Υγεία

Η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα: Από την προσωπική επιλογή στην επιστημονική ταυτότητα και τη θεσμική αναγνώριση

Υπάρχουν επαγγελματικές επιλογές που τις κάνουμε γιατί ανταποκρίνονται στις σπουδές μας, στις δυνατότητές μας ή στις συνθήκες της ζωής μας. Υπάρχουν όμως και εκείνες που έρχονται αργότερα, όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν αυτό που κάνουμε είναι πραγματικά αυτό που θέλουμε να συνεχίσουμε να κάνουμε.

Για μένα, η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας υπήρξε μια τέτοια επιλογή. Μια συνειδητή αλλαγή επαγγελματικής πορείας, που δεν προέκυψε από την ανάγκη να αποκτήσω έναν ακόμη τίτλο, αλλά από την επιθυμία να βρεθώ πιο κοντά στον άνθρωπο, να κατανοήσω βαθύτερα τις σχέσεις, τις δυσκολίες, τις συγκρούσεις και τις δυνατότητες αλλαγής. Οι πρώτες μου σπουδές ήταν στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, στο Business Administration. Εργάστηκα για χρόνια στον επιχειρηματικό χώρο, μέχρι που αποφάσισα να ακολουθήσω μια διαφορετική διαδρομή.

Γνώριζα ότι στην Ελλάδα η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας δεν διέθετε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κρατικής επαγγελματικής κατοχύρωσης. Δεν αγνοούσα αυτή την πραγματικότητα, ούτε σήμερα προσπαθώ να την παρακάμψω. Επέλεξα όμως να εκπαιδευτώ, να αναζητήσω επαγγελματικά πρότυπα, να ενταχθώ σε ένα πλαίσιο δεοντολογίας και να αναλάβω την ευθύνη της επιλογής μου. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, εξακολουθώ να πιστεύω ότι ήταν μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής μου.

Η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, ωστόσο, δεν είναι μόνο η προσωπική μου ιστορία. Είναι ένα επαγγελματικό πεδίο με διεθνή παρουσία, θεωρητικές προσεγγίσεις, μεθοδολογία, εκπαιδευτικά πρότυπα και δεοντολογικές αρχές. Είναι επίσης μια πραγματικότητα που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία εδώ και δεκαετίες και εξακολουθεί να αναζητά τη σαφή θεσμική της οριοθέτηση. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο αν οι Σύμβουλοι Ψυχικής Υγείας δικαιούνται επαγγελματική αναγνώριση. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι πώς μια σύγχρονη κοινωνία διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι που αναζητούν ψυχοκοινωνική υποστήριξη έχουν πρόσβαση σε κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, διαφανείς διαδικασίες, επιστημονική υπευθυνότητα και σαφή όρια.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, στην έκθεσή του World Mental Health Report: Transforming Mental Health for All του 2022, υπογραμμίζει ότι η ψυχική υγεία δεν περιορίζεται στην απουσία ψυχικής διαταραχής, αλλά αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της ανθρώπινης ευημερίας. Αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης, της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, της κοινοτικής φροντίδας και της πρόσβασης σε κατάλληλες υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Η προσέγγιση αυτή μας καλεί να δούμε τον άνθρωπο πέρα από τη διάγνωση, μέσα στις πραγματικές συνθήκες της ζωής του. Ένας άνθρωπος μπορεί να βιώνει ένα πένθος, έναν χωρισμό, μια επαγγελματική κρίση, μια δύσκολη οικογενειακή σχέση, μοναξιά ή μια σημαντική μετάβαση στη ζωή του, χωρίς απαραίτητα να πληροί τα κριτήρια κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δυσκολία του είναι μικρότερη ή ότι δεν χρειάζεται υποστήριξη. Δεν χρειάζεται κάθε ανθρώπινος πόνος να αποκτήσει μια διάγνωση για να δικαιούται να ακουστεί.

