείας Σλίγκο, περιγράφει στο BBC future η Σόφι Χάρνταχ.

Κρίνοντας από το μέγεθός του – μήκους περίπου τριών μέτρων – το γκρι-μπεζ ζώο ήταν πάνω από 150 ετών. Θα πρέπει να είχε γεννηθεί την εποχή της Βασίλισσας Βικτωρίας και του προέδρου των ΗΠΑ Αβραάμ Λίνκολν, όταν τα τρικατάρτια ιστιοφόρα διέσχιζαν τις θάλασσες και το αυτοκίνητο δεν είχε ακόμη εφευρεθεί. Με βάση, δε, τα στάνταρντ για τον καρχαρία της Γροιλανδίας, είναι αρκετά νεαρός.

«Είναι πολύ κρίμα. Αυτός ο τύπος – που χρειάστηκε 150 χρόνια για να φτάσει σε ηλικία αναπαραγωγής – , θα μπορούσε να συμβάλει στην ανανέωση του πληθυσμού, και μπορεί να μην είχε την ευκαιρία», δήλωσε στο BBC η Εμιλι Ντε Λους, θαλάσσια βιολόγος, μέλος της Ιρλανδικής Ομάδας Φαλαινών και Δελφινιών.

Ο καρχαρίας της Γροιλανδίας, το μακροβιότερο σπονδυλωτό στον πλανήτη, μπορεί να ζήσει περίπου 400 χρόνια. Μάλιστα, μερικοί από τους καρχαρίες που κολυμπούν ακόμα σήμερα μπορεί ως μωρά να ήταν σύγχρονοι του Σαίξπηρ, αν και η ακριβής διάρκεια ζωής εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, με τις εκτιμήσεις να κυμαίνονται από περίπου 300 – 500 χρόνια.


«Μείναμε όλοι έκπληκτοι», είπε η Ντε Λους, «Είναι τόσο απίστευτη η σκέψη για το πόσο καιρό έζησε αυτό το ζώο και τι μπορεί να είχε δει», πρόσθεσε η θαλάσσια βιολόγος. Το γεγονός της προσάραξής του ήταν λυπηρό για τον καρχαρία αλλά η εμφάνισή του στα ρηχά και η νεκροψία που ακολούθησε ήταν μια ευκαιρία για τους επιστήμονες να ρίξουν φως σε ένα είδος που περιβάλλεται από μυστήριο.

Ενας επισκέπτης από τα βάθη του ωκεανού

«Υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στη δουλειά με τα νεκρά ζώα, επειδή έτσι γνωρίζεις πραγματικά το είδος», δήλωσε η Τζάσμιν Στάβεναου Τζέρεμαλμ, διδακτορική ερευνήτρια στη Θαλάσσια Οικολογία στο University College Cork στην Ιρλανδία, η οποία συμμετείχε στη νεκροψία του καρχαρία.


Η πρώτη πρόκληση ήταν η μεταφορά του καρχαρία στο εργαστήριο. Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας είναι από τους μεγαλύτερους καρχαρίες στον κόσμο, με μήκος που φτάνει τα πέντε μέτρα. Ο συγκεκριμένος ζύγιζε πάνω από 200 κιλά. Οι ειδικοί επιστήμονες που βρίσκονταν στην ακτή κάλυψαν το πτώμα με φύκια, για να αποτρέψουν το τσιμπολόγημά του από τους γλάρους και άλλα ζώα. Την επόμενη μέρα, υπό την επίβλεψη του Εθνικού Μουσείου της Ιρλανδίας, ένας γερανός ανέβασε τον καρχαρία στο πίσω μέρος ενός φορτηγού και τον μετέφερε σε ένα περιφερειακό κτηνιατρικό εργαστήριο.

(Lars von Ritter Zahony / Ocean Image Bank)

Μια μέρα αργότερα, μια ομάδα ερευνητών από διάφορους οργανισμούς και ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και το μουσείο, άρχισε να εξετάζει τον καρχαρία σε έναν καλά αεριζόμενο χώρο, συνεχίζει την περιγραφή της στο BBC η Σόφι Χάρνταχ. Ηταν όλοι καλά προστατευμένοι με μάσκες, γάντια και φόρμες εργασίας.


