
Θα ζήσουμε μία ακόμη ευρωπαϊκή κρίση χρέους;
Οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών βρίσκονται μπροστά στην πληρωμή ενός λογαριασμού που επί χρόνια μπορούσαν να μεταθέτουν. Τα επιτόκια ανεβαίνουν, η εξυπηρέτηση των δανείων απορροφά περισσότερους πόρους και η γήρανση του πληθυσμού, μαζί με τις αμυντικές ανάγκες, περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών.
Στην Ευρώπη, η ασθενική ανάπτυξη κάνει την εξίσωση δυσκολότερη, με την Ελλάδα να παραμένει ακόμη εκτός κάδρου των δημοσιονομικών ανισορροπιών που εμφανίζονται σε άλλες χώρες.
Οπως επισημαίνει σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμά του ο Economist –που προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης χρέους–, στο σημείο που βρισκόμαστε το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο ακόμη οι επενδυτές θα χρηματοδοτούν κράτη που δυσκολεύονται να περιορίσουν τα ελλείμματά τους και πώς θα αντιδράσουν οι πολιτικές ηγεσίες όταν αυτή η ανοχή αρχίσει τελικά να εξαντλείται.
Η βρετανική επιθεώρηση θυμίζει πως οι τραπεζίτες συνήθιζαν να λένε ότι τα κράτη, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις, δεν μπορούν να χρεοκοπήσουν. Επαναλάμβαναν δε αυτή την καθησυχαστική διαβεβαίωση μέχρι που ένα κύμα κρατών της Λατινικής Αμερικής αθέτησε τις υποχρεώσεις του τη δεκαετία του 1980. Θα μπορούσε άραγε ένα ανάλογο σοκ να διαλύσει σύντομα την υπερβολική αυτοπεποίθηση του πλούσιου κόσμου;
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Economist.
Πριν από πέντε χρόνια, το κόστος δανεισμού ήταν τόσο χαμηλό ώστε το δημόσιο χρέος έμοιαζε σχεδόν ανέξοδο. Σήμερα, καθώς οι επενδυτές ξεφορτώνονται ομόλογα, πολλές κυβερνήσεις μεγάλων ανεπτυγμένων χωρών πληρώνουν για να δανειστούν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά τις δεκαετίες του 1990 ή του 2000. Τα δημόσια χρέη των μεγάλων προηγμένων οικονομιών είναι ως ποσοστό του ΑΕΠ περίπου διπλάσια από ό,τι στην αρχή του αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι να ασκείται τεράστια πίεση στους Προϋπολογισμούς.
Πώς αντιδρούν οι πολιτικοί; Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε πρόσφατα ότι ο πληθωρισμός μπορεί να μειώσει τα χρέη «πολύ γρήγορα» και επανέλαβε τις επιθέσεις του στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επειδή δεν μειώνει τα επιτόκια. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, υποψήφιος της Αριστεράς για τη γαλλική προεδρία, κατηγόρησε τον διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας για προδοσία – μια κατηγορία που ο Economist χαρακτηρίζει παράλογη.
Οι επενδυτές ομολόγων, που εξετάζουν τις προοπτικές σε βάθος χρόνου, διακρίνουν τον αυξανόμενο κίνδυνο οι κυβερνήσεις να χρησιμοποιήσουν τον πληθωρισμό για να απομειώσουν την αξία των χρημάτων τους.
Οι άμεσες συνέπειες των πωλήσεων ομολόγων διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Η Αμερική διαπιστώνει ότι η ανάπτυξη που τροφοδοτεί η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα τη βοηθήσει ιδιαίτερα να αντιμετωπίσει τα χρέη της, επειδή το κόστος των τόκων αυξάνεται μαζί με την οικονομική μεγέθυνση. Το ετήσιο έλλειμμα του ομοσπονδιακού Προϋπολογισμού, που βρίσκεται περίπου στο 6% του ΑΕΠ, δεν είναι βιώσιμο.
Ευτυχώς για την Ουάσινγκτον, παραμένει το τεράστιο πλεονέκτημα της έκδοσης του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, του δολαρίου. Οπως εξηγεί ο Economist, καθώς οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονταν τις τελευταίες εβδομάδες, το δολάριο ενισχυόταν θεαματικά. Η ώρα της δημοσιονομικής προσαρμογής θα έρθει αναπόφευκτα, εκτιμά το έγκυρο βρετανικό περιοδικό, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμη.