Σε αυτό το πεδίο η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο. Η Συμβουλευτική δεν είναι η παροχή συμβουλών με την καθημερινή έννοια της λέξης. Ο Σύμβουλος δεν βρίσκεται απέναντι από τον άνθρωπο για να του υποδείξει πώς πρέπει να ζήσει ή ποιες αποφάσεις να πάρει. Η συμβουλευτική σχέση αποτελεί μια επαγγελματικά οργανωμένη διαδικασία διερεύνησης, κατανόησης και ενδυνάμωσης, στην οποία ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις σχέσεις και τις επιλογές του. Η προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers ανέδειξε ήδη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα τη σημασία της ενσυναίσθησης, της αυθεντικότητας και της άνευ όρων θετικής αποδοχής στη σχέση βοήθειας. Η μεταγενέστερη έρευνα για τη θεραπευτική συμμαχία και την ποιότητα της επαγγελματικής σχέσης επιβεβαιώνει τη σημασία της συνεργασίας, της εμπιστοσύνης και της κοινής κατανόησης των στόχων στην έκβαση των ψυχολογικών παρεμβάσεων. Τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν αυτομάτως την αποτελεσματικότητα κάθε μορφής Συμβουλευτικής, υποστηρίζουν όμως την επιστημονική σημασία της σχέσης ως βασικού παράγοντα της διαδικασίας βοήθειας.

Αυτή η διάσταση της σχέσης υπήρξε και παραμένει για μένα καθοριστική. Μέσα από τη συστημική και συνθετική μου εκπαίδευση έμαθα να βλέπω τον άνθρωπο όχι απομονωμένο από το περιβάλλον του, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και νοημάτων. Να αναρωτιέμαι όχι μόνο τι συμβαίνει σε έναν άνθρωπο, αλλά και μέσα σε ποιες συνθήκες συμβαίνει, πώς επηρεάζεται από τις σχέσεις του και πώς συμμετέχει ο ίδιος στη διαμόρφωσή τους. Να κατανοώ ότι η αλλαγή δεν προκύπτει πάντα από μια απάντηση, αλλά συχνά από μια διαφορετική ερώτηση, από μια νέα οπτική, από τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσαμε να δούμε.

Αυτή η αντίληψη δεν αποτελεί απλώς μια επαγγελματική τεχνική. Έχει επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι, σχετίζομαι και αντιλαμβάνομαι την ανθρώπινη εμπειρία. Η επιστημονική συγκρότηση ενός επαγγελματικού πεδίου, όμως, δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική εμπειρία ή στην πεποίθηση ότι η εργασία μας είναι σημαντική. Χρειάζεται θεωρητική γνώση, ερευνητική τεκμηρίωση, κατάλληλη εκπαίδευση, αξιολόγηση δεξιοτήτων, εποπτευόμενη πρακτική, συνεχιζόμενη επαγγελματική ανάπτυξη και σαφή δεοντολογικά κριτήρια. Η European Association for Counselling έχει διαμορφώσει πρότυπα εκπαίδευσης και επαγγελματικής επάρκειας, τα οποία περιλαμβάνουν θεωρητική κατάρτιση, προσωπική ανάπτυξη, πρακτική άσκηση, εποπτεία, αναγνώριση των επαγγελματικών ορίων και υποχρέωση παραπομπής όταν οι ανάγκες του συμβουλευόμενου υπερβαίνουν την επάρκεια του Συμβούλου. Πρόκειται για επαγγελματικά πρότυπα και όχι για ενιαία ευρωπαϊκή νομοθεσία. Έχουν όμως ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνουν ότι η Συμβουλευτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αόριστη δραστηριότητα καλών προθέσεων. Απαιτεί συγκεκριμένες γνώσεις, δεξιότητες και ευθύνες.