«Θα μπορούσε να υπάρχει οτιδήποτε μέσα σε ένα ζώο ηλικίας μερικών εκατοντάδων ετών, οπότε για λόγους υγείας και ασφάλειας, πρέπει να βεβαιωθείς ότι ακολουθείς τις σωστές διαδικασίες», είπε η Στάβεναου Τζέρεμαλμ. «Αν πρόκειται για ένα ζώο που έχει ζήσει τόσο πολύ, βακτήρια ή ιοί από πολύ παλιά θα μπορούσαν να βρίσκονται μέσα στο σώμα του» και στη συνέχεια να εκτεθούν ξαφνικά κατά τη διάρκεια της νεκροψίας, εξηγεί. «Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι δεν γνωρίζουμε γιατί πέθανε αυτό το ζώο ούτε ποιες πιθανές ασθένειες θα μπορούσε να φέρει μέσα του».

Οσον αφορά στους καρχαρίες της Γροιλανδίας, οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να απαντήσουν σε ένα ευρύ φάσμα ερωτημάτων, από το πώς αυτά τα ζώα καταφέρνουν να ζουν για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι βασικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξή τους. Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας κολυμπούν αργά, είναι μοναχικά ζώα και θηρευτές. Τρέφονται με πτώματα, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι καταφέρνουν να πιάνουν θηράματα όπως φώκιες, ενώ έχουν παρατηρηθεί ακόμη και να «ρουφάνε» τα θηράματά τους. Η ισχυρή αναρρόφηση που διαθέτουν τους επιτρέπει να ρουφούν το θήραμα και να το καταπίνουν ολόκληρο.

«Με δεδομένο ότι τα νερά της Αρκτικής μπορεί να είναι αρκετά θολά, είναι πιθανό να στήνουν ενέδρα σε φώκιες που κοιμούνται ή ξεκουράζονται ή ίσως και να πιάνουν φώκιες που είναι ήδη τραυματισμένες ή παγιδευμένες στον πάγο», εξηγεί στο BBC η Λίλι Φογκ, μεταδιδακτορική ερευνήτρια Eξελικτικής Bιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία, που δεν συμμετέχει στη νεκροψία.

Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας ζουν στα νερά του Βόρειου Ατλαντικού και της Αρκτικής γύρω από τη Γροιλανδία, τον Καναδά και την Ισλανδία και έχουν εξελίξει ορισμένα χαρακτηριστικά που τους βοηθούν να αντιμετωπίζουν το κρύο. Οι υψηλές συγκεντρώσεις χημικών ουσιών στο σώμα τους λειτουργούν ως αντιψυκτικό, η παρενέργεια του οποίου  είναι ότι κάνει τη σάρκα τους δηλητηριώδη. Ωστόσο, πολλά πράγματα παραμένουν άγνωστα για αυτό το άπιαστο ζώο, υπογραμμίζει στο άρθρο της στο BBC η Σόφι Χάρνταχ.

«Είναι εκπληκτικό το πόσο λίγα γνωρίζουμε για αυτούς τους τόσο μεγάλους καρχαρίες  με την ευρεία κατανομή, που στην πραγματικότητα δεν αποτελούν σπάνιο είδος στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής εξάπλωσής τους», είπε η Μπριν Ντεβάιν θαλάσσια βιολόγος και επιστήμονας Αρκτικής Αλιείας στην Oceans North, μια ΜΚΟ για την προστασία της φύσης, η οποία δεν συμμετείχε στη νεκροψία.

«Ακόμα και βασικά στοιχεία της βιολογίας και της οικολογίας τους παραμένουν άγνωστα», προσθέτει. «Για παράδειγμα, εξακολουθούμε να μην γνωρίζουμε πού βρίσκονται οι περιοχές ζευγαρώματος και γέννησης των νεογνών τους, και μέχρι σήμερα έχει παρατηρηθεί μόνο μία έγκυος θηλυκιά, επομένως δεν γνωρίζουμε καν με βεβαιότητα πόσα νεογνά γεννούν ανά εγκυμοσύνη ή πόσο συχνά αναπαράγονται», παρατήρησε η Ντεβάιν.

