
Η συμμαχία ΗΠΑ – Ισραήλ δοκιμάζεται στη σκιά της εκλογικής ήττας των Ρεπουμπλικανών
Η στρατιωτική και διπλωματική σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ εισέρχεται σε μια νέα, πιο αβέβαιη περίοδο, καθώς η αμερικανική πολιτική σκηνή μετατοπίζεται απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση. Η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ αναδεικνύουν τη φθίνουσα πολιτική στήριξη προς τη χώρα, ακόμη και μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων της.
Οπως επισημαίνει σε ανάλυσή του ο Economist, ο αμερικανός πρόεδρος δήλωσε την ημέρα των εκλογών ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να παρέχουν στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ «στο τέλος του έτους». Υποστήριξε ότι η χώρα δεν την έχει πλέον ανάγκη, καθώς «ευημερεί», προσθέτοντας ωστόσο ότι η συνέχιση της βοήθειας αποτελεί πλέον «κακό πολιτικό επιχείρημα».
Πιο ευθέως, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών, μεταξύ άλλων, στον πόλεμο με το Ιράν και στη σχέση της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ.
Η ισραηλινή παρουσία χάνει σταθερά έδαφος στην αμερικανική κοινή γνώμη. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και τον Λίβανο είχαν ήδη προκαλέσει αντιδράσεις σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, ενώ ο αντιδημοφιλής πόλεμος με το Ιράν ενίσχυσε τη συζήτηση για τα 3,8 δισ. δολάρια που λαμβάνει ετησίως το Ισραήλ από τις ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού διατίθεται για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού.
Η σχέση με το Ισραήλ βρέθηκε στο επίκεντρο αρκετών σημαντικών εκλογικών αναμετρήσεων. Μεταξύ των υποψηφίων που άσκησαν έντονη κριτική στη στρατιωτική βοήθεια ήταν ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο οποίος εξελέγη γερουσιαστής στο Μίσιγκαν. Αλλοι υποψήφιοι προέβαλαν ως πολιτικό πλεονέκτημα την απόφασή τους να μη δεχθούν χρηματοδότηση από την AIPAC, την ισχυρή φιλοϊσραηλινή οργάνωση άσκησης πίεσης. Δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές, η ίδια η AIPAC ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει να στηρίζει υποψηφίους, σε μια κίνηση που ερμηνεύθηκε ως έμμεση αναγνώριση της αρνητικής εικόνας που έχει αποκτήσει το όνομά της.
Οι δηλώσεις Τραμπ και Βανς προκάλεσαν ανησυχία στο Ισραήλ. Ο Αβνερ Γκόλοβ, πρώην ανώτερο στέλεχος του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, εκτίμησε ότι η επιλογή του αμερικανού προέδρου να κάνει τη συγκεκριμένη ανακοίνωση την ημέρα των εκλογών συνιστά σαφές πολιτικό μήνυμα: το Ισραήλ δεν είναι πλέον δημοφιλές ούτε στους Ρεπουμπλικανούς ούτε στους Δημοκρατικούς.
Η υφιστάμενη δεκαετής συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας, την οποία υπέγραψε ο Μπαράκ Ομπάμα, ολοκληρώνεται το 2028. Η ισραηλινή κυβέρνηση γνώριζε ότι η διαπραγμάτευση μιας νέας συμφωνίας θα ήταν δύσκολη, καθώς ολοένα και περισσότεροι Δημοκρατικοί εμφανίζονται επικριτικοί απέναντι στο Ισραήλ, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ και ευρύτερα οι Ρεπουμπλικανοί είναι απρόθυμοι να διαθέτουν αμερικανικά κονδύλια σε άλλες χώρες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δηλώσει τον Ιανουάριο στον Economist ότι υποστηρίζει τη σταδιακή κατάργηση της αμερικανικής βοήθειας μέσα στην επόμενη δεκαετία. Οι συζητήσεις για το μέλλον της χρηματοδότησης είχαν ήδη ξεκινήσει τους προηγούμενους μήνες, ωστόσο η ανακοίνωση Τραμπ την ημέρα των εκλογών αιφνιδίασε ισραηλινούς αξιωματούχους.
Ο ισραηλινός πρώην διπλωμάτης Αλόν Πίνκας εκτιμά ότι εδώ και χρόνια ήταν σαφές πως οι όροι της συμμαχίας με τις ΗΠΑ θα έπρεπε να αλλάξουν. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η σημερινή εξέλιξη δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Νετανιάχου συμφώνησε με τον Τραμπ να τερματιστεί η υφιστάμενη συμφωνία, χωρίς να υπάρχει έτοιμο ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας.
