
Η «τέλεια κοινωνική καταιγίδα» χτυπάει τη Γαλλία
Η γαλλική «rentrée», όπως αποκαλούν οι Γάλλοι την επιστροφή στα σχολεία και στην εργασία μετά το καλοκαίρι, κάθε άλλο παρά ομαλή είναι φέτος. Οπως σημειώνουν οι Νew Υork Τimes, οι διαφορετικές εστίες αναταραχής φαίνεται να έχουν κοινή ρίζα: τον αγώνα της Γαλλίας εδώ και δύο δεκαετίες να χρηματοδοτήσει το κράτος πρόνοιας, πρόβλημα που σήμερα επιδεινώνεται από το υψηλό κόστος δανεισμού, τις αυξημένες τιμές καυσίμων και την πολιτική αβεβαιότητα.
Τα δημόσια οικονομικά της χώρας, ήδη εύθραυστα, συνεχίζουν να επιβαρύνονται. Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν να επικρατεί απέναντι σε όλους τους αντιπάλους της στις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης.
Την Τρίτη 6 Οκτωβρίου, εκπαιδευτικοί και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι προγραμματίζουν νέες συγκεντρώσεις εναντίον του προτεινόμενου παγώματος των μισθών, ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει τον προϋπολογισμό. Παράλληλα, χιλιάδες μαθητές έχουν προχωρήσει σε καταλήψεις σχολείων, διαμαρτυρόμενοι για την υποχρηματοδότηση, τις εγκαταστάσεις που καταρρέουν και την έλλειψη εκπαιδευτικών.
Οι εικόνες νεαρών διαδηλωτών να συγκρούονται με την αστυνομία μέσα σε σύννεφα δακρυγόνων έχουν γίνει η πιο χαρακτηριστική εικόνα της κοινωνικής δυσφορίας. Και η αναταραχή φτάνει στις χρηματαγορές. Σύμφωνα με τους ΝΥΤ, η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου παρέμεινε τη Δευτέρα κοντά στο 5%, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ένδειξη της δυσπιστίας των επενδυτών απέναντι στην ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί τα προβλήματα. «Στη Γαλλία λέμε “fin de règne”», δηλαδή «τέλος εποχής», όπως το θέτει στους ΝΥΤ ο πολιτικός επιστήμονας Ζαν-Ιβ Καμί.
Ωστόσο, η κατάσταση δεν σημαίνει ότι η Γαλλία οδηγείται αναπόφευκτα σε κρίση χρέους τύπου Ελλάδας ή σε κατάρρευση των αγορών όπως εκείνη που οδήγησε στην πτώση της βρετανίδας πρωθυπουργού Λιζ Τρας το 2022. Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι και άλλες μεγάλες οικονομίες, μεταξύ τους οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιμετωπίζουν πιέσεις στα δημόσια οικονομικά λόγω των υψηλών επιτοκίων. Οπως σημειώνουν οι ΝΥΤ, η κεντρική θέση της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει ως παράγοντας στήριξης σε μια ακραία περίπτωση.

«Η θέση της Γαλλίας μοιάζει μη βιώσιμη και οι αγορές ομολόγων το λένε, αλλά δεν ουρλιάζουν ακόμη», εκτιμά ο οικονομολόγος Κένεθ Ρογκόφ. «Είναι ένα τρένο που οδηγείται αργά στην καταστροφή».
Το πιο πρόσφατο μεγάλο παράδειγμα κοινωνικής αναταραχής ήταν τα «κίτρινα γιλέκα», που από το 2018 έως το 2020 ξεκίνησαν ως διαμαρτυρία για την αύξηση των καυσίμων και εξελίχθηκαν σε ευρύτερη απαίτηση για οικονομική και πολιτική δικαιοσύνη. Οπως σημειώνουν οι ΝΥΤ, σήμερα υπάρχει μια ανησυχητική ομοιότητα: οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν.