Λόγω αυτής της αβεβαιότητας, οι επιστήμονες δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν με ακρίβεια πόσοι καρχαρίες της Γροιλανδίας υπάρχουν στον κόσμο. Αυτό δυσχεραίνει την αξιολόγηση της υγείας του πληθυσμού και τον κίνδυνο που διατρέχουν από απειλές όπως η αλιεία και η τυχαία αλίευσή τους. Η Ντεβάιν τόνισε επίσης ότι «Είναι δύσκολο να προστατευτεί αποτελεσματικά ένα είδος αν κανείς δεν είναι σίγουρος ποιες περιοχές ή βιότοποι είναι πιο σημαντικοί για βασικές συμπεριφορές όπως το ζευγάρωμα και η αναπαραγωγή του, καθώς και αν δεν γνωρίζεις πόσο συχνά αναπαράγονται ή πόσα νεογνά έχουν». και πρόσθεσε ότι  «[Υπάρχουν] πολλά μεγάλα μυστήρια που πρέπει ακόμη να λυθούν πέρα ​​από το πώς ζουν τόσο πολύ», τον.

Αυτή μπορεί να ήταν η πρώτη προσάραξη καρχαρία της Γροιλανδίας στην Ιρλανδία, έχουν όμως γίνει πολλές άλλες προσαράξεις, είπε η Ντε Λους, λόγω του τρόπου με τον οποίο η δυτική ακτή της χώρας προεξέχει στον Ατλαντικό και μαστίζεται από καταιγίδες που μπορούν να παρασύρουν τα ζώα στην ακτή.

«Ηταν ίσως 150 – 200 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι με βάση τη δική μας χρονική κλίμακα ήταν γέρος, αλλά για έναν καρχαρία της Γροιλανδίας μόλις είχε φτάσει στην ωριμότητα», τόνισε η Ντε Λους, μιλώντας στο BBC.

Οι ερευνητές εξέτασαν τον καρχαρία για πιθανά τραύματα ή κοψίματα που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τον θάνατό του – για παράδειγμα, από δίχτυα ψαρέματος – αλλά δεν βρήκαν σημάδια βλάβης. Στη συνέχεια, έγδαραν προσεκτικά τον καρχαρία. Το δέρμα, καλυμμένο με αιχμηρά μικρά αγκίστρια, φυλάσσεται επί του παρόντος σε καταψύκτη και είναι έτοιμο για ταρίχευση.

Το Εθνικό Μουσείο της Ιρλανδίας ελπίζει να εκθέσει τελικά το δείγμα: «Αυτό θα επέτρεπε στους μελλοντικούς επισκέπτες να μάθουν για ένα από τα πιο μυστηριώδη είδη καρχαρία στον κόσμο και την επιστημονική εργασία που απαιτείται για τη μελέτη τέτοιων πλασμάτων», λέει στο BBC η Εϊμι Τζεράτι, επιμελήτρια Ζωολογίας στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Ιρλανδίας. «Εν ολίγοις, ελπίζουμε να μάθουμε και να μοιραστούμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτή την ασυνήθιστη προσάραξη».

Στη συνέχεια, οι ερευνητές άνοιξαν τον καρχαρία, αποκαλύπτοντας το τεράστιο συκώτι του – βάρους 50 κιλών – το οποίο τοποθέτησαν προσεκτικά σε μια μεγάλη χαλύβδινη λεκάνη για να το εξετάσουν, όπως και όλα τα υπόλοιπα κομμάτια του.