Στην Ελλάδα, η Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής, με παρουσία από το 1994, έχει συμβάλει στην ανάπτυξη της επαγγελματικής ταυτότητας της Συμβουλευτικής, στη διαμόρφωση εκπαιδευτικών κριτηρίων, στην πιστοποίηση και στην προώθηση της δεοντολογίας. Η δική μου επιλογή να ακολουθήσω τη διαδικασία πιστοποίησης μέσα από την Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής συνδεόταν ακριβώς με την ανάγκη να ανήκω σε ένα οργανωμένο επαγγελματικό πλαίσιο. Γνώριζα και γνωρίζω ότι η πιστοποίηση ενός επαγγελματικού σωματείου δεν ισοδυναμεί με κρατική άδεια άσκησης επαγγέλματος. Δεν την αντιμετώπισα ποτέ ως κάτι τέτοιο. Την αντιμετώπισα ως μια προσωπική και επαγγελματική δέσμευση απέναντι στην εκπαίδευση, στη δεοντολογία και στην ευθύνη που αναλαμβάνω όταν ένας άνθρωπος με εμπιστεύεται.

Στην πορεία γνώρισα την Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής και από μια διαφορετική θέση. Γνώρισα ανθρώπους που αφιερώνουν χρόνο και προσωπική εργασία στη λειτουργία επιτροπών, στην αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, στην πιστοποίηση, στην εποπτεία και στην προσπάθεια θεσμικής αναγνώρισης της Συμβουλευτικής. Δεν είχα φανταστεί ότι θα συμμετείχα σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια, ούτε ότι θα αναλάμβανα κάποια στιγμή τη θέση της Αντιπροέδρου. Σήμερα αντιλαμβάνομαι αυτή τη θέση πρωτίστως ως ευθύνη. Ευθύνη να ακούω, να συνεργάζομαι, να συμμετέχω στον διάλογο, να αναγνωρίζω τις δυσκολίες και να συμβάλλω, όσο μπορώ, στη διαμόρφωση ενός περισσότερο σαφούς και αξιόπιστου επαγγελματικού πλαισίου.

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα που θεωρώ ότι πρέπει να συζητηθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους που έχουν ακολουθήσει μια διαφορετική αρχική ακαδημαϊκή διαδρομή και στη συνέχεια έχουν επενδύσει χρόνια στην εξειδικευμένη εκπαίδευση στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας; Πώς αξιολογείται αυτή η εκπαίδευση; Ποια επαγγελματική ταυτότητα μπορεί να προκύψει από αυτή και με ποιες προϋποθέσεις; Δεν θεωρώ ότι η απάντηση μπορεί να είναι ούτε η αυτόματη εξίσωση διαφορετικών σπουδών ούτε η συνολική απαξίωση της μεταγενέστερης εξειδικευμένης εκπαίδευσης. Η επιστημονική υπευθυνότητα απαιτεί να αναγνωρίζουμε τις διαφορές, χωρίς να αρνούμαστε την ύπαρξη διακριτών εκπαιδευτικών και επαγγελματικών διαδρομών.

Δεν είμαι ψυχολόγος και δεν συστήνομαι ως ψυχολόγος. Δεν χρησιμοποιώ τον τίτλο του ψυχοθεραπευτή ούτε παρουσιάζω την επαγγελματική μου ιδιότητα ως κάτι που δεν είναι. Ο ψυχολόγος διαθέτει συγκεκριμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην επιστήμη της Ψυχολογίας και η επαγγελματική του ιδιότητα διέπεται από ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο. Εγώ δεν διαθέτω αυτό το πρώτο πτυχίο. Διαθέτω όμως τη δική μου εκπαιδευτική και επαγγελματική διαδρομή στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, την οποία υπηρετώ εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Δεν εξισώνω αυτές τις διαδρομές και δεν υποστηρίζω ότι παρέχουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα. Υποστηρίζω ότι η διαφορετικότητά τους αποτελεί έναν επιπλέον λόγο για να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι προϋποθέσεις, οι δυνατότητες και τα όρια κάθε επαγγελματικής ιδιότητας.