Οικονομικό κόστος και διπλωματικές συνέπειες
Το μέλλον της σχέσης παραμένει ασαφές. Ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το Ισραήλ θα μπορεί να συνεχίσει να αγοράζει αμερικανικά όπλα, πληρώνοντάς τα όμως με δικούς του πόρους. Ισραηλινοί αξιωματούχοι φοβούνται, ωστόσο, ότι ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να περιορίσει τις κατηγορίες οπλικών συστημάτων που θα επιτρέπεται να αγοράζει η χώρα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα τα χρησιμοποιεί, ιδιαίτερα στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις επιδιώκουν να διατηρούν το λεγόμενο «ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα» του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, εξασφαλίζοντάς του πρόσβαση σε προηγμένα οπλικά συστήματα πριν από τους άραβες συμμάχους των ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη πολιτική ενδέχεται πλέον να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Η διακοπή της βοήθειας θα δημιουργούσε δημοσιονομικό κενό περίπου επτά δισ. δολαρίων για το Ισραήλ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Επειτα από τρία χρόνια πολεμικών επιχειρήσεων σε πολλαπλά μέτωπα, η χώρα έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες παραγγελίες νέου στρατιωτικού εξοπλισμού, μεταξύ των οποίων αεροσκάφη και ελικόπτερα. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, το Ισραήλ θα πρέπει να καταβάλει επιπλέον 10 δισ. δολάρια μετά το 2028 για εξοπλισμό που έχει ήδη παραγγείλει.
Η ισραηλινή οικονομία θα μπορούσε να απορροφήσει το κόστος, αν και αυτό θα απαιτούσε περικοπές στον κρατικό προϋπολογισμό τα επόμενα χρόνια. Ο καθηγητής Οικονομικών στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, Γιγκάλ Νιούμαν, εκτιμά ότι, από καθαρά οικονομική άποψη, η εξέλιξη είναι δυσάρεστη, αλλά όχι καταστροφική, καθώς η αμερικανική βοήθεια αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 0,5% του ισραηλινού ΑΕΠ.
Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην οικονομία. Η αμερικανική στήριξη ενισχύει τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ του Ισραήλ, προσφέροντάς του ταυτόχρονα σημαντική διπλωματική κάλυψη. Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί συχνά το δικαίωμα βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να εμποδίσει ψηφίσματα κατά του Ισραήλ, ενώ ασκεί πιέσεις και σε άλλες χώρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βρετανία, η οποία έχει ανακοινώσει κυρώσεις σε βάρος του Ισραήλ εξαιτίας των βίαιων επιθέσεων εποίκων κατά Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη.
Εάν το νέο αμερικανικό Κογκρέσο εξετάσει την επιβολή αντίστοιχων κυρώσεων, το Ισραήλ ενδέχεται να βρεθεί περισσότερο εκτεθειμένο στη διεθνή σκηνή.
Οι δεσμοί που εξακολουθούν να κρατούν τη συμμαχία
Παρά τις πιέσεις, η συμμαχία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πώληση όπλων. Οι ΗΠΑ διατηρούν στο Ισραήλ εγκαταστάσεις ραντάρ και συλλογής πληροφοριών, ενώ πρόσφατα επέκτειναν αεροπορική βάση που χρησιμοποιούν αμερικανικά αεροσκάφη στην έρημο Νεγκέβ.
Οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά στην αντιπυραυλική άμυνα και στην ανταλλαγή πληροφοριών, ενώ το Ισραήλ έχει πρόσβαση σε αμερικανικούς δορυφόρους επιτήρησης. Παράλληλα, αμερικανικές αμυντικές εταιρείες αξιοποιούν τις Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις για τη δοκιμή οπλικών συστημάτων σε πραγματικές συνθήκες πεδίου μάχης.
Το Ισραήλ εξακολουθεί επίσης να διαθέτει υποστηρικτές στο Κογκρέσο. Ο Τσακ Σούμερ, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την ηγεσία της πλειοψηφίας στη Γερουσία, και ο Χακίμ Τζέφρις, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ανήκουν στην περισσότερο φιλοϊσραηλινή πτέρυγα του κόμματος.
Ο πολιτικός επιστήμονας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες, Ντοβ Γουάξμαν, εκτιμά ότι το μέγεθος της εκλογικής νίκης των Δημοκρατικών υποδηλώνει πως η επιρροή της αριστερής πτέρυγας του κόμματος στη νομοθετική διαδικασία θα παραμείνει περιορισμένη.
Ωστόσο, η σχέση των δύο χωρών έχει ήδη αλλάξει ουσιαστικά. Ο Νετανιάχου, ο οποίος έχασε την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία στην Κνεσέτ στις 27 Οκτωβρίου, παρουσίαζε επί χρόνια τον εαυτό του στους Ισραηλινούς ως τον πολιτικό που γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον την Αμερική και μπορεί να διασφαλίσει τη στήριξή της.
Οπως επισημαίνει ο Economist, η διακυβέρνησή του, ωστόσο, έχει συνδεθεί με τη μεγαλύτερη επιδείνωση της εικόνας του Ισραήλ στις ΗΠΑ στην ιστορία της χώρας. Ισραηλινοί διπλωμάτες παραδέχονται ιδιωτικά ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, οι σκληροπυρηνικές πολιτικές του και ο δεξιός κυβερνητικός συνασπισμός του έχουν καταστεί «τοξικοί» στην Αμερική.
Μια αλλαγή κυβέρνησης στην Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της κατάστασης. Ωστόσο, η στρατηγική συμμαχία των δύο χωρών εμφανίζεται πλέον πιο εύθραυστη από ποτέ.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-07 12:53:00