Τα μάτια των καρχαριών της Γροιλανδίας αποτελούν άλλη μια πηγή μυστηρίου

Ενα άλλο κρίσιμο βήμα ήταν η αφαίρεση των ματιών: οι φακοί θα χρησιμοποιηθούν για χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα, που θα βοηθήσει στον προσδιορισμό της ηλικίας του καρχαρία. «Για πολύ καιρό, οι καρχαρίες της Γροιλανδίας περιγράφονταν ως καρχαρίες με πολύ κακή όραση ή ακόμα και τυφλοί», είπε στο BBC η Λίλι Φογκ. «Αυτό οφείλεται στην εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια ζωής τους […] και στα μικρά παράσιτα που μοιάζουν με φούντες και είναι γαντζωμένα στο μπροστινό μέρος των ματιών τους».

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Φογκ και άλλων συνεργατών της διαπιστώθηκε το αντίθετο: «Τα μάτια και οι αμφιβληστροειδείς τους είναι στην πραγματικότητα άθικτα και εξαιρετικά εξειδικευμένα για ζωή σε συνθήκες πολύ αμυδρού φωτισμού», εξηγεί η Φογκ. «Ακόμα και σε άτομα μεγαλύτερα του ενός αιώνα, τα κύτταρα και ο μοριακός μηχανισμός που απαιτούνται για την όραση εξακολουθούν να υπάρχουν και εξακολουθούν να φαίνονται υγιή. Το οπτικό τους σύστημα είναι ουσιαστικά σαν μια “κάμερα χαμηλού φωτισμού”, κάτι που έχει απόλυτο νόημα αν περνάς τη ζωή σου στα σκοτεινά, κρύα βάθη του Αρκτικού Ωκεανού», λέει.

Και προσθέτει: «Το πραγματικά αξιοσημείωτο είναι ότι αυτός ο σύνθετος ιστός φαίνεται ότι συνεχίζει να λειτουργεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι ένα οπτικό σύστημα που φαίνεται να έχει κατασκευαστεί για να διαρκεί αιώνες». Σύμφωνα με την έρευνα, δε, τα παράσιτα που κρέμονται από τα μάτια του δεν έχουν στην πραγματικότητα μεγάλη επίδραση στην όραση του καρχαρία, λέει.

Αυτή η ανθεκτικότητα έρχεται σε αντίθεση με το οπτικό σύστημα των ανθρώπων, επισημαίνει. Η ανθρώπινη όραση τείνει να μειώνεται με την ηλικία, «ενώ στον καρχαρία της Γροιλανδίας, βλέπουμε ότι η όραση μπορεί να παραμείνει άθικτη για πάνω από έναν αιώνα. Αυτό είναι εκπληκτικό, καθώς υποδηλώνει ότι μπορεί να έχουν αναπτύξει μηχανισμούς για να αντιστέκονται ή να καθυστερούν αυτό το είδος εκφύλισης που σχετίζεται με την ηλικία», σημειώνει η βρετανίδα εξελικτική βιολόγος.

Ενας λόγος για την ανθεκτικότητα μπορεί να έγκειται στην ικανότητα του καρχαρία της Γροιλανδίας να επιδιορθώνει το κατεστραμμένο DNA, υποστηρίζει η Φογκ: η ομάδα της βρήκε γονίδια που εμπλέκονται στην επιδιόρθωση του DNA και ήταν ιδιαίτερα ενεργά ή «ενεργοποιημένα» στον καρχαρία της Γροιλανδίας σε σύγκριση με άλλους καρχαρίες που δεν ζουν για τόσο πολύ καιρό. «Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον επειδή η βλάβη του DNA και η ικανότητα επιδιόρθωσης συνδέονται ευρέως με τις διαδικασίες γήρανσης σε όλα τα ζώα», επισημαίνει.

Στο μεταξύ, ένα δείγμα μυϊκού ιστού θα σταλεί σε εργαστήριο για μια διαφορετική, πειραματική μέθοδο προσδιορισμού της ηλικίας του καρχαρία της Γροιλανδίας, με βάση το μήκος των τελομερών του, δηλαδή των προστατευτικών καλυμμάτων στα άκρα των αλληλουχιών DNA, είπε η Στάβεναου Τζέρεμαλμ. Να σημειωθεί ότι τα τελομερή τείνουν να μικραίνουν με την ηλικία, μαζί με την έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Μια καρδιά που χτυπάει αδιάκοπα επί αιώνες

«Ανοίξαμε το “στήθος” για να φτάσουμε στην καρδιά του ζώου, ώστε να μπορέσουμε να την αφαιρέσουμε κι αυτήν», είπε ακόμη στο BBC η Ντε Λους. Η καρδιά φαινόταν υγιής – και ήταν τεράστια, βάρους 34 κιλών «επειδή είναι ένας τεράστιος καρχαρίας». Για λόγους σύγκρισης, μια ανθρώπινη καρδιά ζυγίζει περίπου 300 γραμμάρια.