Και εδώ θέλω να είμαι ξεκάθαρη. Δεν είμαι βοηθός κάποιου άλλου επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, όπως την έχω γνωρίσει, την έχω σπουδάσει και την ασκώ, δεν αποτελεί για μένα μια βοηθητική εκδοχή της Ψυχολογίας. Είναι ένα διακριτό πεδίο επαγγελματικής πρακτικής, για το οποίο διεκδικούμε σαφή θεσμικό ορισμό και κατάλληλες προϋποθέσεις άσκησης. Δεν ζητώ να αντικαταστήσω τον ψυχολόγο, ή οποιονδήποτε άλλον επαγγελματία. Δεν διεκδικώ αρμοδιότητες που δεν μου αναλογούν.  Ζητώ να εξεταστεί σοβαρά η δυνατότητα θεσμικής αναγνώρισης της δικής μου επαγγελματικής ταυτότητας, με συγκεκριμένες απαιτήσεις, ευθύνες και περιορισμούς. Γιατί η συνεργασία δεν σημαίνει υποτέλεια και ο σεβασμός των επαγγελματικών ορίων δεν σημαίνει απουσία επαγγελματικής ταυτότητας.

Η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας δεν χρειάζεται να βρίσκεται απέναντι στην Ψυχολογία ή στην Ψυχιατρική για να διεκδικεί τη θέση της. Αντίθετα, η ποιότητα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας ενισχύεται όταν οι επαγγελματίες γνωρίζουν τις αρμοδιότητές τους, αναγνωρίζουν τα όρια της επάρκειάς τους και συνεργάζονται όταν οι ανάγκες του ανθρώπου το απαιτούν. Η παραπομπή δεν αποτελεί αποτυχία του Συμβούλου. Αποτελεί ένδειξη επαγγελματικής ωριμότητας. Όπως και η εποπτεία δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά μια ουσιαστική διαδικασία αναστοχασμού, μάθησης και προστασίας της συμβουλευτικής σχέσης. Η γνώση των ορίων μας είναι εξίσου σημαντική με τη γνώση των δυνατοτήτων μας. Ένα ακόμη επιχείρημα που θεωρώ σημαντικό αφορά την ίδια την κοινωνική παρουσία της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Εδώ και δεκαετίες υπάρχουν στην Ελλάδα εκπαιδευτικά προγράμματα, επαγγελματίες, δομές και άνθρωποι που επιλέγουν τη συμβουλευτική υποστήριξη. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοείται. Η διαχρονική κοινωνική παρουσία ενός επαγγελματικού πεδίου δεν αποδεικνύει από μόνη της την επιστημονική αποτελεσματικότητα κάθε πρακτικής ούτε δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα κρατικής αναγνώρισης. Αποτελεί όμως σοβαρό λόγο για να εξεταστεί η αναγκαιότητα της ρύθμισής του. Όσο περισσότεροι άνθρωποι απευθύνονται σε μια υπηρεσία που σχετίζεται με την ψυχική τους υγεία, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να γνωρίζουν ποιος τους παρέχει αυτή την υπηρεσία, με ποια προσόντα, με ποια επαγγελματικά όρια και με ποιους μηχανισμούς λογοδοσίας.

Η θεσμοθέτηση, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επαγγελματική διεκδίκηση. Είναι πρωτίστως ζήτημα προστασίας του πολίτη. Ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να καθορίζει ποιος μπορεί να χρησιμοποιεί τον τίτλο του Συμβούλου Ψυχικής Υγείας, ποιες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις απαιτούνται, πώς αξιολογείται η επαγγελματική επάρκεια, ποια είναι τα όρια των παρεμβάσεων, πότε απαιτείται παραπομπή, ποιες υποχρεώσεις εποπτείας και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης ισχύουν και πώς προστατεύεται ο συμβουλευόμενος σε περίπτωση παραβίασης της δεοντολογίας. Η ύπαρξη αυστηρών και σαφών κριτηρίων δεν αποδυναμώνει ένα επάγγελμα. Αντίθετα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αξιοπιστία του.