Στην Ευρώπη ο κίνδυνος μιας κρίσης χρέους είναι μεγαλύτερος, σύμφωνα με τον Economist. Η άνθηση της ΤΝ αυξάνει το κόστος άντλησης κεφαλαίων, αλλά η ευρωπαϊκή οικονομία απολαμβάνει πολύ μικρότερη ώθηση στην ανάπτυξη από ό,τι η αμερικανική. Εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας, υποφέρει από τις υψηλές τιμές των καυσίμων. Θα υποφέρει περισσότερο εάν ο χειμώνας είναι ψυχρός, εξαιτίας μιας πιθανής παγκόσμιας έλλειψης υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο Economist σημειώνει ότι ορισμένες συνετές κυβερνήσεις, όπως της Γερμανίας, των σκανδιναβικών χωρών και της Ελβετίας, έχουν τακτοποιημένα δημοσιονομικά. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία, όμως, κλονίζονται.
Η Βρετανία γνώρισε ήδη μια «εξέγερση» της αγοράς ομολόγων το 2022. Εχοντας πάρει το μάθημά της, διόρθωσε την πορεία της. Ωστόσο ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εξακολουθεί να αυξάνεται και οι πολιτικοί της ειδικεύονται στην αναβολή περικοπών δαπανών, όπως συμβαίνει με μια πρόσφατα εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση των συντάξεων. Το καθαρό χρέος της Ιταλίας παραμένει σχετικά σταθερό, αλλά στο 129% του ΑΕΠ είναι υπερβολικά υψηλό. Η χώρα είναι ευάλωτη και θα μπορούσε να λυγίσει σε συνθήκες πανικού, εκτιμά το έγκυρο περιοδικό.
Η μεγαλύτερη πίεση ασκείται στη Γαλλία. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα προβλέπεται να φτάσει φέτος στο 5,4% του ΑΕΠ. Με δεδομένο τον σημερινό ρυθμό ανάπτυξης, η βρετανική επιθεώρηση υπολογίζει ότι αν η χώρα αναχρηματοδοτούσε το σύνολο του δανεισμού της με τις τρέχουσες αποδόσεις των πενταετών ομολόγων, θα χρειαζόταν δημοσιονομική προσαρμογή μεγαλύτερη από το 4% του ΑΕΠ για να σταθεροποιήσει το χρέος της.
Ωστόσο η Γαλλία βρίσκεται σε κλοιό φοιτητικών διαδηλώσεων και το Κοινοβούλιο δυσκολεύεται να εγκρίνει έναν Προϋπολογισμό με περικοπές που αντιστοιχούν μόλις στο ένα δέκατο αυτού του μεγέθους. Πρόσφατα οι επενδυτές ανάγκασαν τη Γαλλία να πληρώσει μιάμιση ποσοστιαία μονάδα περισσότερο από τη Γερμανία για δεκαετή δανεισμό. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά αποδόσεων από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, η Μαρίν Λεπέν, η πρόεδρος του ακροδεξιού κόμματος Εθνικός Συναγερμός, προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Στις 6 Οκτωβρίου υποσχέθηκε περικοπές στον Προϋπολογισμό ίσες με το 3% του ΑΕΠ έως το 2032 και μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στο μισό. Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχώρησαν ελαφρώς, αλλά κατά τον Economist η Λεπέν στερείται αξιοπιστίας. Εξακολουθεί να υπόσχεται μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, παρότι το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, αποφεύγοντας έτσι να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη μεμονωμένη κατηγορία δημόσιων δαπανών της Γαλλίας.
Μια μαζική φυγή από τα γαλλικά ομόλογα είναι πιθανή. Εάν συμβεί, η κυβέρνηση ενδέχεται να απαντήσει απαιτώντας διάσωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αντί να προχωρήσει σε δημοσιονομική προσαρμογή. Θεωρητικά, οι χώρες πρέπει να βάζουν σε τάξη τους προϋπολογισμούς τους προτού η ΕΚΤ αγοράσει το χρέος τους. Στην πράξη, όμως, οι δικλείδες που περιορίζουν τέτοιες διασώσεις είναι ασθενέστερες από ό,τι πριν από μια δεκαετία. Σε μια αναμέτρηση για το ποιος θα υποχωρήσει πρώτος, ένας λαϊκιστής πρόεδρος πιθανότατα θα επικρατούσε απέναντι στην ΕΚΤ: χωρίς τη Γαλλία η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει…
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-11 16:15:00