Πώς μπορεί, όμως, μια καρδιά να χτυπάει αδιάκοπα για αιώνες; Ερευνητές που εξέτασαν πρόσφατα τις καρδιές των καρχαριών της Γροιλανδίας διαπίστωσαν ότι εμφάνιζαν κοινά σημάδια γήρανσης, όπως ουλές. Παρόλα αυτά, οι καρδιές λειτουργούσαν καλά. Τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι ο καρχαρίας της Γροιλανδίας έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να είναι ανθεκτικός σε δείκτες γήρανσης που σχετίζονται με την κακή υγεία της καρδιάς σε άλλα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων.

Αυτό το εξαιρετικά ασυνήθιστο εύρημα – η καρδιά να συνεχίζει να λειτουργεί, παρά τη γήρανση – «υπογραμμίζει την ανθεκτικότητα ως βασικό μηχανισμό που επιτρέπει την ακραία μακροζωία», λένε οι συγγραφείς της μελέτης.

Για την Στάβεναου Τζέρεμαλμ, η νεκροψία προσέφερε επιπλέον την ευκαιρία να εξετάσει από κοντά ορισμένα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά του καρχαρία της Γροιλανδίας, τα οποία έχουν εξελιχθεί ώστε να ταιριάζουν απόλυτα στις ανάγκες του, όπως η σίτιση με κουφάρια στον βυθό. «Τα τρώει, ακόμα και όταν είναι σάπια, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκονται, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φάει», λέει.

Ο νεκρός καρχαρίας στο εργαστήριο είχε τα τέλεια εργαλεία για αυτή τη δουλειά. «Τα δόντια του ήταν εντελώς προσαρμοσμένα στο να ξεριζώνουν κομμάτια από κουφάρια, με ευθύγραμμα, πολύ αιχμηρά άνω δόντια, ενώ τα κάτω δόντια είχαν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις, σχεδόν σαν πριόνι, μια τέλεια προσαρμογή για να δαγκώνει κομμάτια από κουφάρια που βρίσκει στον βυθό».

Το στομάχι και ολόκληρο το πεπτικό σύστημα αφαιρέθηκαν άθικτα, για μεταγενέστερη ανάλυση. Ψηλαφώντας το κλειστό στομάχι, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι φαινόταν άδειο, αλλά η σπειροειδής βαλβίδα – ένα μέρος του εντέρου – φαινόταν γεμάτη, υποδηλώνοντας ότι είχε πρόσφατα χωνέψει τροφή. Το άδειο στομάχι, ωστόσο, μάλλον δεν αποτελεί πρόβλημα για τον καρχαρία, ο οποίος έχει χαμηλές ενεργειακές ανάγκες (ο αργός μεταβολισμός του μπορεί να έχει εξελιχθεί για να αντιμετωπίσει περιβάλλοντα με περιορισμένους πόρους, όπως η Αρκτική, με έντονα εποχιακά θηράματα).

Τέλος, ένας από τους όρχεις του είχε υποστεί συστροφή και το χρώμα του σπλήνα φαινόταν ασυνήθιστο, λέει η Ντε Λους, αλλά συνολικά, ο καρχαρίας φαινόταν υγιής. Ωστόσο, είναι πιθανό να ήταν άρρωστος με μη προφανή τρόπο, υποθέτει. Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι οι αναλύσεις των οργάνων και των δειγμάτων μπορεί τελικά να αποκαλύψουν περισσότερα για την αιτία του θανάτου του.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-08-05 15:40:00

Back to top button