Δεν θεωρώ ότι στον δικό μας επαγγελματικό χώρο όλα λειτουργούν ιδανικά. Υπάρχουν διαφορετικές εκπαιδευτικές διαδρομές, ζητήματα ποιότητας, αδυναμίες, διαφορετικές αντιλήψεις και ερωτήματα που χρειάζονται σοβαρές απαντήσεις. Δεν πιστεύω ότι η θεσμοθέτηση πρέπει να αγνοήσει αυτές τις δυσκολίες. Πιστεύω ακριβώς το αντίθετο. Ότι οφείλει να τις αντιμετωπίσει. Η επαγγελματική αναγνώριση δεν μπορεί να αποτελεί μια γενική επιβεβαίωση όλων όσοι ήδη δραστηριοποιούνται στον χώρο, ανεξάρτητα από την εκπαίδευσή τους. Χρειάζεται αξιολόγηση, σαφείς προϋποθέσεις και πραγματική δέσμευση στην ποιότητα. Και αυτή είναι μια ευθύνη που οφείλουμε να αναλάβουμε και εμείς οι ίδιοι.

Η επιστημονική ταυτότητα δεν οικοδομείται με την αντιπαράθεση ούτε με την υποτίμηση άλλων επαγγελμάτων. Οικοδομείται μέσα από τη γνώση, την έρευνα, την εκπαίδευση, τη δεοντολογία και τη δυνατότητα αυτοκριτικής. Μέσα από την αναγνώριση ότι καμία επαγγελματική ιδιότητα δεν κατέχει αποκλειστικά την ανθρώπινη εμπειρία και ότι κανένας επαγγελματίας δεν μπορεί να ανταποκριθεί μόνος του σε όλες τις ανάγκες ψυχικής υγείας.

Η πολυπλοκότητα του ανθρώπου απαιτεί συνεργασία και όχι επαγγελματική περιχαράκωση. Για μένα, η Συμβουλευτική είναι και κάτι ακόμη. Είναι ένας τρόπος να στέκομαι απέναντι στον άνθρωπο, αναγνωρίζοντας την αυτονομία, την αξιοπρέπεια, τη διαφορετικότητα και το δικαίωμά του να αποφασίζει για τη ζωή του. Είναι η προσπάθεια να ακούω χωρίς να βιάζομαι να ερμηνεύσω, να κατανοώ χωρίς να επιβάλλω, να αναγνωρίζω ότι η δική μου οπτική δεν είναι η μοναδική και ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μου είναι ο βασικός φορέας της δικής του εμπειρίας. Είναι επίσης η επίγνωση ότι η επαγγελματική σχέση δημιουργεί ευθύνη και ότι η καλή πρόθεση, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αρκεί χωρίς γνώση, εκπαίδευση και δεοντολογικά όρια.

Αυτά τα δεκαπέντε χρόνια δεν ήταν απλώς χρόνια επαγγελματικής απασχόλησης. Ήταν χρόνια εκπαίδευσης, προσωπικής αναζήτησης, αναστοχασμού, συνεργασίας, δυσκολιών και εξέλιξης. Χρόνια στα οποία χρειάστηκε να αμφισβητήσω βεβαιότητες, να αναγνωρίσω προσωπικά και επαγγελματικά όρια, να μάθω να ακούω διαφορετικά και να αποδέχομαι ότι η επαγγελματική ανάπτυξη δεν ολοκληρώνεται με την απόκτηση ενός πιστοποιητικού. Συνεχίζεται μέσα από την καθημερινή πράξη και την ευθύνη που αναλαμβάνουμε απέναντι στον άνθρωπο.

Σήμερα, ως Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής, πιστεύω ότι η συζήτηση για τη θεσμική αναγνώριση πρέπει να προχωρήσει με σοβαρότητα, επιστημονικά επιχειρήματα και διάθεση συνεργασίας. Η Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής έχει μια μακρά πορεία προσπαθειών σε αυτή την κατεύθυνση. Οι επαγγελματικοί φορείς δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την Πολιτεία, μπορούν όμως να συμβάλουν ουσιαστικά στον διάλογο, καταθέτοντας εμπειρία, τεχνογνωσία, εκπαιδευτικά πρότυπα και προτάσεις. Η θεσμοθέτηση δεν πρέπει να είναι μια διαδικασία αντιπαράθεσης ανάμεσα σε επαγγελματικές ομάδες. Πρέπει να είναι μια διαδικασία ορισμού αρμοδιοτήτων, διασφάλισης ποιότητας και προστασίας των ανθρώπων που αναζητούν βοήθεια.