Ο Μακρόν προσπάθησε να προλάβει μια νέα έκρηξη. Στη σύνοδο των G7, οι ηγέτες συμφώνησαν να διαθέσουν 100 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ και αργού πετρελαίου από τα αποθέματά τους, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές. Ο Μακρόν δήλωσε ότι ελπίζει το μέτρο να οδηγήσει τις τιμές «στην αντλία» σε πτώση όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Τα καύσιμα, όμως, είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας φτάνει περίπου τα 4 τρισ. δολάρια, δηλαδή το 119% της ετήσιας οικονομικής παραγωγής της. Με τις αποδόσεις των ομολόγων να αυξάνονται, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αναμένεται να φτάσει περίπου τα 100 δισ. δολάρια το 2027. Παράλληλα, αυξάνονται οι δαπάνες για υγεία και συντάξεις λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία και η απομάκρυνση των ΗΠΑ επιβάλλουν μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες.

Ο γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί προτείνει αυξήσεις ορισμένων φόρων και πάγωμα δαπανών για κοινωνικές παροχές, όπως στεγαστικά επιδόματα και οικογενειακά βοηθήματα. Οι αναλυτές θεωρούν πιθανό να περάσει τελικά ο προϋπολογισμός, ακόμη και αν χρειαστούν μήνες δύσκολων διαπραγματεύσεων και η χρήση ειδικών εξουσιών.
Η Λεπέν ενδέχεται να επιλέξει την αποχή, επιτρέποντας την ψήφιση του προϋπολογισμού και αποφεύγοντας να επωμιστεί το κόστος μιας δημοσιονομικής κατάρρευσης, εφόσον κερδίσει τις εκλογές τον Απρίλιο.
Η ίδια αναμένεται να παρουσιάσει την οικονομική της ατζέντα και απομένει να φανεί εάν το κόμμα της έχει γίνει πιο ρεαλιστικό απέναντι στα δημοσιονομικά προβλήματα. Οπως επισημαίνουν οι ΝΥΤ, είναι πιθανό να προσπαθήσει να καθησυχάσει τις αγορές για το έλλειμμα, χωρίς να εγκαταλείψει την εχθρική της στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Ορισμένοι αναλυτές συγκρίνουν τις επόμενες γαλλικές εκλογές με το βρετανικό δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit. «Αυτή είναι η στιγμή “του 2016” για τη Γαλλία», λέει ο αναλυτής Μουτζτάμπα Ραχμάν. Κατά την εκτίμησή του, το ζήτημα δεν είναι μόνο μια κρίση χρέους ή ομολόγων, αλλά μια πιθανή πολιτική και συνταγματική κρίση, όπου όλα τα προβλήματα συγκλίνουν.
Η Λεπέν έχει καταδικαστεί για οικονομική διαφθορά, κάτι που η ίδια αρνείται, ενώ ο πρόεδρος του κόμματός της, Ζορντάν Μπαρντελά, έχει κατηγορηθεί για αντισημιτισμό, κάτι που επίσης αρνείται. Σε μια αναμέτρηση με κεντρώο υποψήφιο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να ηττηθεί. Αν όμως η οικονομική κρίση και η κοινωνική αναταραχή ενισχύσουν τα σκληρά άκρα, μπορεί να βρεθεί απέναντι σε υποψήφιο της άκρας Αριστεράς, τον οποίο θα μπορούσε ευκολότερα να νικήσει.
Οποιος κι αν επικρατήσει, το φετινό φθινόπωρο μπορεί να υποχρεώσει τη Γαλλία να αντιμετωπίσει ένα βαθύτερο ερώτημα, καταλήγουν οι ΝΥΤ: μπορεί ακόμη να αντέξει οικονομικά το κοινωνικό κράτος που έχει οικοδομήσει; «Είμαστε μια χώρα που δεν μπορεί πλέον να κάνει ό,τι θέλει να κάνει», δίνει τη δική του απάντηση ο συγγραφέας και επιχειρηματίας Μισέλ ντε Ροζέν και συμπληρώνει: «Αυτή είναι η βαθύτερη αιτία του θυμού στη Γαλλία».
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-06 11:40:00