Δεν μετανιώνω που άλλαξα επαγγελματική πορεία. Δεν μετανιώνω που το πρώτο μου πτυχίο ήταν στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και που αργότερα επέλεξα να ακολουθήσω τη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας. Δεν αισθάνομαι ότι χρειάζεται να απολογηθώ για μια συνειδητή επιλογή ζωής. Αναγνωρίζω όμως ότι η προσωπική μου διαδρομή, όσο σημαντική και αν είναι για μένα, δεν μπορεί από μόνη της να καθορίσει το θεσμικό μέλλον ενός επαγγέλματος. Αυτό απαιτεί συλλογική προσπάθεια, επιστημονική τεκμηρίωση, κοινωνικό διάλογο και συγκεκριμένες αποφάσεις.

Αν κάτι έχω κατανοήσει μέσα από αυτή τη διαδρομή, είναι ότι η αναγνώριση δεν αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν αποσυνδέεται από την ευθύνη. Δεν ζητώ να αναγνωριστώ ως κάτι που δεν είμαι. Δεν ζητώ να αποκτήσω έναν τίτλο που ανήκει σε άλλον επιστημονικό κλάδο. Δεν ζητώ να παρακαμφθούν οι νόμοι ή να υποβαθμιστούν τα επαγγελματικά κριτήρια. Ζητώ να εξεταστεί με σοβαρότητα και επιστημονική υπευθυνότητα η θεσμική αναγνώριση της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας ως διακριτής επαγγελματικής ιδιότητας, με τις γνώσεις, τις προϋποθέσεις, τις αρμοδιότητες και τα όρια που θα ορίσει ένα σαφές νομοθετικό πλαίσιο.

Γιατί πίσω από κάθε επαγγελματικό τίτλο υπάρχει ένας άνθρωπος που αναλαμβάνει την ευθύνη να τον υπηρετήσει. Και απέναντί του υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος που δικαιούται να γνωρίζει ποιον εμπιστεύεται.

Η Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας δεν χρειάζεται να διεκδικήσει την ταυτότητα κανενός άλλου επαγγέλματος για να αποκτήσει τη δική της. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι ανώτερη ή ισότιμη σε όλα με κάποια άλλη ειδικότητα. Χρειάζεται να ορίσει με σαφήνεια τι είναι, τι μπορεί να προσφέρει, ποιες προϋποθέσεις απαιτεί η άσκησή της και πού βρίσκονται τα όριά της. Η κοινωνική της παρουσία είναι ήδη μια πραγματικότητα. Η επιστημονική και επαγγελματική της συγκρότηση απαιτεί συνεχή εργασία. Η θεσμική της αναγνώριση παραμένει μια ανοιχτή πρόκληση.

Και αυτή η πρόκληση δεν αφορά μόνο εμάς που υπηρετούμε τη Συμβουλευτική. Αφορά κυρίως τους ανθρώπους που την εμπιστεύονται. Δεν διεκδικούμε την ταυτότητα κάποιου άλλου. Διεκδικούμε τη θεσμική αναγνώριση της δικής μας.

Δεν ζητάμε αναγνώριση χωρίς ευθύνη. Ζητάμε αναγνώριση μαζί με την ευθύνη. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η ουσία της διεκδίκησής μας. Όχι να αποκτήσουμε απλώς μια θέση στον επαγγελματικό χάρτη της ψυχικής υγείας, αλλά να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο η γνώση, η δεοντολογία, η συνεργασία και ο σεβασμός στον άνθρωπο θα αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις.

Γιατί η Συμβουλευτική, όπως εγώ την έχω γνωρίσει και την υπηρετώ, ξεκινά από τη σχέση και επιστρέφει πάντα στον άνθρωπο. Και ήρθε η ώρα αυτή η πραγματικότητα να συναντήσει τη θεσμική της αναγνώριση.

*Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής
Συστημική Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας


Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-29 11:59:00

Back to top button